20.3.20

Κλειδωμένοι



του Ιρλανδού μοναχού Richard Hendrick 

Ναι, υπάρχει φόβος.
Ναι, υπάρχει απομόνωση.
Ναι, υπάρχει πανικός
Ναι, υπάρχει αρρώστια.
Ναι, υπάρχει ακόμη και ο θάνατος.

Αλλά,
Λένε ότι στη Γουχάν μετά από τόσους μήνες
Μπορείτε να ακούσετε ξανά τα πουλιά.
Λένε ότι μετά από λίγες εβδομάδες θα 'ρθει η γαλήνη πάλι 
Ο ουρανός δεν θα είναι πλέον με πυκνούς καπνούς θολός 
Αλλά μπλε και γκρι και καθαρός

Λένε ότι στους δρόμους της Ασίζης
Οι άνθρωποι τραγουδούν ο ένας στον άλλο
στα μπαλκόνια τους,
κρατώντας τα παράθυρά τους ανοιχτά
έτσι ώστε αυτοί που είναι μόνοι
μπορεί να ακούσουν τα τραγούδια των γειτόνων τους
Λένε ότι ένα ξενοδοχείο στα δυτικά της Ιρλανδίας
Προσφέρει δωρεάν γεύματα και παράδοση στο σπίτι.

Σήμερα μία νέα γυναίκα που ξέρω
είναι απασχολημένη με το να διαδώσει σωτήρια τηλεφωνικα νούμερα 
Έτσι ώστε οι ανήμποροι κι οι ηλικιωμένοι να μπορούν να έχουν κάποιον να καλέσουν.

Σήμερα εκκλησίες, συναγωγές, τζαμιά και ναοί
ετοιμάζονται να καλωσορίσουν
και να στεγάσουν τους άστεγους, άρρωστους, ανθρώπους κουρασμένους

Σε όλον τον κόσμο οι άνθρωποι ξανακοιτούν τους εαυτούς σαν σε καθρέφτη
Σε όλον τον κόσμο οι άνθρωποι κοιτάζουν τους γείτονές τους με νέο τρόπο
Σε όλον τον κόσμο οι άνθρωποι ξυπνούν σε μία νέα πραγματικότητα
Για το πόσο σημαντική είναι η ζωή.
Για το πόσο χάσαμε τον έλεγχο
Κι αποδεχόμαστε απ' την αρχή 
O,τι πραγματικά έχει σημασία.
Ποια είναι η ουσία 
Κι αυτό είναι:
Το να αγαπάς.

Ναι, υπάρχει φόβος.
Αλλά δεν χρειάζεται να υπάρχει μίσος.
Ναι, υπάρχει απομόνωση.
Αλλά δεν χρειάζεται να υπάρχει μοναξιά.
Ναι, υπάρχει πανικός 
Αλλά δεν χρειάζεται να γίνεται κακία.
Ναι, υπάρχει αρρώστια.
Αλλά δεν χρειάζεται να υπάρχει αρρώστια στην ψυχή μας
Ναι, υπάρχει ακόμη και ο θάνατος.
Αλλά μπορεί πάντα να υπάρξει μια αναγέννηση της αγάπης.

Ξυπνήστε sήμερα, με τις νέες επιλογές που κάνετε για να ζήσετε Tώρα.
Aναπνεύστε.
Ακούστε, πίσω από τους αγριους μεταλλικούς θορύβους του πανικού σας
Τα πουλιά να τραγουδούν πάλι
 Δείτε πως ο ουρανός είναι καθαρός,
νιώστε τον ερχομο της ΑΝΟΙΞΗΣ,
Κι αφεθείτε να σας αγκαλιάσει το συναίσθημα της Αγάπης
Ανοίξτε τα παράθυρα της ψυχής σας
Ακόμη κι αν δεν είστε σε θέση, έτσι κλειδωμένοι μες στα σπίτια σας
μπορείτε να διορθώσετε τα κενά που τωρα νιώθετε, 
αρκεί να ξεκλειδώσετε την αγάπη στην ψυχή σας 
και: 
Τραγουδήστε! 

15.3.2020


Ελεύθερη απόδοση: Τέλλος Φίλης
21.3.2020, πρώτη ανάγνωση στην εκπομπή της Ελένης Κουρτίδου 
«Ένας Αμλετ για τον δρόμο» στον 958fm της ΕΡΤ3

Ημερολόγιο "Μένουμε σπίτι"



