5.9.14

Βουνό ή θάλασσα; ― «Τότε, στο βουνό...». Γράφει η Μυρσίνη Ζορμπά


1955. Σαντορίνη. Το «Αιγαίον» στο παλιό λιμάνι κάτω από τα Φηρά. Μοναδική απόλαυση και ανάπαυλα - Ένας καφές στο καφενείο παρέα μ΄ ένα φίλο αγναντεύοντας την θάλασσα. Φωτογραφία : Robert A. McCabe.


της Μυρσίνης Ζορμπά*


Τότε, στο βουνό…

… όταν δεν κάναμε διακοπές αλλά πηγαίναμε εξοχή. Άλλες εποχές άλλα ήθη. Δεκαετία του ’50, πριν γίνει της μόδας η θάλασσα, όταν θέριζε ακόμη η φυματίωση. Η εξοχή περισσότερο ως τόνωση υγείας και λιγότερο ως ψυχαγωγία. Από τη γειτονιά μας τα Πετράλωνα, στο Μπογιάτι, τη Μαγκουφάνα, την Πεντέλη, μεταφέροντας στρώματα, σαιζ λονγκ, κουρελούδες, γκαζιέρες και κατσαρολικά με το ανοιχτό φορτηγό.

Αργότερα, η μητέρα μου ανέσυρε κάθε καλοκαίρι τις αξέχαστες αναμνήσεις από την πρώτη εξοχή που είχε κάνει το νεαρό ζευγάρι με το μωρό στο Μπογιάτι, με αντίσκηνο κάτω απ’ τα πεύκα, κοντά στα χωράφια με τις μπάμιες, κούνια δεμένη σε δυο δέντρα, νανούρισμα «ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο…», τα βράδια φιλικές και οικογενειακές συνάξεις, ηλιόσποροι, παγωμένο καρπούζι, συζητήσεις ώς αργά, τα σαββατοκύριακα βεγγέρες με λάμπες πετρελαίου. Μόλις είχε τελειώσει ο Εμφύλιος, όλοι προσεκτικοί, μην ειπωθεί καμιά πολιτική κουβέντα παραπάνω, κενά στην παρέα, έλειπαν μερικοί στην εξορία, ακόμη γίνονταν εκτελέσεις ― Πλουμπίδης, Αύγουστος 1954.

Αλλά όταν είσαι είκοσι χρονών κορίτσι με παιδί της αγκαλιάς πώς να μην είσαι αισιόδοξη; Δεν νανουρίζεις το μωρό, νανουρίζεις την αχτίδα του μέλλοντος. Τη βλέπω στις φωτογραφίες στο χωράφι με τις ανθισμένες μπάμιες. Αν δεν έχετε δει άνθη μπάμιας πριν δέσουν και γίνουν αυτό που νοστιμίζει στο πιάτο μας, μην καθυστερείτε, είναι έργα τέχνης. Μεγάλα ευγενικά λουλούδια, στερεωμένα σε ευλύγιστο ψηλό κορμό. Έτσι όμορφη και λεπτοκαμωμένη ήταν κι η καλοκαιρινή μανούλα μου, με το τσιτάκι της, τα μαλλιά πιασμένα πίσω και μάτια μαύρα της προσδοκίας η οποία, όπως ήταν φυσικό, θα έσβηνε σιγά σιγά μαζί με τα κεράκια των γενεθλίων, τις διαψεύσεις της ζωής και τις δεκαετίες που γύριζαν σελίδα εποχής στερώντας της την ξεγνοιασιά. Ήρθαν καλοκαίρια οικογενειακών περιπετειών, ανεργίας, θανάτων, διαδηλώσεων, συναυλιών, το καλοκαίρι του 1968 με φρέσκια τη δικτατορία και τα σοβιετικά στρατεύματα στην Πράγα, το καλοκαίρι του 1974 με το αιφνιδιαστικό σάστισμα της Μεταπολίτευσης. Α, ναι, εμείς στην οικογένειά μας παίρναμε στα σοβαρά, για να μην πω κατάκαρδα, τις πολιτικές αλλαγές.


Μετά, στη θάλασσα…

…με τη Μεταπολίτευση άρχισε η εξερεύνηση των ελληνικών θαλασσών και νησιών. Ούτε ο Χριστόφορος Κολόμβος δεν θα είχε δείξει τέτοιον άδολο ενθουσιασμό όταν ανακάλυψε την Αμερική. Ταξιδεύαμε ώρες ατέλειωτες για να φτάσουμε σε ένα απομακρυσμένο νησί, χωρίς δέντρο για δείγμα, άνυδρο, κι έπειτα με τα πόδια σε έναν απόμερο κόλπο, αμμουδιά, παραλία. Οι παρέες μας της Μεταπολίτευσης, πολυπληθείς και πολύχρωμες, μετέφεραν τις συζητήσεις από τα γραφεία των εκδοτικών οίκων στην παραλία, μαζί με μια στοίβα βιβλία ο καθένας, προβληματισμούς, ονόματα φιλοσόφων και συγγραφέων να διασταυρώνονται στον αέρα, ουζοποσία και «μια θάλασσα πλατιά».

Όσο πιο μακριά, πιο απόμερα, πιο πρωτόγονα, τόσο πιο καλά, πιο αυθεντικά, πιο κοινοτικά. Όσο πιο μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή η απόδραση τόσο πιο κοντά στη φιλική, τη συντροφική, την ερωτική. Εποχή απελευθέρωσης. Οι εξομολογήσεις, τα ξενύχτια, οι ιδεολογικοί τσακωμοί, οι έρωτες, όλα είχαν χαρακτήρα πανηγυρικό. Τα νησιά φιλοξένησαν τα πιο παράτολμα σχέδια, τις πιο μεγάλες συγκρούσεις, τα πιο πολύωρα διαβάσματα, τα πιο παθιασμένα ζευγαρώματα.

Αργότερα, μεγαλώνοντας, οι παρέες βρήκαν πιο μόνιμους τόπους, συνήθως ένα σπιτάκι σε νησί άρχισε να φιλοξενεί την καλοκαιρινή διαφυγή. Τα νησιά και τα χωριά μεταβλήθηκαν σε συμβολικές ουτοπίες, σε κοινωνικό status, σε επενδύσεις κύρους αλλά και σε εναλλακτικές διαφυγές. Η Αστυπάλαια, η Ίος, η Σύμη, η Σαντορίνη, η Φολέγανδρος, δεν ανήκαν πια αποκλειστικά στην αστική γενιά του ’30. Η Σύρος συγκέντρωνε τους ερευνητές του ΕΚΤ, ο Άγιος Πέτρος της Άνδρου τους εκσυγχρονιστές του Νίκου Θέμελη,
 η Τήνος τους φίλους καλλιτέχνες, τα Κουφονήσια τους πιο εναλλακτικούς. Όχι πια μόνο θάλασσα, ήλιος και ατέρμονες ιδεολογικές συζητήσεις για ένα αόριστο μέλλον αλλά εννοιολογήσεις και νοηματοδοτήσεις που, αντί να… διακόπτονται τα καλοκαίρια, συντηρούσαν τη συνέχεια με την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της πόλης, τις ιεραρχίες και την αξιοποίηση των ιδεών που γεννιόνταν επιτόπου, στο περιθώριο τόπων που άλλες έγνοιες τους δυνάστευαν.


