8.7.08

ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (Αλόν Χίλου)

Αλόν Χίλου
Ο θάνατος του μοναχού
Μετάφραση από τα εβραϊκά: Χρυσούλα Κ. Παπαδοπούλου
Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο 2007, 389 σελ.



Τον Φεβρουάριο του 1840, στην υπό οθωμανική κατοχή Δαμασκό, ξέσπασε μεγάλος διωγμός των Εβραίων όταν οι Χριστιανοί τους κατηγόρησαν ―αβάσιμα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων― ότι δολοφόνησαν για τελετουργικούς λόγους έναν μοναχό του Τάγματος των Καπουτσίνων και τον Έλληνα υπηρέτη του.
Γεννημένος το 1972 στη Γιάφα του Ισραήλ, ο Αλόν Χίλου, στο πρώτο του αυτό μυθιστόρημα χρησιμοποιεί ως βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως έχουν καταγραφεί σε μαρτυρίες της εποχής αλλά και σε μεταγενέστερες σχετικές ιστορικές έρευνες, ωστόσο αφηγείται την Υπόθεση της Δαμασκού από μια εκκεντρική σκοπιά: Ο Ατσλάν Φάρχι, ένας νεαρός, μαλθακός, Εβραίος, γόνος διακεκριμένης οικογένειας εμπόρων της πόλης, νιόπαντρος ήδη στα δεκάξι του χρόνια μήπως και έτσι ανδρωθεί, ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του στην αγκαλιά ενός κουρέα, στη φτωχική πλευρά της πόλης, και αρχίζει να συνειδητοποιεί την ισόβιά του καταδίκη σε μια απαγορευμένη από τη θρησκεία του και διωκώμενη από τον νόμο ερωτική έκφραση.

Στην αφήγηση του Χίλου, ο θάνατος του ηλικιωμένου μοναχού, που προκάλεσε την οργή των Χριστιανών κατά των Εβραίων, συνέβη στη διάρκεια της ερωτικής του συνεύρεσης με τον Ατσλάν· ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την αποκάλυψη της ερωτικής του ιδιαιτερότητας, τη συνακόλουθη διαπόμπευση και αποβολή από την εβραϊκή κοινότητα αλλά και την τιμωρία του από το δικαστήριο, διαμέλισε το πτώμα και εξαφάνισε τα μέλη του. Και σαν να μην έφτανε μόνον αυτό, όταν από αφέλεια ενεπλάκη στην υπόθεση, κατηγόρησε ενώπιον των Αρχών τον πατέρα του και άλλους επιφανείς Εβραίους ότι αυτοί, όντως, δολοφόνησαν τον πατέρα Τομάσο. Καθοριστικό ρόλο στην ψευδή καταγγελία του Ατσλάν έπαιξε ένας γοητευτικός ανακριτής, στο πρόσωπο του οποίου ο νεαρός Εβραίος αναγνώρισε την, εξωτικής ομορφιάς, “χορεύτρια” που τον είχε σαγηνεύσει πρίν λίγες ημέρες σε ένα καπηλειό.
Η καταγγελία του Αρτσλάν επιβεβαίωσε τις φήμες που κυκλοφορούσαν μεταξύ των Χριστιανών και προκάλεσε βιαιοπραγίες κατά των Εβραίων και λεηλασίες των περιουσιών τους, που πέρασαν στην ιστορία ως Υπόθεση της Δαμασκού.
Το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας που εισάγει ο Χίλου (και για το οποίο δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε καν μια απλή ιστορική ένδειξη) δίνει στο μυθιστόρημα διαχρονικό χαρακτήρα, καθώς ο νεαρός Εβραίος, ακριβώς όπως εκατομμύρια έφηβοι ανά τους αιώνες, αγωνίζεται να ανακαλύψει πρώτα, να αποδεχτεί έπειτα, να γευτεί τέλος την ερωτική του ιδιαιτερότητα. Η σύγχυσή του ―που αρκετές φορές εξελίσσεται σε φόβο― είναι έντονη, κάποτε γίνεται και μελοδραματική, αλλά αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να δικαιωθούν οι ακραίες ενέργειές του, δηλαδή οι βαριές κατηγορίες εναντίον του πατέρα του και του πεθερού του. Ο Ατσλάν ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εμφανίζεται ως πάσχων πρόσωπο, που πρώτα κατατρύχεται από αμφιβολίες για την ερωτική του υπόσταση και λίγο αργότερα γνωρίζει τις χαρές του έρωτα έμπλεως τρόμου για όσα δεινά τον περιμένουν αν/όταν αποκαλυφθεί η ερωτική του απόκλιση.
Την εξιστόρηση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Ατσλάν, ο οποίος όμως ―κι αυτό είναι αξιοσημείωτο― στις πιο δυσάρεστες για κείνον στιγμές επιλέγει να μιλήσει για τις πράξεις και τις παραλείψεις του σε τρίτο πρόσωπο, λες και του είναι ευκολότερο να αναφερθεί σ’ αυτές σαν να είναι ενέργειες κάποιου άλλου!



Το μεγάλο προσόν του βιβλίου είναι το στυλ του. Ο Χίλου χρησιμοποιεί μια πολυποίκιλτη, συχνά ποιητική γλώσσα, που παραπέμπει σε καθαρά ανατολίτικες, λυρικές, αφηγήσεις. Σχεδόν κάθε ουσιαστικό συνοδεύεται από κάποιο επίθετο, οι χρόνοι εναλλάσονται με άτακτη κανονικότητα, μερικές φορές και μέσα στην ίδια πρόταση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαινεθεί η εξαιρετική μεταφραστική εργασία της Χρυσούλας Κ. Παπαδοπούλου.
Πρόκειται για βιβλίο ασυνήθιστο, που ρίχνει ένα ιδιάζον, αν και αυθαίρετο, φως σε ένα συναρπαστικό επεισόδιο της ιστορίας αλλά και σε έναν τρόπο ζωής στη Μέση Ανατολή που έχει εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί από το πρόσωπο της γης· παράλληλα, είναι βιβλίο διασκεδαστικό (με τον τρόπο του), με κοφτερό χιούμορ, αλλά και πειστικό, καθώς ο συγγραφέας αξιοποιεί προς την κατεύθυνση που επέλεξε το πλούσιο σχετικό πραγματολογικό υλικό.
Ακόμη κι έτσι πάντως, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι Ο θάνατος του μοναχού τιμήθηκε με το Προεδρικό Βραβείο του Ισραήλ (2006). Δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς πως, στα καθ’ ημάς, υπήρξε βουλευτής (αργότερα διετέλεσε Υφυπουργός Πολιτισμού, προφανώς λόγω των “ανοιχτών” του πνευματικών οριζόντων) ο οποίος κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή επειδή βραβεύτηκε με κρατικό βραβείο πεζογραφίας το “πορνογραφικό”, κατά τη γνώμη του, Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές της Έρσης Σωτηροπούλου!

Γιώργος Κορδομενίδης

6.6.08

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΟΥΝΤ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Σελίδες από τη βιογραφία του Πάουντ,
ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία,
ζωγραφική και φωτογραφικό ένθετο




Ο Πάουντ είναι δεκαπέντε χρονών όταν αποφασίζει ότι θα γίνει ποιητής κι αρχίζει να εκπαιδεύεται αναλόγως. Η άποψή του είναι (όπως θα γράψει δώδεκα χρόνια αργότερα στο άρθρο του, «Πώς Ξεκίνησα») ότι το ορμέμφυτο, όπως το ονομάζει, είναι από τους θεούς ― η τεχνική όμως εναπόκειται στην απόλυτη ευθύνη του ανθρώπου⋅ κι έτσι αποφασίζει ότι μέχρι τα τριάντα πρέπει να γνωρίζει για την ποίηση περισσότερα από κάθε άλλον επί της γης: να διακρίνει το «δυναμικό περιεχόμενο» από το «κέλυφος», τι θεωρούν ποίηση παγκοσμίως, ποιο μέρος της είναι ακατάλυτο και δεν χάνεται στη μετάφραση, και ποιο άλλο είναι εφικτό μονάχα σε μία γλώσσα κι αμετάφραστο σε οποιαδήποτε άλλη. «Σ’ αυτήν την έρευνα έμαθα λίγο-πολύ εννέα ξένες γλώσσες, διάβασα έργα της Ανατολής σε μετάφραση, αγωνίσθηκα εναντίον των πανεπιστημιακών κανονισμών και των καθηγητών που επιχειρούσαν να με κάνουν να μάθω οτιδήποτε άλλο, και οι οποίοι με ενοχλούσαν με απαιτήσεις για βαθμούς.»
Μ᾽αυτά τα λόγια σκιαγραφεί την είσοδο του Πάουντ στα γράμματα ο Νόελ Στοκ στην υπό έκδοση και στα ελληνικά (μετάφραση Εριφύλης Μαρωνίτη) της βιογραφίας «Η ζωή του Έζρα Πάουντ», αποσπάσματα από την οποία προδημοσιεύονται στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (Νο 80) που μόλις κυκλοφόρησε. Στα θραύσματα της βιογραφίας που προδημοσιεύονται, ο Στοκ αναφέρεται στη συγκρότηση του λογοτεχνικού προφίλ του μεγάλου ποιητή του 20ού αιώνα, στην ηγετική του θέση στο κίνημα των Εικονιστών και στη σχέση του με τέσσερις άλλες, σύγχρονές του, μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Γέητς, τον Τζόις, τον Έλιοτ και τον Χεμινγουέι.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ Στο ίδιο τεύχος, πρωτοδημοσιεύονται: ποίηση των Θανάση Χατζόπουλου, Διονύση Καρατζά, Θανάση Ε. Μαρκόπουλου, Κούλας Αδαλόγλου, Στάθη Κουτσούνη, Σωτήρη Σαράκη, Γιώργου Γεωργούση, Νίκου Σπανού, Πετούνιας Εξακουστού, Χλόης Κουτσουμπέλη, Έλσας Κορνέτη, Γιουσέφ Αντάντ (μετάφραση Μερόπης Μορφούλη)· και πεζογραφία των Νίκου Δαββέτα, Κοσμά Χαρπαντίδη, Θοδωρή Γκόνη, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη (απόσπασμα από τον θεατρικό μονόλογο «Λα πουπέ», που παρουσιάζει η Άννα Κοκκίνου στο θέατρο «Σφενδόνη» της Αθήνας), Κώστα Κατσουλάρη, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Κώστα Καβανόζη, Αντώνη Γεωργίου, και Γιασουνάρι Καουαμπάτα (μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (μετάφραση Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη), για το προσωπικό του διά βίου ‘ταξίδι’ στην ‘καρδιά’ της Κούβας. Όπως γράφει, «η Κούβα δεν είναι μόνο μία χώρα. Είναι πολλές χώρες, η μια πάνω στην άλλη. Η μια κρύβει την άλλη, σε στρώματα που αλληλεπικαλύπονται και προστατεύουν από ματιές επιπόλαιες και βιαστικές».
Τέλος, το κείμενο του Γιώργου Βέλτσου «Αποφώνηση» (η αντιφώνησή του στο Εγκώμιο του Γάλλου Πρέσβη στην Ελλάδα, κατά την αναγόρευσή του σε Ιππότη του Τάγματος των Φοινίκων), είναι, μεταξύ άλλων, ένα σύντομο όσο και καίριο δοκίμιο περί φιλίας, ‘ακαδημαϊκής’ ιδιότητας και μονομανιών.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Λίνα Πανταλέων, Δημήτρης Κόκορης, Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης, Φίλιππος Φιλίππου, Έλενα Ψαραλίδου, Βασιλική Φυτώκα και Γιώργος Κορδομενίδης γράφουν για βιβλία των Γιώργου Βαρθαλίτη, Μαρίας Λαϊνά, Βασίλη Αμανατίδη, Μαίρης Μικέ, Γκύντερ Γκρας, Ορλάντο Φίτζες και Βίκτωρ Γεροφέγεφ, Κώστα Βούλγαρη, Μαρίας Μαρκουλή, Ντορίνας Παπαλιού, Ηλία Κεφάλα, Φοίβου Πιομπίνου και Γιαν Χένρικ Σβαν· τέλος, ο Στέλιος Κούκος γράφει για την ποίηση του Θανάση Γεωργιάδη, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος νεκρολογεί τον Ισπανό ποιητή Άνχελ Γκονθάλεθ (1925-2008), που έγραψε τα περίφημα ‘αντιποιήματα’, ποιήματα αιρετικά, ασεβή, φτιαγμένα από καθημερινές, σχεδόν αντιποιητικές λέξεις· ο Γαβρήλος Κοντομανίκης γράφει για τον ‘Πάπα’ του Νέου Μυθιστορήματος, Αλαίν Ρομπ-Γκριγιέ (1922-2008), ο Κώστας Δεσποινιάδης για τον ποιητή και πεζογράφο Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008) και ο διευθυντής του «Εντευκτηρίου» για τον ταλαντούχο μουσικό (και αφανή εθελοντή στο «Underground Εντευκτήριο») Δημήτρη Πλαζομίτη (1959-2008). Τέλος, ο Στέργιος Δελιαλής γράφει για τον φημισμένο designer Έττορε Σότσας (1917-2008), που μεταξύ άλλων σχεδίασε τη γραφομηχανή Valentine.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμούν έργα δύο ταλαντούχων νέων εικαστικών δημιουργών, της Ράνιας Εμμανουηλίδου (γεν. 1979) και του Άλκη Μπούτλη (γεν. 1978).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΠΑΡΙ ΦΕΛΝΤΜΑΝ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζεται το πορτφόλιο του Μπάρι Φέλντμαν «Δεκατρείς φωτογραφίες». Γράφει ο ίδιος: «Δεκατρείς φωτογραφίες, με πρόσωπα. Το να επιμελείται κανείς τη δουλειά του, με σκοπό να την παρουσιάσει στο κοινό, είναι μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα από το να τραβάει τις φωτογραφίες. Πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από την απλή ποιότητα κάθε μεμονωμένης εικόνας που τελικά δένει τις επιλεγμένες φωτογραφίες σε ένα σύνολο μεστό νοημάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για την παρουσία της ανθρώπινης μορφής σε εντελώς ανόμοιες εκφάνσεις.
Ωστόσο, ελπίζω κάθε φωτογραφία να αποτελεί ένα ανεξάρτητο θέμα και η δομή της κάθε μιας να αρκεί για να συντηρήσει τη μαγική αυτή στιγμή της παρατεταμένης σκέψης και απόλαυσης.»


Γραφείτε σήμερα συνδρομητές στο «Εντευκτήριο» ή/και (αν εσείς είστε ήδη συνδρομητής) χαρίστε συνδρομές σε αγαπημένα σας πρόσωπα

Τα τέσσερα τεύχη ενός χρόνου κοστίζουν τουλάχιστον 40 ευρώ – Ωως συνδρομητές, τα έχετε κάθε τρεις μήνες στο σπίτι σας μόνο με 28 ευρώ ετησίως. Επίσης, μπορείτε να έχετε σημαντικές εκπτώσεις στα βιβλία και τα cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.