γράφει η Στέλλα Μπελιά

Εντάξει σήμερα είμαι πιο ψύχραιμη και θυμίζω λιγότερο νοικοκυρά σε απόγνωση από χθες αλλά και πάλι έχω γεμάτο το μυαλό μου από διάφορα υπαρξιακά ζητήματα που απαιτούν επιτακτικές απαντήσεις και αναρωτιέμαι αν θέλουν να μας ξεκάνουν όλες, όλους, όλα ή απλώς κάνουν ό,τι του φανεί του λολοστεφανή γιατί είναι μια πρωτόγνωρη κατάσταση και δεν ξέρουν πώς να την αντιμετωπίσουν και οι δεξιοί δεν έχουν τσαγανό να τα βάλουν με τους παπάδες γιατί αν είχαν δεν θα έπρεπε τώρα να πρέπει να σπάμε το κεφάλι μας τι σημαίνει ατομική λατρεία δηλαδή θα πηγαίνουν ένας ένας στον ναό και θα φιλάνε τις εικόνες ή όχι αλλά ίσως και καλύτερα που δεν έκλεισαν εντελώς τις εκκλησίες γιατί για φαντάσου να κλείσουν οι εκκλησίες και να ξεσηκωθούν όλοι αυτοί οι φανατικοί χριστιανοί και να μας θεωρήσουν συλλογικά υπεύθυνους  και να θελήσουν να μας εξοντώσουν με όπλο την πίστη τους και το άγιο δισκοπότηρο και να πηγαίνουν να κοινωνάνε στον «κρυφό ναό» και να έρχονται μετά στο σούπερ μάρκετ να αρχίσουν τα φτερνίσματα και τους βήχες δίπλα στα detol και τις  clinex και να μας κολλήσουν όλους και καλού-κακού καλά θα κάνω να ξεθάψω και τους σταυρούς από τα βαφτιστικά στα αγόρια γιατί μπορεί να είναι αυτό το αναγνωριστικό σήμα για να μη φτύνουν στα μούτρα σου και αν τους στείλω στο περίπτερο όταν θα τελειώσει το γάλα να σωθούν τουλάχιστον για να είναι σε θέση να κάνουν μαθήματα μέσω τηλεδιάσκεψης αφού η Ζαχαράκη έστειλε εγκύκλιο και ζητάει τα κινητά μας και τα e-mail μας για να μπορέσει να μας βάλει κι εμάς τους γονείς στο παιχνίδι ότι τα κάνουν όλα μια χαρά αλλά να που το pc των αγοριών δουλεύει και δεν δουλεύει η οθόνη εξαρτάται από την ώρα και την ημέρα και άμα την πιάνει το «γλυκύ της» που έλεγε και η Γώγου σε μια ελληνική ταινία με τον Αντωνάκη τότε τα δείχνει όλα μαύρα κι ένα πιάνο αλλά δεν είναι η οθόνη που φταίει έχει πρόβλημα ο αντάπτορας  και τώρα πώς θα πάρουμε νέο αντάπτορα θα πρέπει να βγούμε έξω αλλά ίσως και να μην χρειαστεί γιατί το Πλαίσιο ή το Public, δεν είμαι σίγουρη με γνώμονα την κοινωνική ευθύνη συνεχίζει τις δωρεάν παραδόσεις κατ’ οίκον οπότε θα μας φέρουν έναν αντάπτορα να παίζει η οθόνη και επειδή θα σέρνεται πάλι το δίκτυο η Cοsmote δίνει 15 gigabyte δωρεάν και ίσως να μπορούν να κάνουν τηλεδιασκέψεις με τα δεδομένα τους αλλά δεν διευκρινίζουν αν είναι μόνο για συνδέσεις ή και για καρτοκινητά και επίσης πώς θα πείσω τα αγόρια αντί να παίζουν online με τα φιλαράκια τους να κάνουν μαθήματα και βέβαια πρέπει όπως πάντα να απαντήσω το προαιώνιο ερώτημα που παραμένει επιτακτικό  «τι θα μαγειρέψω σήμερα;» γιατί βγάλαμε φιλέτο κοτόπουλο από την κατάψυξη και τώρα πρέπει να το κάνω κάτι μη γλιτώσουμε από τον ιό και την πάθουμε από καμιά σαλμονέλα και να πάρω και κανένα τσουβάλι καλαμπόκι για ποπ κορν να έχουμε που ξετινάξαμε το netflix και το ταινιομάνια αν πάω το αυτοκολλητάκι μου στο  super market να πάρει τροφή για τις γάτες γιατί οι γάτες είναι επικίνδυνες αν πεινάνε και δεν θέλω να σκεφτούν να φάνε το αυτοκολλητάκι μου αν τελειώσουν οι κροκέτες τους επίσης να θυμηθώ να πάω φαΐ στη γωνία για τα αδέσποτα γιατί τώρα που έκλεισαν οι ταβέρνες θα έχουν μείνει νηστικά και μπορεί να μας στήσουν καρτέρι όταν θα βγούμε να πάρουμε αυτό το γάλα που τελειώνει νομίζω γιατί θα τα έχει τρελάνει η πείνα εμένα βέβαια δεν με έχει τρελάνει η πείνα μάλλον το πολύ φαΐ με έχει φέρει σε μια κατάσταση ελαφριού παροξυσμού  και κατάληξα ότι θα παίρνω Ζoloft των 50mg κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό για 5 μέρες μισό και μετά ολόκληρο ένα χάπι για να μην τρελαθώ στο τέλος αλλά να είμαι σε θέση να κάνω βραχολάκια και άλλα ωραία rainbow πράγματα για το Europride αν τελικά γίνει δηλαδή το  Europride και στο μεταξύ δεν βλέπω τα ραδίκια ανάποδα αλλά μάλλον θα γίνει γιατί τι στο καλό θα μας πάει μέχρι τον Ιούνιο έτσι δεν μπορεί θα έρθει καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα και θα μπορούμε να βγαίνουμε έξω και θα πηγαίνουμε για ποτά και καφέδες και παϊδάκια και έχω και δύο κιλά παϊδάκια στην κατάψυξη να τα βγάλω να ανάψουμε φωτιά να τα ψήσουμε με τα αγόρια μια μέρα αλλά όχι σήμερα γιατί τι θα το κάνω το κοτόπουλο που ξεπάγωσε και όπως σας έλεγα καλά είμαι ψύχραιμη και λογική λέω να βάλω τον σταυρό της μάνας μου και να πάω εγώ να φέρω γάλα να έχουν τα αγόρια για τα δημητριακά τους όταν ξυπνήσουν γιατί μπορεί να έχει ήδη αρχίσει η εκκαθάριση των άθεων και αγνωστικιστών και να μην το έχουμε πάρει χαμπάρι, εσείς λοιπόν καλά; Την παλεύετε; Εγώ ένα βηχαλάκι  το έχω αλλά μάλλον είναι τσιγαρόβηχας... Α! είναι και τα γενέθλια του Αλέξη μη μου διαφύγει ή μάλλον είναι η ονομαστική γιορτή όπως με πληροφόρησαν αλλά πού να ξέρω το εορτολόγιο αφού δεν το έχω.