Μετά μετά μεγαλώσαμε…

…κι όπως ήταν φυσικό, τα καλοκαιρινά όνειρα άρχισαν να είναι ταραγμένα. Όχι μόνο από αϋπνίες που τρέφονταν με αποτυχίες, ενοχές και σωματικές αδυναμίες αλλά και από πραγματικούς εφιάλτες, όπως είναι οι καλοκαιρινοί θάνατοι. Οι θάνατοι των πολύ δικών μας ανθρώπων –μνημονεύω Τίτο, Δάντη, Νίκο. Εφιάλτες του καλοκαιριού, βαριές απώλειες που η διαίσθηση τις προαναγγέλλει αλλά δεν μπορούν να βρουν εύκολα παρηγοριά. Σε θάλασσα ή βουνό, η ερήμωση στον ανοιχτό ορίζοντα και τον έναστρο ουρανό είναι ίδια. Απέραντη. Τα τελευταία χρόνια τα φωτεινά καλοκαίρια μού έδειξαν τη σκοτεινή πλευρά τους. Είναι που μεγαλώσαμε.


* Γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1949 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών με πτυχίο νομικής. Συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Ρώμης, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία του δικαίου. Το 1992 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ των πολιτικών επιστημών από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Την περίοδο 1973-1992 εργάστηκε ως εκδότρια (εκδοτικός οίκος "Οδυσσέας") και στο ίδιο διάστημα μετάφρασε πολυάριθμα βιβλία πολιτικής επιστήμης από τα Ιταλικά. Το 1992 διορίστηκε σύμβουλος του Υπουργού Πολιτισμού για θέματα πολιτικής βιβλίου και ανάγνωσης και το 1994, διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, όπου εργάστηκε για πέντε έτη. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα "Ο ρόλος του βιβλίου στη διαμόρφωση αναγνωστικής συμπεριφοράς στα παιδιά προσχολικής ηλικίας" (1993-1995). Έχει διατελέσει Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του "Ευρωπαϊκού συνεδρίου για τη στρατηγική του βιβλίου στην Ευρώπη σήμερα" (1992 και 1993). Ευρωβουλευτής του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος μεταξύ 2000-2004. Οι δημοσιεύσεις της Μυρσίνης Ζορμπά περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: "Βιβλιοθήκες και συγγράμματα στο ελληνικό πανεπιστήμιο" (1991), "Κρατική πολιτική βιβλίου" (1994), "Βιβλίο και μέσα μαζικής επικοινωνίας" (1998), "Η αναγνωστική συμπεριφορά του ελληνικού πληθυσμού" (2000), "Κασσαβέτεια: Το χρονικό μιας βιβλιοθήκης στη φυλακή ανηλίκων" (1998). 
Έχει επίσης γράψει άρθρα και επιφυλλίδες σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά σχετικά με την πολιτική της Κοινότητας για το βιβλίο, το μέλλον της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης, την πολιτιστική αναμόρφωση της πολιτικής, την πολιτική για την παιδική ηλικία, το Συνήγορο του παιδιού, την ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα και από το 2005 αρθρογραφεί τακτικά στο περιοδικό "Μεταρρύθμιση" για θέματα πολιτισμικής πολιτικής. Ως μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας, μέλος της Επιτροπής Πολιτισμού, Νεολαίας, Εκπαίδευσης, Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και Αθλητισμού, καθώς επίσης και μέλος της Κοινοβουλευτικής Αντιπροσωπείας Ευρωπαϊκής Ένωσης - Αρμενίας - Ατζερμπαϊτζάν - Γεωργίας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα Δικαιώματα του Παιδιού, συμμετείχε σε ευρωπαϊκές επιτροπές και δίκτυα, ίδρυσε μαζί με άλλους το Δίκτυο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, του οποίου είναι από το 2004 έως σήμερα πρόεδρος. Το 2008-9 ήταν διευθύντρια του Βιομηχανικού Μουσείου Σύρου. Είναι μέλος του ΔΣ του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Ελληνικής Κοινωνίας.
Τα τελευταία βιβλία της: Κρατική πολιτική για το βιβλίο (1995), Από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες (2004), Πολιτική του πολιτισμού (2014).




4.9.14

Ποιο από τα δύο; [ Διαλέξτε το εξώφυλλο του τχ. 105 του Εντευκτηρίου ]


Ποιο από τα δύο εξώφυλλα προτιμάτε για το υπό έκδοση τεύχος του Εντευκτηρίου;

Στο 1: Αντίγραφα έργου του εικαστικού Χάρη Λίθου.
Στο 2: Ο εικαστικός (πλάτη), το μοντέλο (αριστερά) και το έργο μπροστά τους.

Έργα του Χάρη Λίθου κοσμούν την ενότητα της λογοτεχνίας του τεύχους 105. 
Όπως παρατηρεί η ποιήτρια Κική Δημουλά σε σχετικό κείμενό της, γραμμένο ειδικά για το Εντευκτήριο, «στην ουσία, ο Λίθος αποτυπώνει μέλη και σημεία που εκπέμπει το φευγαλέο κορμί της στιγμής. Αυτό περίπου θεωρώ ότι επιδιώκει και ο λόγος, η γραφή: να συγκρατήσει τα ίχνη. Το πετυχαίνει, όχι όμως φρεσκοχαραγμένα, ακριβώς επάνω στη στιγμή της φευγάλας τους, αλλά όταν έχουν πια ποδοπατηθεί από το  παρελθόν τους. [...]  Τι βαραίνει στη ζωγραφική του Λίθου και γίνεται τόσο αδιάκριτα ερευνητικό το βλέμμα μου;

Βαραίνει αυτό που κρύβει, αυτό που δεν φαίνεται: το μυστικό του.»

Μπορείτε να "ψηφίσετε" στα σχόλια.

Βουνό ή θάλασσα; ― «Εκείνα τα καλοκαίρια που δεν τελείωναν ποτέ». Γράφει ο Νίκος Βατόπουλος


Του Νίκου Βατόπουλου*



Εκείνα τα καλοκαίρια που δεν τελείωναν ποτέ

«Είναι παράδεισος», είχε πει ο Γάλλος τουρίστας που καθόταν δίπλα μας στο καράβι. Την είχε ξεστομίσει πριν από 46 χρόνια αλλά την ακούω ακόμη στ' αυτιά μου. Μου είχε κάνει εντύπωση η φράση του. Είχαμε αφήσει πίσω μας τον Άγιο Κωνσταντίνο και περνούσαμε πολύ κοντά από τις ακτές της Βόρειας Εύβοιας. Τα πεύκα σχημάτιζαν πράσινες τούφες ώς κάτω στο νερό. Προορισμός μας ήταν η Σκιάθος για τρίτη συνεχόμενη χρονιά εκείνο το έτος. Ήταν 1968.


Τα καλοκαίρια, πολύ συχνά, προσπαθώ να επαναφέρω την αίσθηση του μυθικού θέρους της παιδικής ηλικίας. Εκείνου του ατελεύτητου θέρους που διαστελλόταν στον χρόνο σε ένα βάθος ασύλληπτο για τα μετέπειτα καλοκαίρια της ενήλικης ζωής. Οι τρεις μήνες του καλοκαιριού για έναν μαθητή δημοτικού σχολείου αντιστοιχούσαν σε ένα όχι αμελητέο ποσοστό του ήδη διανυθέντος βίου και αποτελούσαν προγεφύρωμα με μια ασαφή, αγεωγράφητη αλλά προσφιλή και εμμονικά προστατευόμενη ερμηνεία της αιωνιότητας.


Αυτήν την αιωνιότητα στη θερινή εκδοχή της παιδικής ηλικίας την είχα συνδέσει με τη θάλασσα και με όλα όσα τη συνόδευαν, την προέκτειναν ή την μυθοποιούσαν. Κάθε καλοκαίρι το περνούσα κοντά σε θάλασσα, η κουλτούρα του βουνού δεν υπήρχε στο μυαλό μου, παρά μόνο στα μυθιστορήματα, οι βουνοπλαγιές ως τόπος παραθερισμού ήταν απούσες, ίσως και εκ πεποιθήσεως ανεπιθύμητες.