3.5.08

Σύγκλιση Αλεξάνδρειας και Λευκωσίας

Underground Εντευκτήριο
Δευτέρα 12 Μαϊου 2008, ώρα 9 μ.μ.



Ο Κύπριος ηθοποιός και ποιητής Κυριάκος Ευθυμίου
διαβάζει ποιήματα του Καβάφη και δικά του



Μια ιδιόρρυθμη, δίπτυχη εκδήλωση οργανώνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» στον χώρο του (Underground Εντευκτήριο, Δεσπεραί 9, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως) τη Δευτέρα 12 Μαΐου 2008, ώρα 9 το βράδυ: Ο Κύπριος ηθοποιός και ποιητής Κυριάκος Ευθυμίου θα παρουσιάσει τον ψηφιακό δίσκο «Κ. Π. Καβάφης. Ποιήματα», σε δική του επιμέλεια και ανάγνωση. Θα διαβάσει ποιήματα του Καβάφη (από τον θάνατο του οποίου μόλις συμπληρώθηκαν 75 χρόνια) και δικά του.



Ο Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης στην Αθήνα. Εργάστηκε ως ηθοποιός σε ελεύθερα σχήματα, κυρίως όμως συνεργάστηκε με τον [κρατικό] Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Δούλεψε με καταξιωμένους σκηνοθέτες: Νίκο Χαραλάμπους, Εύη Γαβριηλίδη, Αντρέα Πάντζη, Alexander Stillmark και πολλούς άλλους. Ερμήνευσε σημαντικούς ρόλους σε έργα των Μπέκετ, Φούγκαρτ, Μάμετ, Σέπαρντ και άλλων σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων, καθώς και ρόλους σε έργα του ελληνικού δραματολογίου: Αναγνωστάκη, Καμπανέλλη, Σκούρτη κ.ά. Έλαβε μέρος σε παραστάσεις αρχαίου δράματος με το κρατικό θέατρο της Κύπρου στην Επίδαυρο, σε πολλά φεστιβάλ στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό.
Έγραψε ποίηση (ποιήματά του δημοσιεύτηκαν και στο «Εντευκτήριο»), σενάρια και θέατρο.
Το θεατρικό του έργο «Έγινε κι αυτός ο πόλεμος» πήρε το πρώτο κρατικό βραβείο. Ανέβηκε από τον ΘΟΚ, το Θέατρο Τέχνης του Λονδίνου και από θίασο ομογενών στη Μελβούρνη, μεταφέρθηκε στην τηλεόραση και παρουσιάστηκε από το πρόγραμμα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (ΡΙΚ).
Πρόσφατα ολοκλήρωσε το θεατρικό «Οι μέρες που έρχονται δεν υπάρχουν», που ήδη μεταφράστηκε στα ισπανικά και τα αγγλικά. Έγραψε το σενάριο για τα 82 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς «Γραφείο Ταξί», στην οποία και πρωταγωνιστούσε. Ακόμη, έγραψε το σενάριο «I Wish it could rain», Cine Contact - Μόντρεαλ, Καναδάς.
Εργάστηκε ως παραγωγός προγραμμάτων στον πρώτο ιδιωτικό σταθμό της Κύπρου, το Ράδιο Σούπερ. Παρουσίασε πολλά αφιερώματα σε Έλληνες ποιητές και καλλιτέχνες (Σεφέρης, Καβάφης, Ελύτης, Γκάτσος, Κούν, Τσαρούχης, Λαμπέτη, Καραΐνδρου).
Μετά από ένα οδοιπορικό στην Κάτω Ιταλία, έκανε δέκα σαραντάλεπτες εκπομπές αφιερωμένες στην παράδοση των Ελληνόφωνων κατοίκων της περιοχής. Ακόμη, πολλές εκπομπές με Κύπριους μετανάστες στη Μ. Βρεττανία και τον Καναδά, καθώς και πλήθος συνεντεύξεων με καλλιτέχνες, πνευματικούς ανθρώπους αλλά και πρόσωπα του πολιτικού χώρου.



Το 2005 εξέδωσε τον ψηφιακό δίσκο «Κ. Π. Καβάφης: Ποιήματα», με 50 ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή, σε δική του επιμέλεια και ανάγνωση. Ο δίσκος παρουσιάστηκε στη Λευκωσία, στη Στοκχόλμη, στο Εθνολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης και στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Επίκεινται παρουσιάσεις του στο Λονδίνο αλλά και στη Βοστώνη.
Αυτή την περίοδο, με επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού, ο Κυριάκος Ευθυμίου εργάζεται για την παραγωγή 3 ψηφιακών δίσκων με ποίηση των Κύπριων ποιητών Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Παντελή Μηχανικού και Θεοδόση Νικολάου.

Το ταξίδι του Κυριάκου Ευθυμίου στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιείται με την υποστήριξη του κυπριακού Υπουργείου Πολιτισμού.

Χορηγός-ευεργέτης του Underground Εντευκτήριο για το 2008: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

9.4.08

Δημήτρης Πλαζομίτης (29.11.1959-5.3.2008)




Αθόρυβη παρουσία, ηχηρή απουσία


Μνημονεύοντας, στο γιορταστικό τεύχος της 20ετίας του Εντευκτηρίου (Νο 78), το όνομα του Δημήτρη Πλαζομίτη μεταξύ των φίλων που συνέδραμαν, χειρωνακτικά και συντροφικά, στη διανομή των τευχών του περιοδικού, δεν υποπτευόμουν πως τόσο σύντομα θα ήμουν υποχρεωμένος σ’ αυτόν τον οριστικό αποχωρισμό. Γιατί η ψυχή του «γελαστού παιδιού», που κέρδιζε τους πάντες με την πηγαία καλοσύνη του και με τη γενναιοδωρία των αισθημάτων του, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σώμα που τα τελευταία τρία χρόνια ταλαιπωρήθηκε ανελέητα από τον καρκίνο. Τα πλούσια ψυχικά του χαρίσματα, σε συνδυασμό με μια έμφυτη σεμνότητα και τη διάθεση για ανιδιοτελή προσφορά, τον είχαν καταστήσει μοναδικό και αξιόπιστο φίλο, και έμπιστο συνεργάτη. Γιατί, εκτός από τη σπάνια φιλία του που είχα το προνόμιο να γευτώ (και που επιβεβαιώθηκε πολλές φορές και ποικιλοτρόπως, προς όφελός μου και του Εντευκτηρίου συνήθως ― τα τελευταία χρόνια μάλιστα από κοινού με τη σύζυγό του, δικηγόρο Λένα Μαυρογένους), ευτύχησα να συνεργαστώ μαζί του και επαγγελματικά, στο πλαίσιο της κοινής μας βιοποριστικής απασχόλησης.
Τα εργο-βιογραφικά στοιχεία που ακολουθούν, απλώς συμπληρώνουν το πορτραίτο ενός ιδιαίτερα δημιουργικού όσο και χαμηλόφωνου ανθρώπου και σκιαγραφούν το σύντομο πέρασμά του από τον κόσμο μας, έναν κόσμο που για όσους αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε τον Δημήτρη είναι τώρα αισθητά φτωχότερος.
Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, μέχρι την πρόωρη αποχώρησή του για λόγους υγείας, το 2005. Διδάχτηκε θεωρία και βυζαντινή μουσική από τους πρωτοψάλτες Δ. Σουρλαντζή, Ν. Παπαλεξίου και Θρ. Παπανικολάου. Ήταν δραστήριο μέλος της Χορωδίας του Ακαδημαϊκού Μουσικού Συνδέσμου Θεσσαλονικέων.
Από τον Νοέμβριο του 1994 ως τον Ιανουάριο του 1997 διετέλεσε διευθυντής διοικητικού του τηλεοπτικού σταθμού της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης.
Το 1981 άρχισε να συνθέτει μουσική σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έγραψε μουσική για πολλά ντοκυμανταίρ (με θέμα την Κερκίνη, την ιστορία, τη φύση και τον πολιτισμό της Μακεδονίας και της Θράκης, το σπήλαιο των Πετραλώνων, τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης), που προβλήθηκαν από την ΕΤ3, τη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης ΤV 100 και τον τηλεοπτικό σταθμό της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης· επίσης, για τη σειρά της ΕΤ3 «Θεσσαλονίκη: Τόπος, Ιστορία», για εκθέσεις, εικαστικά δρώμενα, θεατρικές παραστάσεις και πολυθεάματα. Ακόμη, συνεργάστηκε με τους συνθέτες Πέτρο Θεοδώρου στο Musica Praktika και Γιώργο Χριστιανάκη στα έργα του Φάροι και Τέμπλο.
Κυκλοφορούν, συνολικά, 13 δίσκοι με μουσική του. Ο τελευταίος, με τον (προφητικό;) τίτλο Χαίρε.

Γιωργος Κορδομενιδης

(προδημοσίευση από το τεύχος 80 του περιοδικού Εντευκτήριο, που κυκλοφορεί στις 23.4.2008)

24.3.08

ΑΣΠΡΟ ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΜΕΛΙ

Ο Άκης Δήμου και η Πέμη Ζούνη πρωτοσυναντήθηκαν το 2002, όταν εκείνη έπαιξε την ηρωίδα του μονολόγου του «Αιώνες μακριά απ' την Αλάσκα», σκηνοθετημένη από τον Σταμάτη Φασουλή, στο πλαίσιο των μονολόγων της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας· η παράσταση, αναθεωρημένη, περιόδευσε πρόπερσι σε πολλές ελληνικές πόλεις. Το 2004 βρεθήκαν ξανά, με αφορμή τη «Μαργαρίτα Γκωτιέ», που ο Δήμου έγραψε ειδικά για τη Ζούνη, μεταγράφοντας για το θέατρο το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά.

Το βράδυ της 31ης Μαρτίου 2008, ώρα 9, στο «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη, περιοχή Δεθ), θα προσπαθήσουν να ανιχνεύσουν τον χώρο όπου συναντιούνται το θέατρο με τη ζωή.
Με αφορμή το άπαιχτο θεατρικό έργο του Δήμου «Άσπρο ψωμί και μέλι», που φέρνει στη σκηνή δυο αγαπημένα, εμβληματικά φαντάσματα του θεάτρου, τον Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ και την ηρωίδα του «Βυσσινόκηπου» Αγάπη Αντρέεβνα Ρανιέφσκαγια, θα διασταυρώσουν λόγια και βλέμματα, διαδίδοντας όσα μυστικά αντέχουν. Δεν ξέρουν αν θα τα καταφέρουν. Αλλά ακόμη κι αν αποτύχουν, η αποτυχία τους θα είναι... σε κοινή θέα.

Την εκδήλωση οργανώνει το περιοδικό «Εντευκτήριο», σε συνεργασία με το Α Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

15.3.08

Ποιήματα που αγαπάμε

Αυτοσχέδιες αναγνώσεις και μελοποιημένη ποίηση
στην καθιερωμένη ετήσια εκδήλωση που οργανώνει
το περιοδικό «Εντευκτήριο», σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και το
Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης



«Ελάτε να διαβάσετε το ποίημα που αγαπάτε. Όχι πλέον μόνο θεατές, αλλά
συμμέτοχοι!» Με αυτό το σύνθημα, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, το περιοδικό
«Εντευκτήριο» και το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης καλούν
τους φίλους της ποίησης, είτε γράφουν οι ίδιοι είτε όχι, να διαβάσουν το
ποίημα που αγαπούν, δικό τους ή ξένο, ελληνικό ή μεταφρασμένο. Η συμμετοχή
κάθε ενδιαφερόμενου είναι όχι μόνο ελεύθερη αλλά και καλοδεχούμενη, με σκοπό
να προκύψει μια ελεύθερη και αυτοσχέδια αναγνωστική σκυταλοδρομία με κάθε
λογής και προέλευσης ποιητικές φωνές αλλά και αναγνωστικές προσεγγίσεις.
Όσοι δεν προσέλθουν στη βραδιά με προεπιλεγμένα ποιήματα, θα μπορούν να
διαλέξουν επιτόπου ένα από τα ποιήματα που έχουν ανθολογήσει συνεργάτες του
«Εντευκτηρίου».
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21 Μαρτίου 2008,
ώρα 9 μ.μ., στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη.
Μελοποιημένη ποίηση θα παρουσιάσουν η Ελληνίδα τραγουδίστρια Μαρία Ζότελε,
που ζει μονίμως στη Στοκχόλμη, και οι μουσικοί Κωνσταντίνος Μπιζόπουλος
(κιθάρα) και Ρόμπερτ Φελς (Σουηδός που ζει στη Θεσσαλονίκη, μπουζούκι).
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

14.2.08

Μη χάσετε το νέο «Εντευκτήριο»

Η Ρουάντα των βιασμών και του AIDS, ξένη
και ελληνική ποίηση και πεζογραφία,
σχέδια του Πικάσο στο νέο «Εντευκτήριο»



Δύο άγνωστα ποιήματα του Σκωτσέζου Χιου ΜακΝτιάρμιντ (1892-1978) που αναφέρονται στη Θεσσαλονίκη μεταφράζει ο Σάκης Σερέφας στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (Νο 79, Δεκέμβριος 2007) που μόλις κυκλοφόρησε. Εμπνευσμένα από το διάστημα που ο ΜακΝτιάρμιντ υπηρέτησε (και) στη Θεσσαλονίκη ως λοχίας του βρετανικού Royal Army Medical Corps (1915-1919), τα ποιήματα μιλούν για τη σαγηνευτική εξ αποστάσεως όψη της Θεσσαλονίκης σε αντίθεση με τη θανατερή πραγματικότητα του πολέμου, τη σύφιλη, τη δυσεντερία και την ελονοσία που μάστιζαν τους ξένους στρατιώτες. Τα ποιήματα συνοδεύονται από χρήσιμα ερμηνευτικά-πραγματολογικά σχόλια και εκτενές βιογραφικό του ποιητή.