Μεγάλωνα με οικογενειακές αφηγήσεις από περασμένα καλοκαίρια του 1920, του 1930, του 1950, στον Βόσπορο, στα Πριγκηπόνησα, στα νησιά του Αιγαίου, στο παράλιο Αστρος, στο Ξυλόκαστρο, σε τόπους που μεγεθύνονταν στον χάρτη της φαντασίας και συγχέονταν μεταξύ τους, εκβάλλοντας σε έναν ωκεανό που έμοιαζε με λίμνη γεμάτη δίνες.




Αλλά αυτή η «λίμνη», που διατηρούσα μέσα μου σε έναν κλωβό που είχε πλέγμα τα νήματα μιας ζωής μεγαλύτερης από αυτήν που είχα ώς τότε ζήσει, έχανε κάθε νόημα μνημόνευσης όσο ζούσα τα άγουρα καλοκαίρια μου, συλλέγοντας παντός είδους εμπειρίες. Τρία καλοκαίρια στη Σκιάθο από το 1966 ώς το 1968, τα θυμάμαι βυθισμένα σε τυρκουάζ νερά στα οποία καθρεφτίζονταν τα μυροβόλα πεύκα, με την αψιά μυρωδιά της ρητίνης, και δεν ήξερες αν ήταν τα δέντρα που έβλεπες ή τα δάση από τη μυστηριακή χλωρίδα στον πάτο της θάλασσας (που μου έφερνε στον νου το παραμύθι Ο πρίγκιπας των ψαριών που είχα διαβάσει στα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα).


Ήταν πράγματι ένας παράδεισος, όπως είχα ακούσει να λέει ο Γάλλος τουρίστας, εκείνη η μυθική Σκιάθος, μικρή και παρθένος ακόμη στον κόσμο του τουρισμού. Δεν υπήρχε ακόμη αεροδρόμιο, τα πλατύσκαλα δεν είχαν ξηλωθεί, οι υποδομές ήταν φτωχές. Ωστόσο, υπήρχε η υπόσχεση από κάτι μακρινό, βαθύ και μονάκριβο. Εκείνη τη Σκιάθο την προσεγγίζαμε τότε με βάρκες, καθώς δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί η μεγάλη προβλήτα, και ήταν μεγάλος ο τρόμος καθώς με κατέβαζαν από το πλοίο - κήτος στη μικρούλα βάρκα που ήταν ήδη γεμάτη με κόσμο και μπαγκάζια, και την έβλεπα να μπατάρει πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Κι ένιωθα τα στιβαρά χέρια των ναυτικών να με βαστάνε και να με τραβάνε γρήγορα γιατί περίμενε τόσος κόσμος και ένιωθα το βλέμμα της μητέρας μου χωρίς να τη βλέπω, τόση ήταν η τρομάρα μου καθώς κατέβαινα προς τη μικρή βάρκα, και άκουγα τις φωνές των βαρκάρηδων να κάνουμε γρήγορα και το κύμα ήταν αγριεμένο, γιατί πάντα φυσούσε όταν πλησιάζαμε στη Σκιάθο.




Όλα αυτά φαντάζουν σήμερα εξωπραγματικά, σαν να ανήκουν σε άλλες ζωές, θαμπές και συγκεχυμένες στον χρόνο. Ωστόσο, όταν κυλάει η σκέψη προς τα πίσω και φέρνω στα χείλη τη γεύση εκείνων των καλοκαιριών, έρχεται στον νου πάλι το βαθύ μπλε ανοιχτά του λιμανιού της Σκιάθου, όταν κατεβαίναμε στις βάρκες, σαν πρόσφυγες άλλης εποχής, με τον βυθό απροσδιόριστα χαμένο σε μεγάλο, σκοτεινό βάθος... Κι άλλες φορές, έρχεται η μυρωδιά της ρητίνης από τα πεύκα που έκαναν τη θάλασσα σμαραγδένια, με έναν ναρκωμένο αισθησιασμό. Όλα αυτά συμπλέουν και γίνονται μια σφαίρα μνήμης, ρευστής, χωρίς σύνορα, όπως είναι ένα όνειρο, με ήρωα έναν εαυτό, ίδιο αλλά και ξένο ταυτόχρονα.


* Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. 
Είναι δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». 
Έχει γράψει το βιβλίο «Το Πρόσωπο της Αθήνας» (εκδ. Ποταμός).


[Τις πιο πολλές φορές, τα [αυτο]βιογραφικά σημειώματα υπερβάλλουν και φιλοτεχνούν αγιογραφίες που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: ο σεμνός ―και επί 25ετία τουλάχιστον φίλος μου― Ν.Β. είναι ένας από τους καλύτερους συντάκτες του λεγόμενου "πολιτιστικού ρεπορτάζ" (σε μια εποχή που δεν είναι και πολύ κολακευτικό να βιοπορίζεσαι ως δημοσιογράφος!). Έχει υπογράψει εξαιρετικά ρεπορτάζ, πολυάριθμες παρουσιάσεις βιβλίων, και μια πολύ καλή σειρά συνεντεύξεων με ξένους λογοτέχνες. Πριν από δύο χρόνια περίπου δημιούργησε την ομάδα «Κάθε Σάββατο στην Αθήνα» στο Facebook, ομάδα που ήδη αριθεμί 18.250 μέλη και αποδείχθηκε εξαιρετικά δραστήρια ως προς τη διοργάνωση ποικίλων και πολλών εκδηλώσεων που αποβλέπουν στο να ξαναζωντανέψει το κέντρο της Αθήνας. ― Γιώργος Κορδομενίδης]

3.9.14

Βουνό ή θάλασσα; ― «Έφηβος σε παραλία». Γράφει ο Πέτρος Μπιρμπίλης



του Πέτρου Μπιρμπίλη*


Έφηβος σε παραλία

Δεν υπήρχαν σχέδια για διακοπές. Τίποτα. Όλα στον αέρα. Γι΄ αυτό, με το που ξεμύτισε ο Αύγουστος, ο πιο κοντινός μου φίλος κι εγώ αποφασίσαμε πρόγραμμα, χωρίς κρατήσεις σε ξενοδοχεία, χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες να περάσουμε “τέλεια”.
Σε τρεις ώρες ήμασταν σε μια παραλία έξω, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Γαλάζια τα νερά, ειδυλλιακό το τοπίο, ο κόσμος ελάχιστος, φάνηκε να είναι αυτό ακριβώς που αποζητούσαμε. Και ήταν, μέχρι που έπεσε ο ήλιος και πλάκωσαν τα κουνούπια από την, κατά τα άλλα γραφική, λιμνούλα που υπήρχε εκεί παρά δίπλα. Κουνούπια τόσο μεγάλα, και τόσα πολλά, που αναγκαστήκαμε να τα μαζέψαμε κακήν και δίχως πολλή σκέψη συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας προς τα νότια. Προσπεράσαμε παραλιακά χωριά, πόλεις, κι άλλα χωριά, δίχως να κοιτάζουμε τις ταμπέλες, έτσι που μέσα στη φαντασία μας όλα γύρω έμοιαζαν απόρθητα από τον γνωστό κόσμο, αχαρτογράφητα.

Όταν έπεσε η νύχτα σταματήσαμε, βρήκαμε ένα μέρος που μπορέσαμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας, καθότι νηστικοί όλη τη μέρα, κι ύστερα, ταλαιπωρημένοι αλλά ευγνώμονες, πέσαμε για ύπνο στην παραλία. Κοιμηθήκαμε στην άμμο, δίπλα σε μια βάρκα. Κι όλα καλά, μέχρι που τα ξημερώματα έπιασε μπόρα, κι έτσι τρέξαμε πάλι στο αμάξι, με κατεύθυνση ακόμη πιο νότια. Είχε ξημερώσει για τα καλά. Βρισκόμασταν σε ένα γνωστό τουριστικό θέρετρο, όπου, νυσταγμένοι και κουρασμένοι είναι η αλήθεια, καθίσαμε σε μια από τις καφετέριες για να πιούμε έναν δυνατό καφέ, όταν ―για καλή μας τύχη, όπως αποδείχτηκε αργότερα― συναντήσαμε, εντελώς τυχαία, κάποιους γνωστούς μας, που πάνω στην κουβέντα μάς συμβούλεψαν να πάμε σε μια τοποθεσία που, όπως είπαν, δεν υπήρχε περίπτωση να μην περάσουμε ωραία.
Διασχίσαμε και πάλι χωματόδρομους, αμπέλια, καλαμιές και γεφύρια, μέχρι να φτάσουμε εκεί που μας είπαν. Και φτάσαμε τη μαγική εκείνη ώρα που ο ήλιος δύει. Ναι, είχαν δίκιο. Η συγκεκριμένη παραλία ήταν μια άλλη ιστορία. Καμιά σχέση με ό,τι είχαμε δει μέχρι εκείνη την ώρα.  Σαν να την είχε ξεχάσει ο χρόνος, σαν να είχε ξεπηδήσει από κάποιον πίνακα.
Οι γνωστοί μου μας είχαν πληροφορήσει ότι, παλιά, τη δεκαετία του 90, κατέφθανε εδώ μεγάλος αριθμός, νεαρών κυρίως ατόμων, κάνοντας πάρτι που δεν περιγράφονταν. Καταλαβαίνετε τι στιγμές έκστασης διαδραματίστηκαν στο κατά τα άλλα ήσυχο και ξεκομένο ετούτο μέρος. Τέσσερα χιλιόμετρα αμμουδιάς και η θάλασσα παρθένα. Ούτε σπίτια, ούτε ξενοδοχεία, ούτε τίποτα. Μόνο μερικές καλαμιές κι ένα ποταμάκι με χελώνες, που ξεμύτιζαν από το νερό, και που τις επόμενες μέρες θα τις ταΐζαμε με μπισκότα.

Μείναμε εκεί μια εβδομάδα. Τα μεσημέρια παίζαμε με τα κύματα, κοιτούσαμε τις σαύρες που έκαναν αναβάσεις στους κορμούς των λιγοστών δένδρων και πιο μετά, όταν ο ήλιος γινόταν ανυπόφορος, κρυβόμασταν για να προστατευθούμε σε μια καλύβα από καλάμια, που κάποιος ντόπιος είχε στήσει λίγο πιο πέρα, κάτω από μερικά δένδρα. Τα βράδια ανάβαμε φωτιές και, με συντροφιά τον μονότονο ήχο που έκαναν τα τριζόνια, χαζεύαμε τον ουρανό και τα αστέρια.



Πέρασαν οι μέρες, μέχρι που ήρθε ο Δεκαπενταύγουστος. Η ημέρα που γιορτάζουμε την Παναγία, και που ταυτόχρονα είναι η ημέρα που γεννήθηκα. Πριν από... αρκετά χρόνια.
Ναι, είχα γενέθλια. Σχεδόν θα το ξεχνούσα. Όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία. Αλλά, όπως και να το κάνεις, είναι μια ξεχωριστή μέρα για τον καθένα μας.
Πήρα μια βαθιά ανάσα, ακούμπησα τα σταυρωμένα χέρια πάνω στο στομάχι μου και σήκωσα τα μάτια προς τον ορίζοντα. Καθόμουν στη φουσκωμένη πορτοκαλί μου σαμπρέλα, που τόσο πολύ δέθηκα μαζί της, δεν την αποχωριζόμουνα. Φορούσα ακόμη το βρεγμένο μαγιό μου και, καθώς ο ήλιος έβαφε όλα όσα απλώνονταν μπροστά μωβ, ροζ, θαλασσί, σμαραγδί, και κόκκινα, στο μυαλό μου δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε άγχη, ούτε υπαρξιακές ανησυχίες, ούτε επιδιώξεις, ουτε όνειρα, ούτε φιλοδοξίες... Τίποτα.
Είχα γεννέθλια. Ένας ακόμη χρόνος για την πέμπτη δεκαετία της ζωης μου. Ποιός; Εγώ, που στην εφηβεία μου, παρασυρμένος από τους ήρωές μου, καταραμένους φυσικά στην πλειονότητά τους, πίστευα ότι κάπου γύρω στα τριάντα μου χρόνια θα πέθαινα.
«Τι να πω; Τι να σκεφτώ τώρα που ο χρόνος με διέψευσε; Ας μην πω λοιπόν, τίποτα», αποφάσισα. Ας κοιτάξω τον ουρανό κι ας αφουγκραστώ την ανάσα μου. Ας ευχαριστήσω και τη ζωή, τον Ουρανό, τον Θεό, το Σύμπαν... για όλες τις χαρές, τις λύπες και τις λαχτάρες που μου χάρισαν, κατά τη διάρκεια των “εξτρά” χρόνων, σύμφωνα με τους ανόητους υπολογισμούς της εφηβείας μου.
 «Καλά γενέθλια» ψιθύρισα.
Μετά από τόση περιπλάνηση, μετά από  τόση αγωνία μπας και φύγει η ζωή και δεν προλάβει να τη χαρεί με τα όλα της, ο έφηβος που φοβόταν τον θάνατο επέζησε, κι ήμουν δίπλα του. Ήμασταν μαζί. Λες και δεν άλλαξε ποτέ τίποτα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Εγώ τότε και τώρα. Ενας. Μέσα στην τρυφηλότητα μιας άχρονης εφηβείας. Με τα ελάχιστα υλικά της ελευθερίας.

Δεν είπα σε κανέναν, ούτε καν στον φίλο μου, ότι είχα γενέθλια. Κι ευτυχώς, το κινητό μου δεν είχε σήμα.



* Συγγραφέας. 
Το τελευταίο του βιβλίο 
είναι η συλλογή ποιημάτων 
με τίτλο Η Μέρα που Χάθηκε Μέσα σε μια Άλλη, 
εκδόσεις Bibliotheque.


2.9.14

Βουνό ή θάλασσα; ― «Πανσέληνος του Αυγούστου». Γράφει η Μάρτυ Λάμπρου



της Μάρτυς Λάμπρου*


Πανσέληνος του Αυγούστου

Ήταν μια μέρα. Ήταν μεσημέρι, πριν από τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Το τρένο περνούσε μέσα από τον κάμπο, όπου οι αλλοδαποί εργάτες μάζευαν ντομάτες. Ντομάτες που δεν ήταν πια κόκκινες, ψιλόφλουδες και ζουμερές. Ταξίδευαν οι Μαρίες. Η μάνα τους, σαν έμεινε έγκυος, έταξε στην Παναγία το παιδί που θα γεννιόταν. Έκανε δίδυμες. Έτσι, ονόμασε τη μία Μαρία και την άλλη Μαίρη.