Στο ίδιο τεύχος, ο Θωμάς Κοροβίνης μεταφράζει δώδεκα ποιήματα του αυλικού ποιητή της οθωμανικής αυτοκρατορίας Νεντίμ (1680-1730), πού ήταν ο σημαντικότερος δημιουργός της λεγόμενης «εποχής της τουλίπας ή των λαλέδων» (1718-1730), όταν το σαράι και η άρχουσα τάξη της εποχής ζούσαν αμέριμνα μέσα σε διαρκή κραιπάλη και ερωτικά όργια. Τα ποιήματα του Νεντίμ υμνούν τις απολαύσεις της ζωής αλλά και τις φυσικές ομορφιές της Κωνσταντινούπολης.
Να δύο ποιήματα του Νεντίμ, στη μετάφραση του Θωμά Κοροβίνη:

TO TPAΓOYΔI THΣ ΣTAMΠOYΛ
[απόσπασμα]

Μια πέτρα της Σταμπούλ, της ασύγκριτης και ανεκτίμητης πόλης, αξίζει όσο ολόκληρη η Περσία.
Αυτό το τέλειο κόσμημα ανάμεσα σε δυο θάλασσες είναι άξιο να συγκριθεί μονάχα με τον ήλιο που φωτίζει αυτόν τον κόσμο.
Άραγε ο Παράδεισος είναι πιο ψηλά ή πιο χαμηλά από δω;
Στ’ αλήθεια ο παράδεισος είναι εδώ. Τι νερό και τι αγέρας είναι αυτός;
Κάθε κήπος της είναι μια πανδαισία ομορφιάς, κάθε γωνιά της μια σπατάλη ευτυχίας και τέρψης.
Είναι αμαρτία να την συγκρίνεις με τον κόσμο. Κι είναι λάθος να παρομοιάζεις τον παράδεισο με τους τριανταφυλλώνες της.
Εδώ ο καθένας χορταίνει τους λογής πόθους του.
Γι’ αυτό οι τεκέδες της1 είναι για όλους καταφύγιο.
Στις αγορές της πουλιέται το «ύφασμα της γνώσης».
Είναι πηγή των σοφών και παζάρι κάθε τέχνης.
Κάθε τζαμί της είναι ιερό σαν το όρος που φανερώθηκε ο Θεός.
Και το ιερό του βήμα μοιάζει με φρύδι αγγέλου.


[ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ]

Με τις παλιές αγάπες ας τα ξαναφτιάξουμε,
Έλα να το γιορτάσουμε οι δυό μας, φεγγαράκι,
Να σε ποτίσω με κρασί, να σε μεθύσω.

Με κομμάτιασαν τα χαντζάρια αυτά, τα φρύδια σου,
Μάτωσες, φεγγαράκι, την καρδιά μου,
Τα μάτια μου από έρωτα μεθύσαν

Έκλαψε για τον χωρισμό η φτωχή καρδιά,
θρήνησε για το φάντασμά σου. Τόσο,
το κέφι μου μια μέρα ας γινόταν.

Ποθεί η καρδιά το σμίξιμο μαζί σου.
Η πεθυμιά σου ύπνο δεν μου φέρνει,
Θυσία θα γίνω, φεγγαράκι μου, για σένα.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ / ΠΟΙΗΣΗ Εκλεκτές όμως είναι και οι σελίδες ελληνικής και ξένης πεζογραφία και ποίησης που συγκροτούν τον “κορμό” του τεύχους. Τα πεζά υπογράφουν οι: Στρατής Χαβιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σπύρος Καρυδάκης, Τατιάνα Αβέρωφ, Λεωνίδας Προυσαλίδης (θεατρικός μονόλογος), Γιώργος Βέλτσος, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ζακ Τουρνιέ (μετ. Φοίβου Πιομπίνου), ενώ τα ποιήματα οι: Δημήτρης Καλοκύρης, Αργύρης Χιόνης (δημοσιεύεται και άρθρο του Σταύρου Ζαφειρίου για το σύνολο του ποιητικού του έργου), Φρανσές Παρσερίσας (μετ. Μαρίας Λαϊνά), Π. Σωτηρίου, Θεόδωρος Ρακόπουλος, Σπύρος Κατσίμης, Γιώργος Θεοχάρης, Μαρία Καρδάτου, Αντώνης Ρίζος, Τσέζαρε Παβέζε (μετ. Ελένης Κοσμά), Τριστάν Κορμπιέρ (μετ. Στέργιου Μήτα), Γιώργος Αλισάνογλου, Νίκος Λευκαδίτης, Πετούνια Εξακουστού, Ιωσήφ ντε Τσάβες.


ΔΟΚΙΜΑ ΓΙΑ ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ, ΦΙΛΙΠ ΛΑΡΚΙΝ, ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα δοκίμια του τεύχους. Η Τζένη Μαστοράκη δημοσιεύει μια ανοιχτή επιστολή στον Μένη Κουμανταρέα, μέ αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Τα μηχανάκια· ο Διονύσης Καψάλης γράφει για τα επίσης 30χρονα από τη δημοσίευση ενός από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, του φημισμένου πλέον «Aubade» του Φίλιπ Λάρκιν (1922-1985)· και η Μαρία Φραγκούλη θυμίζει τη φλεγόμενη ερωτική ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου (1914-1987).

Η ΦΡΙΚΗ ΤΗΣ ΡΟΥΑΝΤΑ Αξίζει, τέλος, ιδιαίτερης προσοχής το συγκλονιστικό οδοιπορικό της πεζογράφου Σοφίας Νικολαΐδου στη Ρουάντα, μετά από πρόσκληση της βελγικής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

Στα κέντρα υγείας της αφρικανικής αυτής χώρας μπορεί να κάνει κανείς τον απολογισμό των μακροχρόνιων συνεπειών της γενοκτονίας που διαπράχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν δολοφονήθηκαν πάνω από 500.000 άνθρωποι (μερικοί διπλασιάζουν αυτόν τον αριθμό), βιάστηκαν 250.000 – 500.000 γυναίκες, κορίτσια, παιδιά και νήπια, ενώ το 69% των βιασμένων γυναικών προσβλήθηκε από τον ιό του AIDS.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βασίλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Μισέλ Φάις, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Γιάννης Κοντός, Παντελής Απέργης και Δήμητρα Μήττα γράφουν για βιβλία των Μιχάλη Γκανά, Αργύρη Χιόνη, Κυριάκου Συφιλτζόγλου και Αργύρη Παλούκα, Νίκης Χατζηδημητρίου, Κώστα Ακρίβου, Θανάση Θ. Νιάρχου, Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου και Γ. Μ. Σηφάκη. Ακόμη, γράφουν: η Βάνα Χαραλαμπίδου για τη σύγχρονη αιγυπτιακή πεζογραφία σε ελληνική μετάφραση, η 14χρονη Ιωάννα Μπαρτσίδη για το φαινόμενο Χάρι Πότερ (από εφηβική ματιά), ο Δημήτρης Κόκκορης για βιβλία των Δημήτρη Μίγγα, Θεόδωρου Γρηγοριάδη, Αλεξάνδρας Σαμουήλ και Κώστα Γιαννόπουλου, ο Βασίλης Τομανάς για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο Κώστας Θεολόγου για το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ· τέλος, στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε πρόσφατες εκδόσεις.

ΣΧΕΔΙΑ ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΟ Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν σχέδια του Πάμπλο Πικάσο, από τη φημισμένη Suite 347, που εκτίθεται μέχρι τις 16.4.2008 στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ· για τη σειρά αυτή σχεδίων του Πικάσο γράφει στο τεύχος ο Παναγιώτης Μπίκας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΡΙΚ ΕΜΟ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου (χορηγός της παραγωγής του η Vivartia ΑΕ), παρουσιάζεται το πορτφόλιο του Ερίκ Εμό «Σαραμπάντα», το οποίο σχολιάζει ο Γιοακίμ Μπουφλέ, παρατηρώντας μεταξύ άλλων: « Από εικόνα σε εικόνα, ο Ερίκ Εμό μάς παρασύρει σε ένα παιγνιώδες γαϊτανάκι που, αν το κοιτάξουμε προσεκτικότερα, μάλλον μοιάζει με μακάβριο χορό.
[...] Oρισμένες μορφές απεικόνισης κλείνουν ωστόσο το μάτι προς τη ζωή, τον πλούτο της, την ευθυμία της, κάποτε μάλιστα και τον αισθησιασμό της, όντας ισάριθμες σκωπτικές γκριμάτσες προς τον θάνατο. Πρισματικοί κατοπτρισμοί των αγωνιών ή των πόθων μας, παραμορφωτικά ―και όχι απαραιτήτως― κάτοπτρα, μας παραπέμπουν στον εαυτό μας και στον άλλον, σε μια συνένοχη κατάφαση στο μη λεκτόν.»


Γραφείτε σήμερα συνδρομητές στο «Εντευκτήριο» ή/και (αν εσείς είστε ήδη συνδρομητής) χαρίστε συνδρομές σε αγαπημένα σας πρόσωπα

Τα τέσσερα τεύχη ενός χρόνου κοστίζουν τουλάχιστον 40 ευρώ – Ως συνδρομητές, τα έχετε κάθε τρεις μήνες στο σπίτι σας μόνο με 28 ευρώ ετησίως. Επίσης, μπορείτε να έχετε σημαντικές εκπτώσεις στα βιβλία και τα cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.

27.1.08

ΗΛΙΟΣ ΣΤΗ ΣΚΩΤΙΑ

αναγνωστική σκυταλοδρομία
από τον ποιητή Μίμη Σουλιώτη
και την Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων


γράφει η ΕΛΕΝΗ ΧΟΝΤΟΛΙΔΟΥ


Στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 8.30μμ. ο Γιώργος Κορδομενίδης μας κάλεσε στο «Underground Εντευκτήριο» για μία ακόμη φορά. Σε συνεργασία με το Α΄ Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης, ο Μίμης Σουλιώτης διαβάζει ποιήματά του και υποβαστάζει η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων.
Παραπάνω από δύο λόγοι να παρευρεθώ: έχω εντάξει τις βραδιές αυτές στο πρόγραμμά μου όποτε μπορώ, είτε για να φωτογραφίσω, είτε για να κάνω support στο «βιβλιοπωλείο» του «Εντευκτηρίου», είτε και για τα δύο – και φυσικά για να παρακολουθήσω τα όσα διαδραματίζονται στον φιλόξενο αυτό χώρο που επιμένει χρόνια τώρα να μας χαρίζει σπάνιες, ενίοτε, στιγμές.


Τη φορά αυτή ο καλεσμένος είναι αγαπημένος δάσκαλος των εφηβικών μου χρόνων και νυν εκλεκτός συνάδελφος, συνδιοργανώνει το Α΄ Διαμέρισμα (έχω ψηφίσει την εκδήλωση αυτή σε αντίθεση με πάμπολλες άλλες που έρχονται για έγκριση στο Διαμέρισμα και καταψηφίζω χωρίς δεύτερη σκέψη) και, τέλος, θέλω να δω πώς υποβαστάζει αυτή η περίεργη Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων (δηλαδή: Πτολεμαΐδας) την ποίηση του Σουλιώτη, το «γεωγραφικό μήκος» του.
Ομότεχνοι, φίλοι, συνάδελφοι, το σταθερό κοινό του «Εντευκτηρίου» αλλά και καινούριοι θεατές-ακροατές, για μία ώρα περίπου, παρακολούθησαν (με διακριτική εξαιρετικής ποιότητας μουσική υπόκρουση) την ανάγνωση ποιημάτων του Σουλιώτη από τον ίδιο και από τους ερασιτέχνες –και ουχί φιλολόγους ή λογίους όπως μας πληροφόρησε μέλος της ομάδας στο τέλος της εκδήλωσης– που συναντιούνται κάθε Πέμπτη και διαβάζουν ποίηση!


Περίεργα πράγματα συμβαίνουν στην ελληνική επαρχία καμιά φορά. Κάτι ξέρει ο Σουλιώτης που επιμένει εκεί, στη μακρινή και ακριτική Φλώρινα, με τον τρόπο του χρόνια τώρα... Και τελικά, κλείνοντας τη βραδιά ο ποιητής: «ο Ηρακλής σημείωσε νίκη επί του ΠΑΟΚ»!
Μίμη Σουλιώτη, Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων και Γιώργο Κορδομενίδη, σας ευχαριστούμε για τη διαρκή παρουσία, την εντοπιότητα, την κατάθεση της περιουσίας.



24.1.08

Ο ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΣΤΟ UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

μαζί με την Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων

Ποιήματα από όλες τις συλλογές του ποιητή Μίμη Σουλιώτη θα αναγνώσει η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων και ο ποιητής, στη βραδιά που διοργανώνει προς τιμήν του το περιοδικό «Εντευκτήριο» στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη – περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως, τηλ. 2310 283.223) την Παρασκευή 25 Ιανουαρίου, ώρα 8.30 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Α΄ Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης
Παρουσιάζοντας την τελευταία συλλογή του Παλιές ηλικίες (Το Βήμα, 13 Απρ. 2003) ο Πάνος Θεοδωρίδης εντοπίζει τα στοιχεία που έρχεται να προσθέσει ο ποιητής στο προηγούμενο έργο του: «Η αναμέτρηση με τον θάνατο και η τάση για ξεθώριασμα έχουν τη μορφή μιας ανάσας πριν από την τελική πτώση που προβλέπεται και εκτίθεται λεπτομερειακά. Το άγγιγμα των γυναικών γίνεται ανάερο, τα τοπωνύμια που τον βασάνισαν αφήνονται ανερμήνευτα, υπάρχει κάπου κάπου και μια έπαρση αναγραφής σιβυλλικών για τους αγεωγράφητους, παραθεμάτων που μπορεί να αρέσκονται στην αστική τοπογραφία, αλλά νομίζουν ότι πέραν των Αμπελοκήπων κατοικούν βραδύγλωσσοι κομιτατζήδες. Το ζήτημα είναι ότι οι Σουλιώτες δεν είχαν ποτέ πρόβλημα με την Αθήνα, ενώ χειμάζονται στη Θεσσαλονίκη».
«Από μια πολίχνη των 12.000 δημοτών, που από την απελευθέρωσή του 1912 μέχρι τώρα δεν αυξάνονται και μήτε λιγοστεύουν, κι από ένα Νομό των μόλις 50.000 κατοίκων, πόση λογοτεχνία μπορεί να προσδοκά κανείς.» προειδοποιεί ο ποιητής στον τόμο Φλώρινα. Μια πόλη στη λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία τελικά τι προσδοκά κανείς, παρά τι βρίσκει. Και εκεί «βορειοδυτικά του χάρτη» ο σύγχρονος σκαπανέας της ποίησης, δηλ. ο μοναχικός και σπάνιος αναγνώστης της, βρίσκει τον Σουλιώτη: «Όταν πέσει το χιόνι, δεν αιωρείται η σκόνη στους δρόμους παρά υψώνεται παντού μια παραμυθένια διαύγεια. Τότε η πολίχνη μένει σιωπηλή, με δρόμους σιωπηλούς, με όλους εκείνους που συνεχώς χαιρετούσαν, φώναζαν και φλυαρούσαν αποκλεισμένους μες στα σπίτια τους.. Τότε ο δρόμος ανήκει σ’ αυτούς που τον διαβαίνουν» (Ελευθεροτυπία, «Βιβλιοθήκη», 19 Ιανουαρίου 2001).
Όθεν ανήκει στους ποιητές. Στους ποιητές που «στην εποχή του ακροτελεύτιου καταναλωτισμού έχουν να γράψουν τη μη αναλώσιμη ποίηση: […] μήτε όμορφη, μήτε άσχημη: στην ώρα της, όπως μεταρσιώνεται από την καθημερινή κουβέντα». Γιατί «Ποίηση που αξίζει είναι αυτή που λέει ότι εδώ ζήσαν άνθρωποι, την τάδε Πέμπτη, που ανάπνεαν, πονούσαν, γελούσαν, μιλούσαν και δεν γινόντουσαν βαρετοί».