Μόλις επιτυχούσες στις πανελλαδικές, η Μαρία στη Νομική Θεσσαλονίκης, η Μαίρη στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων. Σε λίγο θα έφταναν στην Αθήνα και από κει κατευθείαν στο λιμάνι του Πειραιά. Δεν είχαν μαζί τους τα κινητά, τα τάμπλετ, τα καλώδια των φορτιστών. Δεν είχαν βγάλει εισιτήρια στο ίντερνετ, ούτε είχαν κλείσει δωμάτιο. Δεν ήξεραν σε ποιο από τα νησιά του Αιγαίου θα πήγαιναν. Στο λιμάνι θα κοίταζαν τα πλοία και τότε θα αποφάσιζαν. Σίγουρα δεν θα έπαιρναν ένα από τα ταχύπλοα, κλεισμένες στην κλιματιζόμενη σαν ψυγείο τρίτη θέση. Ήθελαν να ταξιδέψουν με ένα καράβι όπως αυτά που ζωγράφιζαν μικρές, λευκό, με καταστρώματα, δύο μαύρα φουγάρα, με θαλασσί ρίγα περιμετρικά. Που πλέουν αργά και γέρνουν ελαφρώς, που όλο και κάποιος στο κατάστρωμα θα παίξει μουσική, θα συζητούν και θα γνωρίζονται, θα πίνουν μπίρες περνώντας το κουτάκι από χέρι σε χέρι, μαζί με αρμύρα και μαζούτ και τις μπλουζ νότες μιας φυσαρμόνικας, καθώς ο ήλιος θα δύει στα μολυβένια νερ,ά ανάβοντάς τα. Ένα τέτοιο πλοίο βρήκαν, μόνο που ήταν μπλε. Ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Οι μεγάλες οθόνες των τηλεοράσεων έπαιζαν ειδήσεις: Εφορία. Τι μας περιμένει. Δόσεις έως το 2023 για όσους έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Στην άλλη οθόνη: Μύκονοοος, μπιτς πάρτι στην Ψαρού, εξκλούσιβ Αντώνης Ρέμος, Ρώσοι ανοίγουν σαμπάνιες των 20.000 ευρώ. Και ξανά στην απέναντι οθόνη: Η Εφορία ζητά 3.400 ευρώ για χωράφι 7 στρεμμάτων με σιτηρά.

«Του πατέρα μας του έστειλε η εφορία ένα τέτοιο ποσό για το χωράφι μας», τινάχτηκε η Μαίρη με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά.

«Λεφτά υπάρχουν», γέλασε η Μαρία με τα μακριά μαλλιά.

«Ναι, ο μπαμπάς είναι στη λίστα Λαγκάρντ!»

«Η Κιμ Καρντάσιανς, μετά τη Μύκονο, τα έσπασε με την παρέα της στα Φηρά της Σαντορίνης», τώρα στην οθόνη, με ανεβασμένη την ένταση της φωνής.

Κάθισαν και έβγαλαν τα σακίδια από τους ώμους τους. Αφέθηκαν η καθεμία στις σκέψεις της. Σα να υποχρέωναν το ταξίδι να τους δώσει ένα μέρος από τον ρεμβασμό. Μέχρι τώρα, κάθε καλοκαίρι περνούσαν ένα δεκαπενθήμερο οικογενειακώς στα Καμένα Βούρλα. Στο ίδιο ξενοδοχείο, στα ίδια δωμάτια. Εκμέκ στο Πριγκηπικόν και το Σάββατο στην ντίσκο Ιζαμπέλλα ώς τις έντεκα. Άριστες, είχαν κοινούς στόχους, μακριά από έρωτες και μπλεξίματα, πήραν και τα πτυχία της αγγλικής με Α.

Αργότερα η Μαίρη σηκώθηκε και πήγε στην κουπαστή. Τριγύρω όλων τα βλέμματα ήταν προσηλωμένα. Στις τηλεοράσεις, στα κινητά τους, στα τάμπλετ, στους φορητούς υπολογιστές. Έσκυψε και κοίταζε το νερό να ασημίζει, έτσι όπως το έσχιζε το πλοίο. Μύριζε. Αποσμητικό με ιδρώτα τεστοστερόνης. Μια παλάμη ήταν γραπωμένη από την κουπαστή. Ένα μπράτσο ηλιοκαμένο, με τατουάζ. Τόσο κοντά της. Θα μπορούσε να… σκέφτηκε, περίμενε, και τότε φάνηκαν να τρεμοσβήνουν τα φώτα κάποιου νησιού. Μετακίνησε εκείνη το χέρι της προς το δικό του και ένιωσε το χνούδι του. Τότε ο άγνωστος άντρας τη χαιρέτησε. Τη ρώτησε πού πάει, πώς τη λένε. Μαίρη Καλογήρου, του απάντησε. Της άρεσε, της άρεσε πολύ. Εκείνος τράβηξε το χέρι του. Η καρδιά της χτύπησε. Εκείνος, καθώς απομακρυνόταν, της είπε: θα τα πούμε στο fb, θα σου κάνω αίτημα. Το όνομά σου με τι το γράφεις;

Γυρίζοντας, βρήκε τη Μαρία να μιλάει με έναν. Στην αγγλική. Ρότζερ τής τον σύστησε, από τη Νέα Υόρκη. Έμοιαζε σα να είχε βγει από τις σελίδες του Φίλιπ Ροθ. Κόκκινα μαλλιά, μακριά μαλακά δάχτυλα. Μεσοαστός, στο κολέγιο, που αναζητά εμπειρίες ζωής. Άσκησαν την αγγλική συζητώντας με τον Νεουρκέζο που είχε διαβάσει Πλάτωνα, Καζαντζάκη, Καβάφη. Και Ζακ Λακαριέρ, Το ελληνικό καλοκαίρι. Μετά ο Ρότζερ πήγε για μπίρες.

«Έκανα μαλακία που σε άκουσα και δεν πήρα μαζί έστω το κινητό μου. Πώς θα επικοινωνήσω με τον τύπο; Κάτι ιδέες που έχεις, ρε Μαρία! Δες γύρω σου, ακόμη κι οι γιαγιάδες έχουν αλλάξει. Ρούχα για τριαντάχρονες, τραβηγμένα πρόσωπα και χείλη σαν ροφοί από το κολλαγόνο.»

«Κοίταξε εκεί!» Η Μαρία τής έδειχνε μια γυναίκα στα μαύρα να κρατάει σφιχτά στο στήθος της μια τσάντα.

«Λείψανα μιας παράδοσης. Θα πηγαίνει στην Τήνο. Στην τσάντα της έχει εικονίσματα, τάματα, φυλαχτό, χαρτομάντιλα και επιγονατίδες. Λες να έχει γουάι φάι εδώ; Θα ζητήσω το κινητό του Αμερικανού να κάνω αποδοχή τον τύπο, δε θέλω να τον χάσω».

«Μα, αυτός είναι κάπου εδώ, ζων!», ειρωνεύτηκε η Μαρία.

Ήρθε ο Ρότζερ με τις μπίρες. Τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν πως πλησίαζαν στο λιμάνι της Πάρου. Κι όταν φάνηκαν τα φώτα, βγήκε το ολόγιομο φεγγάρι ή ήταν τότε που το πρόσεξαν. Τα ρούχα τους κολλούσαν πάνω τους. Η Μαίρη ρώτησε τον Ρότζερ αν έχει κινητό. Όχι, της είπε, και της έδειξε ένα σημειωματάριο και μετά τα μάτια του. Ήταν καταγάλανα και είχαν κάτι το διονυσιακό. Ο Ρότζερ έσυρε μια καρέκλα και κάθισε ανάμεσά τους. Πάει στην Τήνο, τους είπε. Να δει τα χειροποίητα χωριά, να δει τα προπλάσματα του Χαλεπά, να δει την ωραία κοιμωμένη του. Γύρισε προς τη Μαρία με βλέμμα φωτοβόλο κι έμοιασε σα να ενώθηκαν οι ανάσες τους. Η Μαίρη ξαφνικά άρχισε να ξεντύνεται, σαν κάμπια που αποσπάται από το κουκούλι της ελίσσοντας το κορμί. Είχε το μαγιό από μέσα. Έβαλε ένα λευκό βαμβακερό φουστάνι. Το βλέμμα του Ρότζερ έπεσε πάνω της και κάτι άλλο άρχισε να συμβαίνει κι ήταν σε αναμονή.

Το καράβι έστριψε, βγήκε από το λιμάνι. Δεν σφυρίζουν τα καράβια! Ο Ρότζερ είχε γύρει ξανά προς τη Μαρία. Μιλούσαν για τον Καβάφη. Γιγνώσκω την ελληνική, είπε εκείνος. Μαθαίνω, τον διόρθωσε η Μαρία γελώντας. Πρώτη φορά την άκουγε να γελάει έτσι, παρατήρησε, η Μαίρη, αλλά τι με μέλλει, κατέληξε. Σηκώθηκε, απομακρύνθηκε, και το σχήμα άλλαξε.

Διακρινόταν μια μαρμάρινη πύλη αρχαίου ναού. «Οι επιβάτες για το λιμάνι της Νάξου παρακαλούνται να ετοιμάζονται, το πλοίο θα αναχωρήσει αμέσως», ακούστηκε στην ελληνική και την αγγλική.

«Μαίρη, ετοιμάσου!» είπε η Μαρία.

«Είσαι τρελή, στη Μύκονο συμφωνήσαμε να πάμε. Ποιον θα δω στην Νάξο, τον Αρναούτογλου;»

Καθώς οι δίδυμες ήταν έτοιμες να ανέβουν στο λεωφορείο για την Αγία Άννα, μια γνώριμη φωνή ήρθε. Ο Αμερικανός. Και ξανά το γέλιο της Μαρίας. Κάθισαν μαζί κι η Μαίρη απέναντι. Ο οδηγός στρογγυλοπρόσωπος, μαυριδερός, μεσόκοπος, με τζιν παντελόνι και σιέλ πουκάμισο, άκουγε στη διαπασών «Αγαπώ μια πιτσιρίκα». Κίνηση μεγάλης πόλης, ξενοδοχεία με μικρές πισίνες, τα μποστάνια τα φύτεψαν γκαζόν και έφτιαξαν πουλ μπαρ. Και Αριάδνη Παλλάς. Ο δρόμος και δίπλα ο αιγιαλός πατημένος από νεοταβέρνες, μπαρ, κλαμπ. Όλα πάνω στο κύμα, η ρόδα του θηριώδους τζιπ πλάι στην πιατέλα με την τσιπούρα, η εξάτμιση της μοτοσυκλέτας εσάνς στην γκρικ σάλαντ και το τζατζίκι. Μουσικές ανακατωμένες από σκυλονησιώτικα, λάτιν, ροκ και ποπ. Κι ύστερα φοβούνται μην περάσει η τρόικα την τροπολογία για τον αιγιαλό, που οι ίδιοι τον έχουν ήδη καταπατήσει, σκέφτηκε η Μαρία. Όμως υπήρχε ένα μέρος αμμουδιάς, υπήρχαν κέδροι λυγισμένοι από τον άνεμο, θάλασσα ανήσυχη που σήκωνε κύματα που φωσφόριζαν. Υπήρχε ομορφιά, που κάποια μέρα θα υποχρεώσει άλλους ανθρώπους να τα πετάξουν αυτά τα σκουπίδια, έλπισε.

Κατέβηκαν και άρχισαν να ψάχνουν για δωμάτια, όμως η ώρα είχε περάσει. Ο Ρότζερ είχε μαζί του υπνόσακο, θα μπορούσε να πάει στο κάμπινγκ, στην παραλία ακόμα. Όμως προχωρούσαν και κάποια στιγμή τα φώτα λιγόστεψαν. Στα αριστερά τους ήταν ένα μεγάλο κλαμπ σε μεξικάνικο ύφος, με πισίνα και φοίνικες.

«Βίβα λα ρεβολουσιόν», φώναξε ο Αμερικανός.

Εκεί τελείωνε ο δρόμος και ο δημόσιος φωτισμός. Μπροστά τους μόλις και διακρινόταν ένας μικρός χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιές, βάτα, σκίνα και κέδρους.

«Πάμε στο κλαμπ να πιούμε, να γνωρίσουμε κόσμο, κι όταν ξημερώσει βλέπουμε» είπε η Μαίρη. «Πού πάει αυτός;»

Ο Ρότζερ είχε πάρει ήδη τον χωματόδρομο και η Μαρία τον ακολουθούσε. Τάχυνε η Μαίρη το βήμα της. Καλαμιές θρόιζαν, κάποιες έσπαγαν, βάτα την αγκύλωναν, αγκαθιές τραβούσαν το φουστάνι της. Μόνο το φεγγάρι και τα αστέρια φώτιζαν. Άρχισε να φοβάται, προχωρούσαν ο ένας πίσω από τον άλλο, οι ήχοι και οι μουσικές χάνονταν, μια απόκοσμη ησυχία απλωνόταν. Γιατί ακολουθούσε η Μαρία τον ξένο, αναρωτήθηκε, επειδή της απήγγειλε Καβάφη;

«Μαρία, γύρνα πίσω, τώρα!» φώναξε. Σχεδόν αμέσως είδε λαμπιόνια κόκκινα, κίτρινα και πράσινα να κρέμονται από αρμυρίκια, είδε τραπέζια και καρέκλες στην αμμουδιά, έναν ξύλινο μόλο και εκεί δεμένη μια βάρκα με δίχτυα. Ένα άσπρο κτίσμα με πέργκολα και κληματαριά. Και ξύλινη μαρκίζα με την επιγραφή: «Η εξυπηρέτηση».

Κάθισαν σε ένα τραπέζι, το πιο κοντινό στον φλοίσβο των κυμάτων. Ο Ρότζερ και η Μαρία έβγαλαν τα παπούτσια τους, έτριβαν τα πέλματα στη ζεστή ακόμη άμμο. Η Μαρία γελούσε ξανά, σήκωνε τα μαλλιά της ψηλά, τα τίναζε πίσω και μετά προς τον Ρότζερ. Κοίταζε τα γαλανά μάτια του, το στόμα του. Η Μαίρη σηκώθηκε και τους γύρισε την πλάτη. Μπήκε στο νερό μέχρι τα γόνατα. Πέρασε δίπλα της ένας γέρος που κρατούσε μια σακούλα με ψάρια. Πήγε στον μόλο και άρχισε να τα καθαρίζει. Φαινόταν ο σουγιάς του να ξύνει τα λέπια. Άκουγε παφλασμό, είναι ο γέρος που ξεπλένει τα ψάρια. Ακουγόταν και ο παφλασμός στον μόλο αλλά και πίσω της. Κάποια στιγμή είδε τον γέρο να πλησιάζει. Ήταν βουτηγμένη στο νερό ώς τον λαιμό της. Γύρισε. Η Μαρία και ο Ρότζερ είχαν άμμο στα μαλλιά. Στης Μαρίας είχαν τρυπώσει και πυγολαμπίδες. Και το ολόγιομο φεγγάρι σα να κρεμόταν από ασημένια κλωστή πάνω από τα κεφάλια τους. Έμοιαζαν ημιδιαφανείς.