Ο Μίμης Σουλιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βουδαπέστη. Διαμένει «μονιμότερα από προσωρινά» στην Φλώρινα, όπου διδάσκει λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Σχολή. Κυριότερες αυτοτελείς εκδόσεις έργων του:
Αυτοτελείς λογοτεχνικές εκδόσεις:
58 Σχόλια στον Καβάφη (λογοτεχνική κριτική), εκδ. «Ύψιλον», Αθήνα 1991
Οχτώ Παραμύθια της Φλώρινας, εκδ. «Πρέσπες» 1994
Αλφαβητάριο για την Ποίηση (κριτική-μελέτη), εκδ. Α.Π.Θ.
Παιδαριώδη, «Ελληνικά Γράμματα», 2000
Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα, «Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός», 2000.
Φλώρινα. Μια πόλη στη λογοτεχνία, (επιμέλεια και ανθολόγηση), «Μεταίχμιο», Αθήνα 2002.
Ποιητικές συλλογές:
Σβούρα, εκδ. «Τραμ», Θεσσαλονίκη 1972
Ποιήματα εν Παρόδω, εκδ. «Τραμ», Θεσσαλονίκη 1974
Βαθιά επιφάνεια, εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1992
Αβγά Μάταια, εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1998
Περί Ποιητικής, εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1999
Υγρά, εκδ. «Ερμής», Αθήνα 2000
Ήλιος στην Σκοτία, «Ερμής», Αθήνα 2001
Παλιές Ηλικίες, «Ερμής», Αθήνα 2002
Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες (αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, σερβικά, σλαβο-μακεδονικά) καθώς και στο περ. Harvard Review. Έχει μεταφράσει λίγα ποιήματα του Κάτουλλου και του Νετζατί Τζουμαλί. Δημοσιεύει βιβλιοκρισίες, άρθρα και μελετήματα για θέματα λογοτεχνικά και ιστοριοδιφικά σε εφημερίδες και περιοδικά της Φλώρινας, της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Διευθύνει την σειρά ποιητικών εκδόσεων «Ανθολόγος Ερμής».

Η Απαγγελτική Ομάδα Καΐλαρίων ξεκίνησε τις συναντήσεις της ως Εργαστήρι Απαγγελίας δι’ εραστάς του Λόγου τον Οκτώβριο του 2002 με την παρουσία του ποιητή και καθηγητή της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, Μίμη Σουλιώτη. Έχει ως τώρα παρουσιάσει ποίηση Κ.Π.Καβάφη, Ανδρέα Εμπειρίκου, τους ποιητές Αργύρη Χιόνη και Μίμη Σουλιώτη, και την πεζογράφο Σοφία Νικολαϊδου. Από το φθινόπωρο του 2006 πραγματοποιεί τις «Κυριακές των Παραμυθιών», με αφηγήσεις παραμυθιών για παιδιά. Συμμετέχει στο πρόγραμμα «Λέσχες Ανάγνωσης» του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Εστία της Απαγγελτικής Ομάδας, χώρος συνάντησης και φιλοξενίας συγγραφέων, είναι το Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πτολεμαΐδας.
Έχει συνεργαστεί με το Ευρωβαλκανικό Άσυλο Ποίησης, το Βιβλιολογείο της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης (Κοζάνη) και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

25.12.07

Στην κόψη του ξυραφιού

Ιστορίες ανθρώπων στο χείλος του κοινωνικού περιθωρίου

Γιαν Χένρικ Σβαν
Οι περιπλανώμενοι
Μετάφραση [από τα σουηδικά]: Θεοφανώ Καλογιάννη
Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος 2007, 417 σελ.


του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗ*


Προτού καν συμπληρώσει τα 50, ο Σουηδός συγγραφέας Γιαν Χένρικ Σβαν έχει εντυπωσιακό βιογραφικό: Γεννημένος στη Λουντ, μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη, φοίτησε στα πανεπιστήμια της Σορβόνης και της Στοκχόλμης, έχει εκδώσει οκτώ μυθιστορήματα, μεταφράζει λογοτεχνία από τα δανέζικα, τα γαλλικά, τα πολωνικά και τα ελληνικά (πρόσφατα κυκλοφόρησε στη Σουηδία μια ανθολογία ελληνικού διηγήματος με δική του επιμέλεια καί μετάφραση), συνεργάζεται με μεγάλες εφημερίδες της πατρίδας του, διετέλεσε διευθυντής του έγκυρου λογοτεχνικού περιοδικού της Σουηδίας BLM.



Εύκολα θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για συγγραφέα του “κατεστημένου”, με ανάλογες επιλογές βίου και θεματογραφίας. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: πολλά από τα μυθιστορήματα του Σβαν (ο οποίος στον ελεύθερο χρόνο του προσφέρει εθελοντική εργασία στο ανοιχτό σπίτι για τις άστεγες και τοξικομανείς γυναίκες του Ιδρύματος Κλαραγκόρντεν στη Στοκχόλμη) έχουν ως ήρωες πρόσωπα που κινούνται στο όριο του κοινωνικού βίου ή και στο περιθώριο, με τη ζωή τους να συνθλίβεται από μια διαρκή αίσθηση ματαιότητας, στερήσεις και οικονομική ανέχεια, σε έναν συνδυασμό που κορυφώνει τα ψυχολογικά και υπαρξιακά τους αδιέξοδα.
Γνωρίσαμε τον Σβαν με το μυθιστόρημά του Η καταραμένη χαρά (1987, μετάφραση Γιάννη Αλεξάκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2002), όπου το κεντρικό πρόσωπο ήταν ένας αποτυχημένος παλιατζής, άβουλος χαρακτήρας, που ζει μέσα στη βρωμιά και στο αλκοόλ. Ήρωες ταπεινούς και καταφρονεμένους συναντάμε και στο μυθιστόρημά του Ζητιάνοι (1999). Πρόκειται για τον καρπό της τριήμερης εμπειρίας του συγγραφέα κοντά στους άστεγους της Στοκχόλμης, όταν δέχτηκε να κάνει ένα σχετικό ρεπορτάζ για λογαριασμό της μεγαλύτερης σουηδικής εφημερίδας, Ντάγκενς Νύχετερ.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το προτελευταίο μυθιστόρημα του Σβαν, Οι περιπλανώμενοι (2001). (Το για την ώρα τελευταίο του, Η Δράκαινα, που βγήκε το 2005, είναι ελληνικής θεματολογίας.) Σκηνικό της αφήγησης είναι η Στοκχόλμη. Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι άνθρωποι που βρίσκονται σε οριακή κατάσταση, λίγο προτού διολισθήσουν στο κοινωνικό περιθώριο. Κατά σειρά εμφανίσεως: Η Μάρθα, μια τσιγγάνα μετανάστρια από την Πολωνία, απελπισμένη που την άφησε ο μη-τσιγγάνος εραστής της, αναζητεί τα ίχνη του πατέρα της αλλά και κάποιον τρόπο για να επιστρέψει στην πατρίδα της. Ο Έμιλ, ένας νέος άντρας που δεν έχει να πληρώσει το νοίκι και ελπίζει να σωθεί όταν κληρώνεται αναπληρωματικός σε ριάλιτι της τηλεόρασης. Μια χοντρή γυναίκα, εγκαταλειμμένη κι από τον ίδιο της τον εαυτό γυναίκα, η Έντιτ, μόνη κι ανέγγιχτη επί δυο δεκαετίες, λες και δεν υπάρχουν στον κόσμο άλλοι άνθρωποι, με αποκλειστική της ενασχόληση να μαζεύει παράταιρα, ξεχασμένα γάντια, μέχρις ότου την ερωτεύεται ένας νεότερός της, εμφανίσιμος άντρας· πρόκειται για τον Νιλς, τον μόνο που τα προβλήματά του είναι κυρίως υπαρξιακά, έναν μελαχρινό Σουηδό που αισθάνεται ξένος στον τόπο του. Τελευταία, αλλά όχι σε λιγότερο δεινή θέση, η Σεσίλια, μητέρα ενός αυτιστικού αγοριού, εγκαταλειμμένη από τον πατέρα του όταν αποκαλύφθηκε το “πρόβλημα”, φορτωμένη επιπλέον με τη φροντίδα ενός πατέρα με παροδικές άνοιες.



Αυτό που ενώνει τους βαθιά μοναχικούς και στριμωγμένους από τή ζωή “ήρωες” του Σβαν που ζουν στη Στοκχόλμη πίσω από την πρόσοψη της ευμάρειας, της καθαριότητας και της τάξης, είναι ένα περίεργο λεωφορείο που διατρέχει τους νυχτερινούς δρόμους· ο οδηγός του τους παροτρύνει να ανεβούν, με μοναδικό ναύλο να αφηγηθεί ο καθένας την ιστορία του.
Χρησιμοποιώντας υποδόριο χιούμορ και ρεαλιστική αφήγηση, ο συγγραφέας φιλοτεχνεί τα πορτραίτα των περιπλανώμενων με επιδεξιότητα και ευαισθησία αλλά και γνώση της ανθρώπινης ψυχής· καταφέρνει μάλιστα να μετατρέψει σε ευ-ανάγνωστο ένα εκ πρώτης όψεως καταθλιπτικό θέμα, καθιστώντας τους ήρωές του συμπαθητικούς, σχεδόν ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Γιατί δεν πρόκειται για ακραίες περιπτώσεις (ανεπιστρεπτί αλκοολικούς ή τοξικομανείς, ας πούμε) αλλά για ανθρώπους που δεν μοιράζονται με την πλειονότητα τον ίδιο κοινωνικό κώδικα. Και που όλοι τους νιώθουν έντονη τη στέρηση του ερωτικού χαδιού στο σώμα τους και στην καρδιά τους.
Κατά κανόνα, η εξιστόρηση της ζωής καθενός γίνεται σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς συναισθηματικές υπερβολές, διδακτισμό ή άμεση κοινωνική κριτική. Κι αυτό που μας συμφιλιώνει ευκολότερα με τους σπαρακτικά μοναχικούς ήρωες του Σβαν είναι ο τρόπος με τον οποίο βρίσκουν τον τρόπο να ζήσουν ―άλλοτε με στωικότητα κι άλλοτε με ήρεμη, αξιοπρεπή απελπισία― τον βαρύ κλήρο που τους έλαχε.
Η μετάφραση της Θεοφανώς Καλογιάννη (που προφανώς γνωρίζει όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη σουηδική πραγματικότητα) μεταφέρει με πολύ καλά αποτελέσματα στα ελληνικά τον σταθερό ρυθμό και την ακριβολογία του πρωτοτύπου.


* Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι εκδότης-διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο»

29.11.07

Η ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΤΟ UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ




την Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007, 8.30 μ.μ.

Αποσπάσματα από το καινούριο της βιβλίο «Το Νόημα», που μόλις κυκλοφόρησε, παλαιότερα ποιήματα και πεζά της θα διαβάσει η Μαρία Λαϊνά στη βραδιά που θα γίνει προς τιμήν της στον χώρο εκδηλώσεων του περιοδικού «Εντευκτήριο» («Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη – περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως, τηλ. 2310 283.223) την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου, ώρα 8.30 μ.μ.. Η συγγραφέας θα απαντήσει σε ερωτήσεις που τυχόν θα της γίνουν, και θα τη συνοδεύουν οι φωτογραφίες της ΄Ένης Κούκουλα.
Την εκδήλωση οργανώνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, με την υποστήριξη του Α΄ Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Θεσσαλονίκης. Είσοδος ελεύθερη.



Σε μια συνέντευξή της στον Γιώργο Πηλιχό (Τα Νέα, 5.5.1983), η ίδια η Λαϊνά έλεγε: «Αν η ποίηση υποχρεωνόταν ν’ αντανακλά και μόνο την πραγματικότητα, να δείχνει τον κόσμο όπως είναι και μόνο, δεν θα ’ταν και σπουδαίο το έργο που θα επιτελούσε. Εμένα προσωπικά μια πραγματικότητα μου είναι αρκετή. Βέβαια, μακριά από μένα και η σκέψη πως ο καλλιτέχνης έχει δικαίωμα ν’ αγνοεί την πραγματικότητα και να λειτουργεί ερήμην της. Δεν διακρίνω άλλωστε κανένα που να τα κατάφερε. Δεν πιστεύω στα κάτοπτρα της πραγματικότητας, πέρα απ’ όλα αυτά. Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι δείχνει τον κόσμο όπως είναι, συνήθως δεν τον περιγράφει απλώς. Και το λέω αυτό γιατί πιστεύω ότι μια εντελής περιγραφή μπορεί όχι να καθρεφτίσει ―οι διαστάσεις της πραγματικότητας δεν συντάσσονται εύκολα― αλλά ν’ αποκαλύψει την πραγματικότητα.»

Η Μαρία Λαϊνά γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά. Δούλεψε στη διαφήμιση, στην επιμέλεια βιβλίων, στη διδασκαλία γλώσσας και λογοτεχνίας σε αμερικάνικα κολέγια, σε παραγωγή και παρουσίαση ραδιοφωνικών λογοτεχνικών εκπομπών, σε γραφή σεναρίων για την τηλεόραση. Έχει εκδώσει 14 βιβλία (6 θεατρικά και 8 ποιητικές συλλογές). Της έχουν δοθεί τρία βραβεία, [Κρατικό (1993), Καβάφη και Ραδιοφώνου]. Τα θεατρικά της έχουν παιχτεί σε κεντρικές σκηνές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις ευρωπαïκές γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σουηδικά, ιταλικά, ισπανικά, κ.α.). Η μετάφραση ποιημάτων της στα γερμανικά βραβεύτηκε με το βραβείο Μονάχου το 1995. Η ίδια μετέφρασε στα ελληνικά, Πάουντ, Έλιοτ, Μάνσφηλντ, Γουόρτον, Xάισμιθ, Σαρλότ Μπροντέ, Τέννεσσυ Ουίλλιαμς, Άρθουρ Μίλλερ κ.ά. To έργο της έχει παρουσιαστεί σε πανεπιστήμια και διεθνή φεστιβάλ ποίησης.

15.11.07

ΜΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ;

Του Ανταίου Χρυσοστομίδη

«Δεν ήταν εύκολα τα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τότε. Και δυστυχώς τα χρόνια που ακολουθούν φαίνεται πως θα είναι ακόμη δυσκολότερα. Η αίσθησή μου είναι ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται στη ζωή τους τα λογοτεχνικά περιοδικά...»
Ο Γιώργος Κορδομενίδης, ο δημιουργός του «Εντευκτηρίου», του λογοτεχνικού περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη, είναι, όπως όλοι σχεδόν οι ευφυείς άνθρωποι, απαισιόδοξος εν τη αισιοδοξία του, ακόμα κι όταν γιορτάζει τα γενέθλια του εντύπου του. Ογδόντα άτομα δηλώνουν την παρουσία τους σε αυτό το γιορταστικό τεύχος, άλλος με κείμενο, άλλος με σκίτσο, άλλος με ποίημα. Και γιορτάζουν κυρίως το πείσμα ενός ανθρώπου που είχε και έχει όραμα.
Όμως: χρειαζόμαστε αλήθεια τα λογοτεχνικά περιοδικά; Ιδού το ενδιαφέρον ερώτημα που θέτει ο Κορδομενίδης όχι μόνο στον πρόλογο του επετειακού του τεύχους αλλά και σε μια τηλεοπτική εκπομπή (της Μπήλιως Τσουκαλά) που έτυχε να παρακολουθήσω. Σε αυτή την τελευταία, μάλιστα, προχωρούσε ακόμα περισσότερο: τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι υπολείμματα μιας άλλης εποχής, εξακολουθούμε να τα βγάζουμε αλλά ανήκουν σε μια άλλη εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί.
Δεν έχει όμως άδικο ο Κορδομενίδης. Στην εποχή όμως των blogs (όπου οι παρέες αντί να τηλεφωνιούνται μεταξύ τους ή να βρίσκονται σε φιλικά σπίτια, συνομιλούν μέσω Διαδικτύου σε ένα περισσότερο ή λιγότερο οικογενειακό κλίμα, και με όλους τους καβγάδες που χαρακτηρίζουν τις καλές οικογένειες), στην εποχή που κανένα λογοτεχνικό ή αισθητικό ρεύμα δεν ενώνει ή δεν χωρίζει τους ανθρώπους, τι χρειάζονται τα λογοτεχνικά περιοδικά;
Η αλήθεια είναι πως πάει πολύς καιρός που κάποιο από τα γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά δεν τάραξε τα νερά ― ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Καμιά νέα ιδέα, κανένας ασυνήθιστος διάλογος, καμιά νέα σπίθα. Τα λογοτεχνικά περιοδικά εξακολουθούν να διατηρούν περισσότερο ή λιγότερο το καλό τους επίπεδο, να δίνουν χώρο σε εργασίες που δύσκολα θα έβρισκαν χώρο και τρόπο να εκφραστούν (ιδιαίτερα στο χώρο της ποίησης), να παρακολουθούν έστω και με κάποια καθυστέρηση όσα γίνονται συνήθως ερήμην τους. Η πιο σοβαρή συνεισφορά τους, τα τελευταία χρόνια, είναι τα αφιερώματα που κάνουν: νομίζω ότι όλα τα γνωστά περιοδικά του χώρου (από τη «Λέξη» στο «Δέντρο», από το «Εντευκτήριο» στην «Οδό Πανός» και από τη «Νέα Εστία» στο «Διαβάζω», για να αναφέρω τα πιο γνωστά) δίνουν πολύ ενδιαφέροντα αφιερώματα, που λειτουργούν συμπληρωματικά στον δύσκολο έτσι κι αλλιώς βηματισμό του βιβλίου στην Ελλάδα.
Άλλο όμως είναι αυτό που με συγκινεί στα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι ακριβώς αυτή η εμμονή σε ένα χωροχρόνο που μοιάζει καταδικασμένος από τη σύγχρονη ταχύτητα. Είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια να διασωθεί μια αίσθηση συλλογικής ανάγνωσης, η προσπάθεια να δημιουργήσουν σύνολα αναγνωστών σε ένα περιβάλλον που εχθρεύεται τη συλλογικότητα. Είναι, τελικά, η ίδια η ουτοπική τους φύση για τη λογοτεχνία και την κοινωνία αυτή που τα κρατάει ζωντανά.

28.10.07

View master

μικρό πεζό
του Γιώργου Αδαμίδη

πρώτη δημοσίευση

Φοράει μαύρο στηθόδεσμο και κίτρινο σορτάκι. Ωραίο σώμα, μέτριο ανάστημα. Ωραίο πρόσωπο. Όταν σηκώνεται από την πλαστική καρέκλα, εκείνος απλώνει το ηλιοκαμένο, γυμνασμένο μπράτσο του και την σταματάει, περνάει μετά το χέρι του στη μέση της και την τραβάει με ήρεμη δύναμη προς το μέρος του, τότε σκύβει και τη φιλάει στην κοιλιά.
Είναι ψηλός και μυώδης, πολύ κοντοκουρεμένα μαλλιά, ίσως ξυρισμένα που άρχισαν να μεγαλώνουν. Φοράει γαλάζιο μαγιό σλιπάκι με δύο λοξές άσπρες λωρίδες που ανάμεσά τους διακρίνονται τα αντρικά του προσόντα.
Περνάει από κοντά μου με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι· τη δίνει σε έναν νεαρό από το διπλανό τραπέζι. Επιστρέφει κοντά της και την ξαναγκαλιάζει. Ποζάρουν. «Άλλη μια, για κάθε ενδεχόμενο» λέει με το πιο φωτεινό χαμόγελο που έχω δει όλες αυτές τις μέρες στη Σκόπελο. Και τρίτη, τέταρτη φωτογραφία.
Στο ανοιγοκλείσιμο των ματιών μου η φωτογραφία γίνεται θλιβερό δίστηλο “χτυπημένο” στην πρώτη σελίδα της δευτεριάτικης εφημερίδας: Η τελευταία ευτυχισμένη στιγμή της Λέλας Τ., που την παρέσυρε απρόσεκτος μεθυσμένος οδηγός και την εγκατέλειψε αβοήθητη.
Το περήφανο χαμόγελό της δίπλα στον μοντελοειδή συνοδό της έχει παγώσει στον αιώνα τον άπαντα. Το δικό του, πιο συγκρατημένο, σχεδόν αινιγματικό, στην τρίτη ή την τέταρτη λήψη που τύπωσε η εφημερίδα, έχει μια δόση αβεβαιότητας ίσως και μελαγχολίας για το μάταιο των πραγμάτων και για τα απρόσμενα της ζωής. Πόσο καιρό θα τη θρηνήσει προτού χωθεί σε μια καινούρια τρυφερή αγκαλιά;
Το βλέμμα μου ψηλαφεί κάθε λεπτομέρεια του κορμιού του, επίμονα όσο και αργά. Τελείωσαν το φαγητό τους και μοιράζονται τώρα ένα παγωτό Status σοκολάτα με επικάλυψη σοκολάτα υγείας. Τους παρατηρώ καθώς βάζουν τα πράγματά τους σε ένα σακίδιο και μια ψάθινη τσάντα με ξεθωριασμένες καροτί λωρίδες εναλλάξ με άσπρες.
Δεν έχω καμιά τύψη για το αποτρόπαιο σενάριο που έγραψα πίνοντας φρέντο καπουτσίνο στο Λιμνονάρι. Ίσως επειδή ξέρω πως δεν πρόκειται να επαληθευτεί.

8.10.07

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΣΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ






Το «Εντευκτήριο» έκλεισε τα είκοσι χρόνια
και τα γιορτάζει μ’ ένα πανηγυρικό τεύχος

νέα, ανέκδοτα κείμενα των τακτικών συνεργατών του
και πλούσια εικονογράφηση από γνωστούς εικαστικούς δημιουργούς

Με ένα ιδιαίτερα πλούσιο στη σύνθεσή του και πολυσέλιδο τεύχος (αριθ. 78, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2007, 272 σελ., 12 ευρώ), που κυκλοφορεί τη Δευτέρα 15 Οκτωβρίου, το περιοδικό «Εντευκτήριο» γιορτάζει τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων ανελλιπούς έκδοσης και παρουσίας στα ελληνικά γράμματα.

1987-2007 Γράφει, μεταξύ άλλων, στο εκδοτικό σημείωμά του ο διευθυντής του περιοδικού, Γιώργος Κορδομενίδης: Tο πρώτο τεύχος του «Eντευκτηρίου» κυκλοφόρησε στις αρχές Nοεμβρίου 1987. Tυπώθηκε σε 3.000 αντίτυπα και αριθμούσε 112 σελίδες [...] Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν, πολλοί από τους εθελοντές, τους συγγραφείς και τους συνεργάτες του πρώτου εκείνου τεύχους βγήκαν από τη ζωή του περιοδικού. Kάποιοι άλλοι επιμένουν ακόμη / Στο ίδιο διάστημα, με μεγάλες θυσίες στο παρελθόν και διαρκές κόστος στο παρόν, το «Eντευκτήριο» αξιώθηκε να βρει μια κάποια, έστω και υπόγεια, στέγη [...] Δεν ήταν εύκολα τα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τότε· και δυστυχώς τα χρόνια που ακολουθούν φαίνεται πως θα είναι ακόμη δυσκολότερα / H αίσθησή μου είναι ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται στη ζωή τους τα λογοτεχνικά περιοδικά [...] Φυσικά, η μακροβιότητα ενός περιοδικού από μόνη της δεν σημαίνει τίποτε, αν το περιοδικό δεν κατορθώνει να ανανεώνεται.

Πεζογραφία – Ποίηση Στο τεύχος αυτό δημοσιεύουν νέα, ανέκδοτα κείμενά τους, πεζογραφήματα κυρίως, μερικά ποιήματα και δοκίμια, (με αλφαβητική σειρά) οι: Γιώργος Αδαμίδης, Βασίλης Αμανατίδης, Νόρα Αναγνωστάκη (σχέδιο), Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Βαρβέρης, Άρις Γεωργίου, Μιχάλης Γκανάς, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τιτίκα Δημητρούλια, Κική Δημουλά, Ιωάννης Επαμεινώνδας, Μαρία Ευσταθιάδη, Γιάννης Ευσταθιάδης, Πάνος Θεοδωρίδης, Αλέξανδρος Ίσαρης, Κατερίνα Καριζώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Μαρία Λαϊνά, Άρης Μαραγκόπουλος, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ανθή Μαρωνίτη, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Κώστας Μαυρουδής, Δημήτρης Μίγγας, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Σοφία Νικολαϊδου, Δημήτρης Νόλλας, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Γ. Ξυδάκης, Γιάννης Πατίλης, Τίτος Πατρίκιος, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Γιαν Χένρικ Σβαν (μετ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), Σάκης Σερέφας, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Μαρία Στασινοπούλου, Έρση Σωτηροπούλου, Κάρολος Τσίζεκ, Μισέλ Φάις, Τάσος Χατζητάτσης, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Χρήστος Χρυσόπουλος.

Απουσιολόγιο Ο Κ. Ν Πλαστήρας νεκρολογεί τον πεζογράφο, δοκιμιογράφο και για πάνω από 50 χρόνια εκδότη του περιοδικού «Νέα Πορεία», Τηλέμαχο Αλαβέρα, ενώ ο Σταύρος Ζαφειρίου δημοσιεύει ένα μικρό πεζό του στη μνήμη του Γιώργου Κάτου.

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις. Γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Αλέξανδρος Αργυρίου, Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης, Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Γιώργος Συμπάρδης, Ιωάννα Λαλιώτου, Κατερίνα Καριζώνη, Παναγιώτης Γούτας, Μιχ. Γ. Μπακογιάννης και ο Γιώργος Κορδομενίδης, με τη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο».

Εικονογράφηση - Φωτογραφικό ένθετο Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν με σχέδια και ζωγραφιές τους οι: Χρήστος Αλαβέρας, Καλλιόπη Ασαργιωτάκη, Γιάννης Βαρελάς, Αλέξης Βερούκας, Μανόλης Γιανναδάκης, Περικλής Γουλάκος, Μανώλης Ζαχαριουδάκης, Ναταλία Θωμαϊδη, Απόστολος Κιλεσσόπουλος, Χάρης Κοντοσφύρης, Ξενοφών Μπήτσικας, Χρήστος Μποκόρος, Νίκος Ναυρίδης, Δημήτρης Ξόνογλου, Μαρία Τσακάλη, Αλέξης Ψυχούλης.

Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia AE, δημοσιεύεται το πορτφόλιο της Ιωάννας Ράλλη «Οι Μεγάλοι μου Φίλοι». Όπως παρατηρεί η Ζαϊρα Παπαληγούρα, «Η στάση μας [έναντι των ηλικιωμένων] είναι συχνά αντιφατική, καθώς ταυτόχρονα τους βλέπουμε ως σοφούς αλλά και ξεμωραμένους, καλοσυνάτους αλλά και γκρινιάρηδες. […] Τους προσπερνούμε σαν να μην υπάρχουν, προτιμούμε να αρνιόμαστε την πραγματικότητα και εφευρίσκουμε τρόπους να γαντζωνόμαστε με αγωνία στη νεότητα. [...] Oι φωτογραφίες της Ιωάννας Ράλλη μας λένε [...] ότι τά γηρατειά δεν σημαίνουν μόνο μοναξιά, πλήξη, θλίψη, ανημποριά αλλά και χαρά, συντροφικότητα, έκπληξη, σοφία, σωφροσύνη, περιέργεια, ελευθερία.»

6.10.07

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ: «ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΓΚΑΛΙΑΣΩ ΚΑΠΟΙΟΝ», του Νίκου Ερηνάκη

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

μια γυναίκα που έκανε έκτρωση
έναν στρατιώτη που έχασε το πόδι του
ένα μωρό εγκαταλελειμμένο από γονείς
μία γιαγιά σε φτηνό γηροκομείο

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

ένα αγόρι που κλέβει τους γονείς του
μια κοπέλα που μεγάλωσε νωρίς
έναν άντρα που χάνει την οικογένεια του
μία γυναίκα που ξέχασε να ονειρεύεται

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

ένα πρεζόνι χωρίς την επόμενη δόση του
μια πόρνη που μόλις κόλλησε aids
έναν αθώο που μπαίνει φυλακή
έναν τρελό που γεννιέται στον κόσμο αυτό


Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

που πονάει περισσότερο από μένα,
δεν θα τον σώσω, δεν μπορώ
δεν υπήρξα ποτέ άγγελος,
ίσως ούτε καν καλός άνθρωπος

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

που με θάρρος δακρύζει
κυνηγάει τον πόνο, τον αγγίζει
να κολυμπήσουμε σε όνειρα
και να χορέψουμε σε στάχτες


Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε..