«Πεινάω» τους είπε η Μαίρη. Ο γέρος πέρασε δίπλα τους και σφύριζε έναν σκοπό. Κανείς δεν ερχόταν. Κι όμως, ήταν ταβέρνα. Η Μαίρη αποφάσισε να πάει μέσα. Κάδρα με ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρώπων στους τοίχους, το ψυγείο της Κόκα Κόλα, ένα τραπέζι με κοφίνια που είχαν κηπευτικά και σταφύλια. Πίσω από το μεγάλο ψυγείο ήταν μια γιαγιά, αδύνατη, με τα λιγοστά μαλλιά της πιασμένα σε κότσο και τα χέρια της απασχολημένα.

«Καλησπέρα, είστε εδώ;» ρώτησε η Μαίρη.

«Για να μι γλέπεις», της απάντησε, συνεχίζοντας με ό,τι καταπιανόταν.

«Θα θέλαμε κάτι να φάμε, αν σας είναι εύκολο, παρακαλώ, μια σαλάτα».

«Χάσατι του δρόμου. Πόσοι είσαστε;»

«Τρεις».

«Οικογένεια είσαστε;»

«Όχι, αδερφές και ένας φίλος».

«Τότε, με το συμπάθιο, φτιάσι, ντε!».


* Γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. 
Σπούδασε παιδαγωγική. 
Έχει εκδώσει τη νουβέλα Το κόκκινο κουτί 
(Λ. Χρηστάκης  1997), τη συλλογή διηγημάτων 
Κόπιτσες (Οσελότος 2010, 
βραχεία λίστα του περιοδικού Διαβάζω, 2011) 
και το μυθιστόρημα Με λυμένο χειρόφρενο 
(Κέδρος 2014). 
Πεζά της έχουν δημοσιευτεί 
στα λογοτεχνικά περιοδικά Εντευκτήριο, 
Πλανόδιον, (δε)κατα και στο διαδίκτυο.

1.9.14

Βουνό ή θάλασσα; ― «Μήπως βουνό, Ηλία;». Γράφει η Καίτη Στεφανάκη


φωτογραφία: Μαίρη Σειρηνοπούλου

της Καίτης Στεφανάκη


Μήπως βουνό, Ηλία;

«Κυρία, κυρία! Βουνό ή θάλασσα;» ρωτούσε το αγόρι με εκείνο το τσουλούφι που κάλυπτε μονίμως τα μάτια του, ενώ στην κορυφή του κεφαλιού τα μαλλιά του με έναν μυστήριο τρόπο έμεναν πατικωμένα.
«Κυρία, κυρία, βουνό ή θάλασσα;» Δεν παρέλειπε ούτε μια φορά να την ρωτήσει μόλις μεσολαβούσαν δυο λεπτά χωρίς να τον απασχολεί. Τον βοηθούσε στα μαθήματα του ελληνικού σχολείου.
Το αγόρι ζούσε με τον πατέρα του, στην πόλη που σπούδαζε η νεαρή γυναίκα. Η γιαγιά υποκαθιστούσε τη γερμανίδα μάνα, που λίγο μετά τη γέννηση του Ηλία, είχε εξαφανιστεί με κάποιον βαρβάτο Τούρκο. Μεγαλόπρεπα κυβερνούσε το βασίλειό της, το λιτό σπιτικό του γιού της, πάνω από την αίθουσα του κινηματογράφου, όπου ο πατέρας χειριζόταν τις μηχανές προβολής. Φρόντιζε ανελλιπώς για την τήρηση των άγραφων κανόνων ηθικής, καθαριότητας και διατροφής, έτσι όπως τους είχε μεταλαμπαδεύσει από τα βουνά των Σερρών σ’ εκείνη τη ρομαντική πόλη του Ρήνου.
Ήδη πριν να τελειώσει την ερώτηση, τα μαύρα μάτια του αστραποβολούσαν. Είχε μια τσαχπινιά το γέλιο του, μια πονηριά το βλέμμα, άσχετα με την όποια απάντησή της. Εκείνη γελούσε συνήθως κι ακουμπούσε τρυφερά το χέρι της εκεί, στο σημείο των εξημερωμένων μαλλιών του. Δεκαετία του ’70 δεν είχε ακόμα εντρυφήσει σε συγγράμματα παιδοψυχολογίας.

Τον Ηλία θυμήθηκε, μετά από χρόνια, ένα βραδάκι στην Ιτέα, στο τέλος μιας εξαντλητικής ημέρας στους Δελφούς. Με τον άντρα της έκαναν πρώτη φορά διακοπές. Τότε ο παραθερισμός δεν είχε γίνει συνήθεια ακόμα. Ούτε απαραίτητο εξάρτημα κοινωνικής επιβεβαίωσης. Σαν παιδί την έστελναν τα καλοκαίρια το πολύ-πολύ σε κατασκήνωση ή στον παππού στον Πειραιά.
Με τον ιδεαλισμό των ξενιτεμένων, που αφού είχαν φύγει πρώτα μακριά, εξιδανίκευαν ύστερα την πατρίδα, ταξίδευαν αυτό το καλοκαίρι, νέο ζευγάρι οι δυο τους για να γνωρίσουν τους αρχαίους τόπους και τα μουσεία της Ελλάδας. Μα εκείνη κάτι ακόμα προσδοκούσε στα κρυφά. Μακριά από το άγχος και την πίεση για αριστεία και υψηλή απόδοση ―σαν τίμημα του δικαιώματος να ζουν στη Γερμανία―, σκεφτότανε λοιπόν, πως και οι ίδιοι θα αισθάνονταν αλλιώς, εδώ μέσα στη φύση, στον αρχαίο πολιτισμό, στην χαλαρή ελληνική ατμόσφαιρα.
Κατάπληκτοι αντικρίσανε τον τόπο στους Δελφούς. Σαν να ‘χε ανοίξει το βουνό στα δυο από έναν κοσμογονικό σπασμό που έφτιαξε την κοιλάδα.
Και μόλις φτάσανε στη ρίζα των Φαιδριάδων, εκεί ακριβώς στην Κασταλία πηγή, αντίκρισαν το χάσμα των χασμάτων, τους δυο βράχους, που τους χώριζε ένα τρομαχτικό φαράγγι, στενό κι απάτητο. Όμοιο με κείνο ανάμεσα στον ορθολογισμό και το συναίσθημα.
«Μήπως βουνό, Ηλία;» είχε σκεφτεί μέσα στον θαυμασμό της, φέρνοντας το παιδί στο νου της.
Εκεί στον ομφαλό της γης, εκεί που συναντήθηκαν οι αετοί του Δία και όρισαν το κέντρο όλου του κόσμου, εκεί υποψιάστηκε πρώτη φορά κι η ίδια, πως το σώμα της έχει κι εκείνο το δικό του κέντρο, όχι σαν ίχνος αλλοτινής τροφοδοσίας, μα κάτι άλλο, ανεξιχνίαστο, που ενοχλούσε. Σε ό,τι μπορούσε να αποδείξει μόνο πίστευε αυτή, όχι σε δοξασίες μεταφυσικές. Η Αθηνά ήταν η θεά της. Να ερευνά, να εφευρίσκει, να εφαρμόζει. Μα τώρα εδώ έσκαζαν μύτη ξαφνικά κι άλλοι θεοί. Ο υπερβατικός Απόλλωνας με τους χρησμούς του κι ο άλλος ο προκλητικός κι ανήθικος Διόνυσος. Μετά το μουσείο κατηφόρισαν προς τον κόλπο της Ιτέας. Τα βουνά αριστερά και δεξιά ανοίγονταν σαν σκέλη δεκτικά μπροστά τους. Σαν γυναίκα έτοιμη να δοθεί. Μια θάλασσα απέραντη, κόλπος γεμάτος υποσχέσεις ηδονής. «Ηλία, θάλασσα μάλλον».