Νίκος Ερηνάκης

[αναδημοσίευση από το τεύχος 77 του περιοδικού «Εντευκτήριο», Ιούνιος 2007, αφιέρωμα «14 νέες φωνές»]

Ο Νίκος Ερηνάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι δευτεροετής φοιτητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.

22.9.07

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ... ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΟΥ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ»

Γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

(αποσπάσματα από εκτενέστερο κείμενο που περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση γιορταστικό τεύχος για τα 20χρονα του Εντευκτηρίου, που θα κυκλοφορήσει στις 15 Οκτωβρίου)


[...]

Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει συνήθως, το Εντευκτήριο υπήρξε καρπός προσωπικής εκφραστικής ασφυξίας αλλά και, κατά κάποιον τρόπο, διαφυγή από το δεσμευτικό πλαίσιο μιας βιοποριστικής εργασίας. Πάντως, δεν το γέννησε ο επαναστατικός οίστρος για ανατροπή του λογοτεχνικού κατεστημένου, ούτε η αναζήτηση της υπερδιέγερσης που προκαλεί σε κάποιον νέο η προετοιμασία ενός περιοδικού και ο έντονος συγχρωτισμός με πρόσωπα από τον χώρο της λογοτεχνίας. Ελπίζω επίσης ότι η έκδοση του Εντευκτηρίου δεν περιείχε τη φιλοδοξία να ασκηθεί, μέσω του περιοδικού, κάποιου είδους εξουσία. Παρά το γεγονός ότι το Εντευκτήριο αποτέλεσε εξαρχής ατομικό άθλημα, δεν υπήρξε, νομίζω, σε οποιαδήποτε φάση του χώρος προνομιακής έκφρασης του δημιουργού του· κι έτσι, ευτυχώς, παραμένει στα λόγια των άλλων «το Εντευκτήριο» (κι όχι το «Εντευκτήριο του Κορδομενίδη» ή «το περιοδικό του Κορδομενίδη»).
«Εμπνεύστηκα» ―ή δανείστηκα, αν θέλετε― το όνομα του περιοδικού από έναν ορισμό της λέξης εντευκτήριο όπως τον διατύπωσε, σε μια συνομιλία μας, ο Nτίνος Χριστιανόπουλος για το βιβλίο του με τίτλο Εντευκτήριο, που συστεγάζει ετερόκλητες μεταφράσεις του, από ποιήματα της Σαπφώς μέχρι ποιήματα Άγγλων και Αμερικανών. Κατ’ αναλογία, το περιοδικό Εντευκτήριο είναι ο «έντυπος χώρος» όπου «συναντώνται» ποικίλα πρόσωπα και ετερόκλητα κείμενα, για μια γόνιμη ανταλλαγή ιδεών και απόψεων.
Το πρώτο τεύχος έκανε την εμφάνισή του στα βιβλιοπωλεία στις 8 Νοεμβρίου 1987. H «Κατάθεση προθέσεων», που δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος, δήλωνε ότι το Εντευκτήριο είναι ανοιχτό περιοδικό: δεν ανήκει σε καμιά ομάδα, δεν προωθεί τη μία ή την άλλη λογοτεχνική τάση. Επίσης, ότι δεν επιδιώκει να εκφράζει μόνο την παραγωγή των Θεσσαλονικέων λογοτεχνών, θέλοντας να διαφοροποιηθεί (και) με αυτόν τον τρόπο από τα άλλα δύο περιοδικά (το Τραμ και τον Παρατηρητή) που μόλις είχαν εκδοθεί τότε στη Θεσσαλονίκη κι έδειχναν να έχουν τέτοια, κυρίως, κατεύθυνση. Oι αρχές που διατυπώθηκαν στην «Kατάθεση προθέσεων» εξακολουθούν να ισχύουν.
Αποκλεισμοί για λόγους γεωγραφικής προέλευσης των συνεργατών ή προσωπικών αντιπαραθέσεων δεν υπήρξαν. Αποφασιστικό μέτρο σε όλες τις επιλογές της ύλης υπήρξε το βεληνεκές των κειμένων και η φυγόκεντρη σχέση τους με τις κυρίαρχες τάσεις της εκδοτικής αγοράς. (Αν θέλετε, βάλτε και λίγο νερό ―αλλά μόνον λίγο!― σ’ αυτόν τον ισχυρισμό, γιατί κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του). Ισχυρίζομαι ότι το Εντευκτήριο: ενδιαφέρεται πρωτίστως για τα αντικείμενα κι όχι για τα υποκείμενα. ενδιαφέρεται δηλαδή για τα κείμενα που του υποβάλλονται και όχι για τα πρόσωπα που τα υπογράφουν. επίσης ότι, όπως και άλλα περιοδικά της Θεσσαλονίκης στο παρελθόν, δεν επιδίωξε να κολακέψει τους αναγνώστες, υιοθετώντας την αντίληψη περί λογοτεχνίας που προωθούν μαζικά κατά τα τελευταία χρόνια οι εκδοτικοί οίκοι και που την πριμοδοτούν δίχως κριτήρια ―ή μάλλον με τα δικά τους κριτήρια― τα περισσότερα ένθετα βιβλίου των εφημερίδων και τα περιοδικά ποικίλης ύλης και λάιφ στάιλ.
Το περιοδικό έτυχε, ήδη από το πρώτο τεύχος του, αρκετά καλής υποδοχής, τόσο από το κοινό όσο και από τον Τύπο, γεγονός που αποτέλεσε σημαντική ενθάρρυνση. Κυρίως όμως το Εντευκτήριο βοηθήθηκε από την ύπαρξη ενός πυρήνα σταθερών συνεργατών, ορισμένοι από τους οποίους εμμένουν σε αυτή τη σχέση από το πρώτο ακόμη τεύχος. Ανάμεσά τους, εκτός από τους οριστικώς απόντες Τόλη Καζαντζή και Νίκο Μπακόλα, ο μέντοράς μου (κι ας μην με αναγνωρίζει για πνευματικό του παιδί), Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τους σταθερότερους συμβουλάτορές μου επί σειράν ετών. ο ποιητής, δοκιμιογράφος και βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η σύζυγός του, φιλόλογος και κριτικός, Μαρία Στασινοπούλου, πρόθυμοι πάντα να συζητήσουν προβλήματα και να προτείνουν λύσεις. ο άλλος δάσκαλός μου ―εξωπανεπιστημιακώς― Δ.Ν. Μαρωνίτης, από τους ελάχιστους (μαζί με τον προρρηθέντα Χριστιανόπουλο) που σχολιάζουν τα περιεχόμενα κάθε τεύχους ένα προς ένα, με ―κατά περίσταση― μετρημένη αυστηρότητα ή σπανίζουσα γεναιοδωρία. Επίσης, οι κριτικοί Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μισέλ Φάις και Τιτίκα Δημητρούλια, που συνεργάζονται σταθερά και σχεδόν δίχως διακοπή με το περιοδικό. Τέλος, συγγραφείς που, μαζί με τους προαναφερθέντες, συνεργάστηκαν κατ’ αποκλειστικότητα ή με προνομιακή προς το Εντευκτήριο κλίση, ταυτιζόμενοι κατά περιόδους μαζί του και συμβάλλοντας στην παγίωση της φυσιογνωμίας του, όπως οι: Κλείτος Κύρου, Πάνος Θεοδωρίδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Ξενοφών Μπρουντζάκης, Μανόλης Ξεξάκης, Σάκης Σερέφας, Ματούλα Σκαλτσά, Κ.Ν. Πλαστήρας, Δημήτρης Η. Παστουρματζής, Δημήτρης Νόλλας, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Διαμαντής Αξιώτης, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Τάσος Χατζητάσης, Δημήτρης Μίγγας, Σπύρος Καρυδάκης, Βασίλης Αμανατίδης, Σταύρος Ζαφειρίου και άλλοι.
Τον γραφιστικό σχεδιασμό του περιοδικού στην αρχή ανέλαβε εξ Αθηνών ο Ερρίκος Μαυρογένης, κάνοντας ένα γενικό layout, την υλοποίηση του οποίου επωμίστηκε ο Ιωάννης Επαμεινώνδας. O τελευταίος ανέλαβε από το τεύχος 4 την όλη καλλιτεχνική επιμέλεια του Εντευκτηρίου και την κράτησε μέχρι και το τεύχος 36 (Φθινόπωρο 1996). Επιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια ο Ι. Επαμεινώνδας υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης του Εντευκτηρίου κι ο πρώτος άνθρωπος που συμβουλευόμουν για οτιδήποτε αφορούσε το περιοδικό, από προτεινόμενες συνεργασίες μέχρι γενικότερους σχεδιασμούς και προσανατολισμούς. O ίδιος κλήθηκε αρκετές φορές να συνδράμει στη μεταφορά πακέτων με τεύχη από το βιβλιοδετείο στους διάφορους χώρους αποθήκευσης του περιοδικού. (Στο Εντευκτήριο άλλωστε αυτό είναι κανόνας: όσο υψηλότερος ο τίλος στην “ταυτότητα” του περιοδικού τόσο βαρύτερο το χαμαλίκι).
Το 1997 έκανα μερικές αλλαγές στην εμφάνιση του περιοδικού, κατά τις υποδείξεις του έμπειρου Δημήτρη Καλοκύρη και ανέλαβα και τη σελιδοποίηση. Έκτοτε, το εξώφυλλο σχεδιάζεται από τον Άρι Γεωργίου, που έχει και τη γενική εποπτεία της εμφάνισης του περιοδικού. Oφείλω να πω ότι ο Γεωργίου προσφέρει αφιλοκερδώς τις γραφιστικές του υπηρεσίες όχι μόνο για το εξώφυλλο του περιοδικού αλλά και για τα εξώφυλλα των βιβλίων του, των σιντί, τις αφίσες κτλ.
Ο τυπογράφος Γιάννης Μουγκός στήριξε με κάθε τρόπο το Εντευκτήριο στα δύο πρώτα, κρίσιμα τεύχη του. Από το τεύχος 3 μέχρι και το τέυχος 63 το μοντάζ του περιοδικού γινόταν στο ατελιές του Αρνάλντο Τροϊάνι, ο οποίος έφυγε από κοντά μας βιαστικά όσο και πρόωρα. από το τεύχος 3 άρχισε και η 18χρονη συνεργασία με το τυπογραφείο του Θανάση Αλτιντζή, όπου εκτός από την εκτύπωση γινόταν και η φωτοστοιχειοθεσία μέχρις ότου το περιοδικό απέκτησε, το 1992, δικό του επιτραπέζιο εκδοτικό σύστημα, που το χειρίζεται ο επιγραφόμενος. Tον τελευταίο χρόνο το περιοδικό τυπώνεται από την Grafo AE του Λευτέρη Nτουρανίδη.
Η διακίνηση του περιοδικού από το 1987 μέχρι και το 1999 στη Θεσσαλονίκη, σε μερικές πόλεις της Μακεδονίας και προς τους συνδρομητές γινόταν από τον ομιλούντα (και σπανιότερα με τη βοήθεια, κατά διαστήματα, φίλων όπως η Σίσυ Κανίογλου, ο Γιάννης Ρισάφης, ο Σάκης Σερέφας και ο Δημήτρης Πλαζομίτης). Τα τελευταία χρόνια η διακίνηση στη Βόρειο Ελλάδα γίνεται από το «Κέντρο του Βιβλίου», μέσα σε εξαιρετικά αγαπητικό κλίμα συνεργασίας.
Τη διακίνηση του περιοδικού στην Αθήνα και τη νότιο Ελλάδα ανέλαβαν καταρχάς ο Σάκης Μαραθιάς και ο Σάκης Πομώνης, οι οποίοι, όταν βάρεσαν φαλιμέντο το 1989, φόρεσαν στο Εντευκτήριο (δηλαδή στη μισθοσυντήρητη τσέπη του υποκειμένου μου) ένα καθόλου αμελητέο χρέος 600.000 δρχ., έναντι του οποίου δεν κατέβαλαν έκτοτε ούτε δεκάρα τσακιστή... (Tέτοιου είδους συναλλακτικά “ήθη” να με συγχωρείτε αλλά ,ακόμη και στα μεσήλικά μου χρόνια, αρνούμαι να κατανοήσω.) Μικρότερη ποσότητα διακινούσε επίσης εξαρχής το βιβλιοπωλείο «Νεφέλη» και συνεχίζει το διάδοχό του «Κατάρτι», ενώ τον κύριο όγκο της διανομής στην Αθήνα και τη λοιπή νότια Ελλάδα διεκπεραιώνει από το 1990 και εξής ο παλαιός γνώριμος Σπύρος Μαρίνης.
Το περιοδικό υπήρξε για μεγάλο διάστημα ζημιογόνο. Η χασούρα του αντιμετωπίσθηκε (ως έναν βαθμό) από έσοδα μέσω διαφημίσεων, πενιχρότατη ―και πάντα απολύτως διαφανή― επιχορήγηση από το Κράτος, την ίδια που προνοείται για την πλειονότητα των περιοδικών, και κατά το υπόλοιπο με... αυτοχρηματοδότηση από την αφεντιά μου, που για να έχει την άνεση αυτή μετέρχεται και άλλων (πλην του τραπεζιτικού) επαγγελμάτων. Κανείς συνεργάτης δεν πλήρωσε δραχμή ―ούτε αμέσως ούτε εμμέσως, εγγράφοντας, λ.χ. συνδρομητές― για κείμενό του που τυπώθηκε στο περιοδικό. Αλλά και κανείς, δυστυχώς δεν πληρώθηκε για συνεργασία του, μολονότι αυτός είναι ο μεγάλος καημός του Εντευκτηρίου: να μπορεί να αμείβει, συμβολικά έστω, τους συγγραφείς των κειμένων που δημοσιεύει. Στην οικονομική αντοχή του περιοδικού συνέβαλαν ― καθένας με τον τρόπο του και σε διαφορετικό βαθμό― όλα αυτά τα χρόνια μερικοί φιλότεχνοι επιχειρηματίες αφενός (δίνοντάς μας διαφημίσεις των εταιριών τους), αφετέρου αρκετοί εκδότες, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, που κράτησαν σταθερά το Εντευκτήριο μεταξύ των εντύπων από τα οποία προβάλλουν τα νέα βιβλία τους. Φυσικά, και αμεσότερα, οι μεγάλοι ευεργέτες του Εντευκτηρίου είναι όλοι οι συνδρομητές του ―πολλοί από αυτούς σταθερά από το πρώτο τεύχος― και οι αναγνώστες του, μόνιμοι ή περιστασιακοί. Γιατί έχει δίκιο ο Νίκος Χουλιαράς να γράφει σε ένα μυθιστόρημά του: O Πασχάλης ο Λάλιζας τα τελευταία χρόνια ζει με τον τρόπο που καταφέρνουν να κρατιούνται στη ζωή όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά περιοδικά αυτής της χώρας: με τις συνδρομές των φίλων. Πράγματι, αν εξαιρέσει κανείς τα περιοδικά που βγαίνουν από εκδοτικούς οίκους (για να σταθώ στα περιοδικά που εξακολουθούν να εκδίδονται, η Νέα Εστία από το Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», η Ποίηση από τις Εκδόσεις Νεφέλη, η Νέα Συντέλεια από τις Εκδόσεις Άγκυρα, το Κ από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, τα Θέματα Λογοτεχνίας από τις Εκδόσεις Γκοβόστη, κ.ο.κ.), τα λογοτεχνικά περιοδικά στη συντριπτική πλειονότητα τους αποτελούν “ερασιτεχνικές”, δηλαδή μη επαγγελματικές, μη βιοποριστικές δραστηριότητες, που επιβιώνουν χάρη στις διαφημίσεις, τις πωλήσεις (κόντρα σε ένα δυσμενές και ανεπαρκές δίκτυο διανομής), καθώς και χάρη στις συνδρομές ιδιωτών (έτσι όπως οι δημόσιες και σχολικές βιβλιοθήκες είναι εξαιρετικά ολιγάριθμες, αντίθετα με το εξωτερικό όπου σημαντικό μέρος του τιράζ ενός περιοδικού έχει εξασφαλισμένη την απορρόφησή του από τις δημόσιες βιβλιοθήκες).
Είμαι ανέτοιμος (αλλά και απρόθυμος) να αξιολογήσω εγώ την πορεία που διήνυσε όλα αυτά τα χρόνια το περιοδικό, ή τον βαθμό συμμετοχής του στην ελληνική πνευματική ζωή. Μιλώντας πραγματολογικά, αντιγράφω μερικές επισημάνσεις του Κώστα Πλαστήρα στο γιορταστικό τεύχος 50 του Εντευκτηρίου:
Άρχισα να γράφω αυτό το κείμενο με τη φιλοδοξία να τραβήξω την βαριά κουρτίνα που καλύπτει το “μαγειρείο” ενός περιοδικού (που δεν το βγάζει κάποιος εκδοτικός οίκος) από τα μάτια όχι μόνο του “ανειδίκευτου” αναγνωστικού κοινού αλλά και των λογοτεχνών, των κριτικών και των κάθε άλλης κατηγορίας συγγραφέων, ακόμη και συνεργατών των περιοδικών, από τους οποίους συχνά διαφεύγουν οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται κάθε τέτοια έκδοση, παρότι κάτι τέτοιο θα ωθούσε στο μη περαιτέρω την περιαυτολογία και θα με εξέθετε ως αυτοπροτεινόμενο για «αγιοποίηση». Ίσως μέσα μου ήθελα να διεμβολίσω την αναπόφευκτη σοβαρότητα ενός τέτοιου, απολογιστικού, κειμένου· ή μπορεί να σκόπευα να υπονομεύσω τη σοβαροφάνεια που απειλεί το υποκείμενό μου ― ακόμη ακόμη και για να εκμαιεύσω τη συμπάθειά σας. Ετσι ή αλλιώς, η μεταφορά επί χρόνια από το σπίτι στα βιβλιοπωλεία αντιτύπων του εκάστοτε νέου τεύχους είχε ως συνέπεια μια πρόωρη οστεοαρθρίτιδα, όπως και η έκθεσή μου στην υγρασία ενός υπογείου κατά τη δημιουργία του «Underground Εντευκτήριο» προκάλεσε μία, παροδική ευτυχώς, ρευματοειδή αρθροπάθεια («παίζεις πολύ ποδόσφαιρο; τα γόνατά σου έχουν ηλικία 15 χρόνια πάνω από τη δική σου!», σχολίασε ο ορθοπεδικός μου, Αλέξανδρος Καραθανάσης, όταν με χίλια βάσανα προσκόμισα στο ιατρείο του το τουμπανιασμένο μου γόνατο). προσθέστε σ’ αυτές τις (σχετικά ελαφρές) σωματικές βλάβες, μία βαρύτατη σεξουαλική παρενόχληση από επιθετική ποιήτρια, η οποία θεώρησε ότι επειδή «μου άνοιξε την πόρτα της ψυχής της δίνοντάς μου τα ποιήματά» της, έπρεπε κι εγώ να της ανοίξω την πόρτα του σπιτιού μου και της καρδιάς μου. Ίσως ακούγεται αστείο, αλλά δεν είναι: καταιγισμός τηλεφωνικών κλήσεων με απόκρυψη, ακόμη και αργά τη νύχτα· αισχρό γκράφιτι στην πόρτα του διαμερίσματός μου· καταγγελία (!) εις βάρος μου σε αστυνομικό τμήμα για παρενόχληση! Επειδή όμως ουδέν κακόν αμιγές καλού, μπορεί τουλάχιστον κάποια στιγμή η απίστευτη αυτή ιστορία να αποτελέσει υλικό λογοτεχνικής αφήγησης. (Έχω ήδη διαλέξει τον τίτλο: «Η `“σφυριγμένη”* ποιήτρια που ήθελε να με παντρευτεί και να κάνουμε πολλά παιδιά». Μένει τώρα να γραφεί το διήγημα...)
Υπάρχουν βέβαια και τα μικρότερα (;) “κακά”: η κολακευτική προσέγγιση από φιλόδοξους νέους ή και όχι κατ’ανάγκην νέους που επιθυμούν να δημοσιεύσουν. η κατεδαφιστική ερώτηση «ποιος είσαι εσύ» που εκστομίζει συχνά κάποιος δυσαρεστημένος επειδή δεν γίνεται αποδεκτό για δημοσίευση το κείμενό του ― μια ερώτηση που εκτοξεύεται πιο εύκολα όταν ο διευθυντής του περιοδικού δεν διαθέτει ισχυρό λογοτεχνικό όνομα, ή φιλολογικές περγαμηνές, ή μια πολυπρόσωπη (άρα ανθεκτικότερη στην άμυνα) συντακτική ομάδα. η εξαφάνιση και η θανάσιμη σιωπή μερικών συγγραφέων αφότου τυπωθεί η συνεργασία τους και μέχρις ότου κρίνουν ότι ήρθε η στιγμή να δώσουν την καινούρια τους συνεργασία. η αδιαφορία και η σιωπή επίσης πολλών συνεργατών για τα κείμενα που δημοσιεύονται πριν ή μετά από το δικό τους κείμενο. οι αξιώσεις για «καλή σειρά δημοσίευσης» (αλλά κάθε τεύχος έχει μόνο μία πρώτη σελίδα!...)· οι απόπειρες να μεταφερθούν στο περιοδικό ανταλλαγές φιλοφρονήσεων και επαίνων (του τύπου γράφω εγώ στο Εντευκτήριο για το βιβλίο σου και γράφεις εσύ, πάλι στο Εντευκτήριο, ή σε κάποιο άλλο περιοδικό, λίγο αργότερα, για το δικό μου βιβλίο...). κι ακόμη η έλλειψη κάθε δημόσιας κριτικής για τα περιοδικά, όπως κι η απουσία διαλόγου με και για τα κείμενα που δημοσιεύονται σ’ αυτά.