«Κυρία, κυρία! Βουνό ή θάλασσα!»  Έφερνε και ξανάφερνε τα λόγια του μικρού στο νου της. Στα μάτια της έβλεπε τον πυρετό του έφηβου που είχε ανακαλύψει τους καρπούς που απαγόρευε η δυναστεύουσα γιαγιά. Τα μάγουλά της έπαιρναν φωτιά κάθε φορά που για να πάει στον Ηλία, έπρεπε να περάσει μέσα από μια μακριά στοά, είσοδο του σινεμά που δούλευε ο πατέρας. Και ποιο το πρόβλημα, θα πει κανείς. Χμ! Η στοά. Στις δυο πλευρές της ήταν στολισμένη με φωτεινές βιτρίνες, γεμάτες με φωτογραφίες και αφίσες από τα φιλμ που κάθε φορά προβάλλονταν:
Σώματα γυμνά, ηδονικά, αμαρτωλά συμπλέγματα. Στήθη, μηροί, οπίσθια. Βεβαίως τότε ακόμα με μαύρες ταινίες στα επίμαχα σημεία. Και εύγλωττους τίτλους:
«Διακοπές στις Άλπεις»: Τροφαντές Γερμανίδες με παραδοσιακές φορεσιές, με ελεύθερα τα ροδαλά τους στήθη, πρόσφεραν μπύρα και τα κάλλη τους σε γεροδεμένους Τεύτονες που γεύονταν ήδη τα σαρκώδη φρούτα. Το σκηνικό ήταν πάντα τα βουνά. Πελώρια, βραχώδη με εντελβάις ή με δάση καλυμμένα.
«Όχι βουνά, Ηλία, αποκλείεται!»
Στα «Απαγορευμένα φρούτα της θάλασσας» άλλαζε το σκηνικό. Υπέροχα θαλασσινά τοπία φιλοξενούσανε είτε μελαχρινές, μακρομαλλούσσες καλλονές με ασπρουλιάρηδες τουρίστες, με πέδιλα και κάλτσες, είτε και το αντίστροφο όπως στο «Αμαρτωλό FKK»: Ξανθιές βορειοευρωπαίες και μαυρισμένοι μεσογειακοί εραστές να σχηματίζουνε ατέλειωτα γυμνά συμπλέγματα.
Βορράς-Νότος, βουνά-θάλασσες, άνδρες-γυναίκες.
«Κυρία, κυρία! Βουνό ή θάλασσα!» 
«Δεν ξέρω, Ηλία! Δεν είναι αυτά για μένα!»
Το ξύπνημα της άνοιξης [Das Frühlingserwachen] είχε συντελεστεί για τον Ηλία σε μια στοά ενός πορνοσινεμά. Διασχίζοντας καθημερινά την αμαρτωλή δίοδο, με τη γιαγιά να του πιέζει το κεφάλι προς τα κάτω για να μην κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, είχε αποκτήσει μια κεφαλοκορφή πατικωμένη κι έναν στραβό λαιμό. Γιατί ο Ηλίας είχε εντοπίσει μία ορισμένη θέση του λυγισμένου του λαιμού που του επέτρεπε, γυρνώντας εντελώς πλάγια τα μάτια του, παρόλα αυτά να βλέπει! Η στρεβλή αυτή οπτική γωνία τού είχε επιπλέον εδραιώσει την πεποίθηση, πως οι γυναίκες ήταν, είτε άγιες, αγνές δυνάστισσες σαν τη γιαγιά, είτε «ξετσίπωτες και κολασμένες». Στις τελευταίες φυσικά η γιαγιά κατέτασσε επίσης και την εξαφανισμένη μάνα του. Την δασκάλα του δεν μπορούσε να την κατατάξει ακόμα ο Ηλίας. Γι’ αυτό κι οι ερωτήσεις… Τον μπέρδευαν οι απαντήσεις της, μα επέμενε.

Τώρα μπροστά της έβλεπε ξανά το μυημένο βλέμμα του αγοριού, μα και τις φωτεινές βιτρίνες της στοάς. Φαντάζονταν τα σώματα σε δράση. Να ζωντανεύουν. Να πάλλονται από αληθινή ηδονή. Να φτάνουν σε οργασμικά ουράνια. Να δίνουν και να παίρνουν ηδονή.
Και η ίδια ήθελε να νιώσει θηλυκό το σώμα της, να ερεθίσει και να ερεθιστεί. Δύσκολο όμως. Βλέπεις, ο ορθολογισμός, η εμπειριοκρατία, η ιδεολογία εντέλει, ήταν εμπόδια. Ήταν και θέματα αισθητικής. Ήταν κι εκείνες οι ηθικές αρχές, παρόλο που περήφανη θεωρούσε πως μελετώντας Ένγκελς, Μαρξ, μα και τις θρυλικές Αρχές του Διαλεκτικού Υλισμού είχε επιτέλους ξεπεράσει εκείνα τα κατάλοιπα του κατηχητικού. Ντρεπόταν να του εξηγήσει πώς θα ήθελε να χειριστεί το σώμα της. Εκείνος την καθοδηγούσε για τον ίδιο. Εκείνη για τον εαυτό της, ούτε λέξη.
Άρχισε να του διηγείται την ιστορία του Ηλία. Γελούσανε μαζί.
«Εγώ βουνό, εσύ θάλασσα!» της έλεγε στο αυτί. Η ανάσα του την ανατρίχιαζε.
«Πάμε να κολυμπήσουμε!»
«Τώρα; Νύχτα;»
«Ναι! Γυμνοί.»
Στην Κασταλία είχε τολμήσει να αναρωτηθεί πώς θα ‘ταν να λουστεί, να εξαγνιστεί μέσα στα μαγικά νερά της, να γεννηθεί ξανά γυναίκα, να χάσει τον έλεγχο μυαλού και σώματος ― έστω και υποβοηθούμενη από τις υποτιθέμενες παραισθησιογόνες αναθυμιάσεις του βουνού και επιτέλους να παραδοθεί στην έκσταση.
«Τίνος; Ηλία, τίνος έκσταση; Πες! Της θάλασσας ή του βουνού;»
Στην έκσταση ενός έρωτα ολοκληρωτικού, άγνωστου έως τώρα.

Μες στο νερό ένιωσε πρώτα τα δάχτυλά του να την ανιχνεύουν, μετά τον ίδιο εντός της. Εκμηδενίστηκαν άπασες οι εγκεφαλικές της οχυρώσεις. Αφέθηκε. Διαλύθηκε. Έγινε θάλασσα. Χώρεσε όλα τα βουνά του κόσμου.
«Θάλασσα, Ηλία, θάλασσα!»

Υ.Γ. 1
Αυτή ήταν η μοναδική φορά. Η θάλασσα δεν ήταν ποτέ άλλοτε διαθέσιμη.

Υ.Γ. 2
Σε φίλους την κατηγορούσε αφού χώρισαν, πως για χατίρι της ξόδεψε τόσα λεφτά για να την πάει διακοπές. Άσε που ―λέει― τον παρέσυρε στον διαλεκτικό υλισμό και κατ’ επέκταση στον μαρξισμό.
Το πρώτο, αυτό με τα λεφτά, τού το συγχώρεσε, το δεύτερο ποτέ.



Για τον Γιώργο!
Αύγουστος 2014

* Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1951. 
Ιστορικός της τέχνης, 
καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας, 
μεταφράστρια. 
Γράφει ποίηση και πεζογραφία.
Η πρώτη της συλλογή
διηγημάτων είναι υπό έκδοση
στις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.