[η συνέχεια στις σελίδες του τεύχους 78 του Εντευκτηρίου - από τις 16 Οκτωβρίου στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία]

25.8.07

ΟΤΑΝ Ο ΗΡΩΔΗΣ ΔΕΝ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΜΟΝΟ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΩΣ ΤΟΝ ΛΕΝΕ;

Το «Εντευκτήριο» έλαβε με mail σήμερα το πρωί, από τον Νεκτάριο Λαμπρόπουλο, το ακόλουθο κείμενο

Έκαψαν που λες τον Καϊάφα. Πέρα από τους ανθρώπους που έχουν από μόνοι τους φορτωμένη στις μνήμες μας τη βαρύτητα της απώλειας - και δεν πρόκειται να γυρίσουν και θα τρίζουν ανάμεσα στ' αποκαήδια τα κόκκαλά τους - κάηκε κι ο Καϊάφας, ένα από τα πιο όμορφα και μοναδικά μέρη της μπουρδελοχώρας αυτής. Δεν επιτρέπεται να μιλάμε άσχημα, αλλά έκαψαν και τον Καϊάφα, έκαψαν και τη Μάνη, έκαψαν και τον Ταϋγετο, έκαψαν και την υπόλοιπη Πάρνηθα (εκτός από το καζίνο), έκαψαν κάποιες ντουζίνες ανθρώπων και κάποιες χιλιάδες δέντρων που θα κάνουν κάποια εκατομμύρια χρόνια να ξαναγεννηθούν αν αθροίσουμε τα χρόνια που κουβαλούσαν. Μπροστά στις ανθρώπινες απώλειες θα μπορούσε να πει κάποιος πως δεν είναι τίποτα ένα δάσος. Κι όμως, πόσες ανθρώπινες απώλειες θα σημάνει μακροπρόθεσμα η απώλεια ενός δάσους; Δυστυχώς, όταν θα έρθει η ώρα να το διαπιστώσουμε δε θα είναι λίγες και θα είναι αργά.
Αύριο, σήμερα, αργά, νωρίς, με τα πουκαμισάκια ανοιχτά, με τα μάτια μαύρα από το ξενύχτι και το κατάλληλο μακιγιάζ, θα βγουν κι οι μέντορές μας, οι πολιτικοί μας ταγοί, τα πονεμένα προσωπάκια τους ίσα που δε θα δακρύσουν για την καταστροφή. Ακόμα κι εκείνοι οι ίδιοι που υπερψήφισαν το άρθρο 24 δίχως ντροπή, στις προεκλογικές τους υποσχέσεις θα βγουν να μιλήσουν με λόγια δυνατά και σταράτα. Θα τα πουν έξω από τα δόντια και μέσα από αυτά θα γελούν, γιατί κανένας από εμάς δε θα πάρει μια πέτρα να τους πάρει στο κυνήγι, δε θα πάρει ένα αναπτηράκι να βάλει φωτιά στα μπατζάκια τους, δε θα πάρουμε εν τέλει την οργή μας - την οργή του λαού, κατά την προσφιλή τους έκφραση - τοις μετρητοίς για να τους ξεμπροστιάσουμε και να τους ξεφτυλίσουμε. Ολόκληροι πρώην υπουργοί (ξέρουν όλοι για ποιον μιλάω) είχαν υποστηρίξει ότι ο Καϊάφας δεν είναι λίμνη που έχει επαφή με τη θάλασσα, η ΕΤΑ (όχι της Ισπανίας, αυτή η άλλη που έχει αποφασιστεί εδώ και χρόνια να ξεπουλήσει όλη την Ελληνική γη, που μια είναι Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης και μια γίνεται Εταιρία Τουριστικών Ακινήτων και γύρευε πώς θα την πουν σε λίγο) τον είχε παρατημένο στην μοίρα του δίχως έναν κάδο ανά κάποια μέτρα, η τοπική κοινωνία ας μην το κρύβουμε αδιαφορούσε και οι μόνοι που νοιάζονταν έστω λίγο είναι κάποιοι ρομαντικοί κατασκηνωτές ή κάποιοι αληθινοί αγωνιστές που προσέφευγαν στο Συμβούλιο Επικρατείας ή ακόμα και στην κατ' όνομα Ευρωπαϊκή Ένωση για να μην περάσει ο νέος καταπληκτικός δρόμος που βαφτίζεται Ιόνια οδός - ένα έργο πνοής για την δυτική Ελλάδα όπως το το λένε (έτσι δε βαφτίζουν όλα τα εκτρώματα σήμερα και πάντα μετά τη μεταπολίτευση;) με την υπογραφούλα του αγαπητού Σουφλιά, αλλά και με τις προεγκρίσεις άλλων δεκάδων ή εκατοντάδων πολιτικάντηδων και επίδοξων λαμόγιων. Μόνο παγκόσμιους αγώνες θαλάσσιου σκι - ναι, αυτούς που όλοι λένε πως καταστρέφουν τους υγροβιότοπους, γιατί ήταν υγροβιότοπος ο Καϊάφας - μπορούσαν να οργανώνουν, να χαίρονται και να καταστρέφουν, αλλά λίγο προσοχή δεν μπορούσαν να δώσουν σε αυτήν την κουκκίδα του χάρτη. Τον τελευταίο χρόνο είχε κλείσει ακόμα και το περίπτερο που υπήρχε εδώ και χρόνια, ένα ταβερνάκι που βρισκόταν και τάϊζε τους επισκέπτες είχε κλείσει κι αυτό, και είχε μείνει μόνο το παλιό κτίριο του ΟΣΕ που είχε γίνει καφέ με αφεντικό έναν ανεκδιήγητο τύπο που δε σέρβιρε τους κατασκηνωτές όταν δεν φορούσαν μπλούζα, τους έδινε ζεστά μπουκαλάκια νερό και κάθε τρεις και λίγο καλούσε την αστυνομία για να τους γράψουν για ελεύθερο κάμπινγκ που πλέον εδώ και δυο δεκαετίες απαγορεύεται - ό,τι υπαγορεύει δηλαδή η πατροπαράδοτη ηλειακή φιλοξενία ενώ όλοι ξέρουμε πως μόνο οι "άπλυτοι προλετάριοι των παραλιών" αγαπούν τη φύση και γίνονται ένα μαζί της αντί να πάνε να μείνουν σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο με πισίνα - ενώ η θάλασσα είναι δίπλα!
Πόσο ντρέπομαι που μπήκα το '95 στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, αυτών όλων που παιδεύουν και βιάζουν τη φύση μας, τις πόλεις μας, τη ζωή μας δίχως να κοκκινίζουν ένα δράμι. Αλήθεια λέω, ντρέπομαι περισσότερο που μπήκα παρά που για 6 μαθήματα δεν την τέλειωσα κι ο πατέρας μου το 'χει καημό. Κι έρχεται κι ο διάολος κάθε μέρα και μου λέει: "τι το θέλεις το κωλοπτυχίο; Θες να γίνεις κι εσύ γλυκός υπάλληλός μου στην εξ' ορισμού παρανομία, θαμώνας στις αμαρτωλές πολεοδομίες, στις μονόφθαλμες αρχαιολογικές υπηρεσίες ή στα απαρχαιωμένα δασαρχεία με αεροφωτογραφίες του 50;" και λέω μέσα μου, λες να άλλαξε ο διάολος και πάει να με προφυλάξει απ' το κακό; Ντρέπομαι που σε όλη τη διάρκεια αυτής της φοίτησης δεν υπήρχε ένα μάθημα επαγγελματικής δεοντολογίας και ηθικής, ανάμεσα στα μαθηματικά, στη φυσική και στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που μετριούνται και πληρώνονται αδρά. Και όλοι κάνουν - κάνουμε - τα στραβά μάτια. Λαμόγια πάνε και κάνουν επενδύσεις 200 μέτρα από αρχαιολογικούς χώρους και η αρχαιολογία παίρνει αποφάσεις γιατί έπεσε τηλέφωνο από τον κ. τάδε χωρίς μια ενδεικτική τομή στο έδαφος. Και μεθαύριο, τα ίδια λαμόγια, με κάποιον έμμεσο τρόπο θα βρεθούν μπροστάρηδες σε οικολογική πολιτική και θα πουλάνε οικολογικό προφίλ.
Και για να μην ξεχνιόμαστε, έκαψαν τον Καϊάφα. Βρήκα πριν μια βδομάδα τον Θρασύβουλο, μισομεθυσμένο στο καφενείο του Βάκρου να μου λέει πως περιμένει να μεγαλώσει ένα χρόνο ο γιος του για να τον πάρει του χρόνου το καλοκαίρι και να κατασκηνώσουν τσίτσιδοι στον Καϊάφα. Να μου λέει: "Γράψε το άρθρο που μου 'λεγες γιατί είσαι από κει, αν δεν τους φωνάξεις εσύ θα τον πάρουν, θα τον καταστρέψουν τον Καϊάφα, θα τον φάνε", κι εγώ να του απαντάω ναι, θα το γράψω, κάτσε να χαλαρώσω λίγο με τις δουλειές και θα το γράψω. Κι όταν τον ρωτούσα αν θα έρθει σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας αν την οργανώσω μέσα στον Αύγουστο, σηκωνόταν όρθιος, και μου 'λεγε "πες στο Βάκρο να με βρει και θα είμαι εκεί". Αλλά δεν πρόλαβα να το γράψω το κείμενο, δεν πρόλαβα να το δημοσιεύσω, δεν πρόλαβα να μαζέψω κανέναν να κατέβουμε μέσα στο δάσος όρθιοι (τώρα μόνο σκυφτοί θα περπατάμε στα καμμένα δέντρα) και να φωνάξουμε πως ανήκει σε όλους και πως πρέπει να το προστατέψουμε από αλήτες πολιτικούς, από αλήτες τοπικούς, από αλήτες της τηλεόρασης που με τα κορκοδείλια δάκρυά τους θα σβήναμε δεκάδες φωτιές αλλά τα φυλάνε για να γεμίσουν τις πισίνες τους στα βόρεια προάστεια, που κι αυτά παραλίγο να καούν. Κι όταν 300.000 στρέμματα κάηκαν στην Αιγιαλεία δόθηκαν υποσχέσεις αλλά ουσιαστικά τίποτα άμεσα. Όσο άμεσα κάηκε ένας από τους τελευταίους παραδείσους της Πελοποννήσου και της Ελλάδας ολόκληρης - ο Καϊάφας ντε, γι' αυτόν μιλάω τόση ώρα! Και την προηγούμενη βδομάδα βγήκαν στους δρόμους οι πληγέντες της Αιγιαλείας για να ζητήσουν χρήματα. Και τι έγινε; Και τι έγινε που βγήκαν στους δρόμους παρόλο που έχουμε εκλογές σε λίγο; (Μην είναι τυχαίο πως δεν δόθηκαν σχεδόν καθόλου μεταθέσεις σε εκπαιδευτικούς στο τέλος της σχολικής χρονιάς, αλλά τώρα που έχουμε εκλογές γίνεται χαμός με τις αποσπάσεις και όταν θα έρθει η ώρα, δε θα υπάρχουν καθηγητές σε κάποια σχολεία να διδάξουν;)
Τόσα χωριά, τόσα κορμιά και τόσα ζωντανά είναι στάχτη και κάποιοι τρίβουν τα χέρια τους, τρίζουν τα δοντάκια τους από αγωνία για το πότε θα μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την περίσταση, πότε θα καταλαγιάσει η μπόρα και θα ξεχαστούν όλα, για να πάνε να βάλουν το πρώτο παλούκι-σύνορο, στην εκ του πυρός γεννόμενη περιουσία τους. Και μετά από χρόνια, όταν οι μπόρες θα πέφτουν η μια μετά την άλλη, θα πνίγονται οι νέοι κάτοικοι, θα διαμαρτύρονται γιατί δεν έγιναν τα κατάλληλα αντιπλημμυρικά έργα, στους τόπους που οι ίδιοι καταπάτησαν, οι ίδιοι βρήκαν ως περιουσία από ένα παλιό χαρτί που δηλώνει την ιδιοκτησία τους - κάποτε τσιφλίκι του πατέρα τους, δώρο του βασιλιά, του δικτάτορα, του κατακτητή, του κάθε αλήτη που έχοντας το μαχαίρι και το πυρ, μοιράζει κατάλληλα κι εμείς κοιτάμε τους μπράβους να κλείνουν τις ακτές και τις παραλίες και να μας ζητάνε εισιτήριο.
Κι εμείς τι κάνουμε; Θα πάμε να τους ψηφίσουμε πάλι όπως και την προηγούμενη φορά; Ή θα θυμηθούμε πόσες χιλιάδες στρέμματα έχουν αποχαρακτηριστεί από τις δυο παρατάξεις που εναλλάσσονται στην κυβέρνηση από το 74 και μετά και θα τους μαυρίσουμε και θα τους ρίχνουμε μια καρπαζιά κάθε φορά που θα ξανασηκώσουν κεφάλι συνέλληνες; (όπως λέει κι ένας καραγκιόζης που δε θυμάμαι το όνομά του και μου έχουν πει πως βγαίνει στην τηλεόραση - πούλα πούλα πούλα...).
Για λίγα λεπτά θα έχουμε στα χέρια μας και το μαχαίρι και το καρπούζι. Ας τα χρησιμοποιήσουμε σωστά σε λιγότερο από ένα μήνα. Κι ας χρησιμοποιήσουμε και τη φωνούλα μας και την πένα μας και το αυστηρό μας βλέμμα και για κάτι σημαντικό επιτέλους κι όχι μόνο για να βγάζουμε τα ματάκια μας.
Με μια απέραντη στεναχώρια κι έναν θυμό που σιγοβράζει,

Ν.Λ.

ΚΟΥΙΖ: Οι σημερινοί πολιτικοί, μετά την καταστροφή που έχει συμβεί ποιο ρόλο πιστεύετε ότι παίζουν καλύτερα;

Α. Του διασημότερου εμπρηστή της Ιστορίας, Νέρωνα;
Β. Του Αρχιερέα Καϊάφα;
Γ. Του Καϊάφα της Ηλείας;
Δ. Του Πόντιου Πιλάτου και θα νίψουν τας χείρας τους;

23.8.07

Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΚΟΜΜΑ!

Tης Mαριάννας Tζιαντζή (από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23.8.2007)

«Πείτε μας ονόματα, πείτε μας μεγάλα ονόματα, λαμπερά ονόματα», ζητούσε επιτακτικά το μεσημέρι της Κυριακής η παρουσιάστρια μιας έκτακτης εκπομπής στον Αlpha από έναν δημοσιογράφο. Αυτό που εννοούσε ήταν να αναφερθούν τα ονόματα των επωνύμων που θα περιληφθούν στα ψηφοδέλτια των κομμάτων.

«Θα σας πω ένα πολύ ηχηρό όνομα: Βίκυ Λέανδρος στη Β΄ Πειραιά. Τη βρήκαν στο τηλέφωνο χθες τη νύχτα, στη Σαρδηνία όπου έκανε διακοπές. Της το πρότειναν και δέχτηκε».

Το βράδυ, στις ειδήσεις του ΑΝΤ1, παρουσιάστηκε στην οθόνη ένα τρίπτυχο με φωτογραφίες «επώνυμων» υποψηφίων. Πρώτο αναφέρθηκε το όνομα της Βίκυς Λέανδρος, δεύτερο του Κώστα Σημίτη, τρίτο του Γεράσιμου Αρσένη.

Τα περισσότερα κανάλια δείχνουν ζωηρό ενδιαφέρον για τα λεγόμενα λαμπερά ονόματα και είναι πολύ πιθανό ότι αντίστοιχο είναι και το ενδιαφέρον μιας μεγάλης μερίδας των τηλεθεατών-ψηφοφόρων. Σε δύο κανάλια τέθηκε στον Γιώργο Καρατζαφέρη το ερώτημα γιατί επέλεξε για το ψηφοδέλτιο του ΛΑΟΣ την τραγουδίστρια Εφη Σαρρή, που στα σουξέ της συγκαταλέγονται τα «Γυναίκα ολοκαύτωμα», «Καίγομαι», «Αύριο παντρεύομαι». Και τις δύο φορές έδωσε παρόμοια απάντηση: «Πώς το κανάλι σας έχει και σοβαρές και πιο ευχάριστες, ψυχαγωγικές εκπομπές; Ετσι και στη ζωή και στα κόμματα χωράνε όλοι. Ο αποκλεισμός των καλλιτεχνών θα ήταν αντιδημοκρατικός».

Συχνά οι εκπρόσωποι των καναλιών δικαιολογούν την παρουσία σκουπιδοεκπομπών στο πρόγραμμά τους λέγοντας ότι «αυτά θέλει ο λαός». Αφού λοιπόν ο λαός προτιμά την εκπομπή της Αννίτας Πάνια, π.χ., από το «Παρασκήνιο», γιατί να τον μπουκώσουμε με γράμματα και τέχνες; Αφού ο λαός θέλει να ακούει στις ειδήσεις για τα «λαμπερά πρόσωπα», γιατί να μη συμπεριληφθούν αυτοί οι λαμπεροί στα ψηφοδέλτια; Και αν οι ίδιοι οι λαμπεροί κωλύονται, τη θέση τους μπορούν να πάρουν συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη θρυλική «Μάνα ρέιβερ», περάσαμε στη «Σύζυγο λαμπερού».

Συχνά ακούμε ότι οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί σε κέντρο, δεξιά, αριστερά τείνουν να εκλείψουν. Πράγματι, οι υποψήφιοι φαίνονται να διακρίνονται σε λαμπερούς και άχρωμους. Ποιος θα λάμψει στα ντιμπέιτ; Ποιο κόμμα έχει το πιο λαμπερό πρόγραμμα, τις πιο λαμπερές αρχές, τις πιο λαμπερές ιδέες; Ακόμα και οι λαμπερές σύζυγοι, τα λαμπερά παιδιά προσθέτουν στη λάμψη των υποψηφίων. Και φυσικά η τηλεόραση είναι το αλάνθαστο όργανο παραγωγής και μέτρησης της λάμψης.

Καθώς αύριο παίρνω μια σύντομη καλοκαιρινή άδεια, επιτρέψτε μου να σας αποχαιρετήσω με μια νόστιμη ιστορία που την αφηγήθηκε σε μια επιφυλλίδα του ο Διονύσιος Ρώμας. Τον 19ο αιώνα, ένας νεαρός κλητήρας, άρτι διορισμένος στο δημαρχείο της Ζακύνθου από τον τοπικό εκπρόσωπο του κόμματος του Τρικούπη, διδάσκει κάποιον χωριάτη που έμπαινε στη Χώρα με το γαϊδουράκι του:

«Ω ψυχή μου Κόμμα!»

«Τι Κόμμα;» ρωτάει ο αφελής ξωμάχος.

«Με αρχές.»

«Και τι αρχές;»

Τότε ο κλητήρας, πνιγμένος από ενθουσιασμό, του τις εξήγησε μονολεκτικά: «Σφόδρες!»

Σήμερα η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα θα ήταν: «Λαμπερές!»

12.8.07

ΜΕ ΞΕΝΑ ΚΟΛΛΥΒΑ

Διαβάζω στη σημερινή ΑΥΓΗ ότι η κυβέρνηση (δια του κ. Αλογοσκούφη) υποσχέθηκε στην Εκκλησία της Ελλάδος 30.000.000 ευρώ από τα κονδύλια του Δ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, προκειμένου να υλοποιήσει (η Εκκλησία) το πρόγραμμά της για κοινωνικό έργο.

Δηλαδή, κανονικά με ξένα κόλλυβα μνημόσυνο! Η (προφανώς πτωχή) Εκκλησία κάνει 'πρόγραμμα για κοινωνικό έργο' και η κυβέρνηση χρηματοδοτεί την υλοποίησή του!

(Υ.Γ. Οι αποζημιώσεις των πυροπαθών της Πελοποννήσου ανέρχονται σε 1,8 εκατ. ευρώ.)

Γιώργος Κορδομενίδης

20.7.07

Η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Εντευκτήριο με 14 νέους συγγραφείς
Χορταστικό και με επίλεκτη ύλη το καλοκαιρινό «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη, κυκλοφορεί ήδη λίγο πριν από την έκδοση του γενέθλιου πανηγυρικού τεύχους για την 20χρονη συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία του στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης και πέραν αυτής.

Στις σελίδες του συνυπάρχουν οι «νέες φωνές» της ελληνικής λογοτεχνίας μαζί με τα νέα διηγήματα των Θανάση Βαλτινού, Στρατή Χαβιαρά, Βασίλη Αμανατίδη, Γκερτ Χάιντερνράϊχ, Στέλλας Βογιατζόγλου, τα ποιήματα των Μαρίας Καραγιάννη, Βασίλη Καραβίτη, Μαρίας Κουγιουμτζή, Μαρίνο Πιατσόλα, Μάικλ Μαρτς, το μελέτημα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου για την ποίηση του Γιάννη Καρατζόγλου. «Η ποίηση αποτυπώνει τη βαθύτερη αυθεντικότητα, την εκστατική απορία, την απάντηση στο αναπάντητο. Γι’ αυτό και δεν είναι μόνο τέχνη. Είναι και στάση ζωής. Διαρκής αναζήτηση γνησιότητας πάνω και έξω από τις σχετικές αξίες και μόδες που ορίζουν τη συμβατική ζωή των κοινωνιών...», γράφει ο Στρατής Πασχάλης στον έναν από τους είκοσι πέντε αφορισμούς για την ποίηση.

Το ίδιο τεύχος φιλοξενεί άρθρο του Δημήτρη Α. Φατούρου «Δοκίμιο διαπιστώσεων. Σημειώσεις για την κατασκευή των αντικειμένων», μια πλούσια ενότητα με βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις και ένα αφιέρωμα σε 14 νέες φωνές ποιητών και πεζογράφων από διάφορες πόλεις της Ελλάδος οι περισσότεροι από τους οποίους δημοσιεύουν για πρώτη φορά. Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν ζωγραφιές του Στέλιου Σκούλου (σχόλιο Σοφία Καζάζη), ενώ στην Camera Obscura ο Ηρακλής Παπαϊωάννου γράφει για το πορτφόλιο του Ανθιμου Καλπατζίδη «Πορτρέτο πανηγυριού» με ασπρόμαυρες φωτογραφίες από πανηγύρια κυρίως της Μακεδονίας.

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20 Ιουλίου 2007