[ πρώτη δημοσίευση εδώ, στο blog του Εντευκτηρίου ]

Η Στέλλα Μπελιά είναι νηπιαγωγός που σπούδασε και θέατρο.  Είναι ον πολιτικό, δηλαδή, ακτιβίστρια, συνδικαλίστρια, φεμινίστρια  αλλά  και κανονικός άνθρωπος: μαμά, καπνίστρια, λεσβία  και μάλλον αγνωστικίστρια.

19.3.20

Είμαστε όλοι μέλη μιας "oρχήστρας"



γράφει ο Νεκτάριος Γεωργόπουλος

Ο κόσμος είναι αυτός που είναι, μπορεί να γίνει καλύτερος αλλά και χειρότερος, υπάρχουν όμως στιγμές που χρειάζεται να κοιτάξουμε την ίδια εικόνα και όχι από διαφορετική γωνία.

Στις ζωές όλων μας υπάρχουν στιγμές που χρειάζεται να δούμε βαθιά μέσα μας και να πιστέψουμε στην καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Μία από αυτές είναι και οι τελευταίες τρεις εβδομάδες που πέρασαν, ζώντας μια δύσκολη κατάσταση στο σπίτι, στην εργασία, στην οικογένεια, στην παρέα. Όπως μου εξήγησε μία καλή φίλη, αυτό δεν το είχε σκεφτεί ούτε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Στον δικό μου μικρόκοσμο υπήρχε ήδη ως πραγματικότητα, μιας και το 1996 αναγκάστηκα να παραμείνω ως νοσηλευόμενος στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Αθήνας για έναν μήνα. Εάν εξαιρέσεις τις πρώτες δύο εβδομάδες, που έκανα τις απαραίτητες εξετάσεις, κατόπιν, και για τις δύο επόμενες, με τη συμπαράσταση της Προϊστάμενης της Καρδιολογικής, έγινα βοηθός και έκανα μία σειρά από δουλειές, λογουχάρη πήγαινα το φαγητό των ασθενών στους θαλάμους, έπαιρνα τα αποτελέσματα των εξετάσεων και τα παρέδιδα στο γραφείο των γιατρών.
Μετά από 24 ολόκληρα χρόνια, θυμήθηκα αυτή την εμπειρία, όχι γιατί αυτή η στιγμή είναι η ίδια με τότε αλλά προσπαθώντας να απαντήσω σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα βρίσκονται σε μία πρωτόγνωρη κατάσταση που χρειάζεται ψυχραιμία, προσοχή, επιμονή, σύνεση, σοβαρότητα, αλληλεγγύη, έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση, σεβασμός στον άνθρωπο.
Ήδη από την Παρασκευή 13 Μαρτίου άρχισα να παρατηρώ ξανά στα πρόσωπα των ανθρώπων την ίδια απορία, η οποία αποτυπώνεται με τη φράση «τι κάνουμε τώρα ;» 
Έχοντας άδεια από την εφημερίδα, πήγα για καφέ και συνάντησα τον Τάκη, ιδιοκτήτη για πολλά χρόνια, ο οποίος μου εξομολογήθηκε ότι θα το συζητήσει με το προσωπικό του και, λόγω του ότι όλοι έχουν ηλικιωμένους ανθρώπους, καλό θα ήταν να κλείσουν την καφετέρια για δύο εβδομάδες. Έπειτα, περπάτησα στην πόλη, το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο είχε κατεβάσει ρολά, όπως και οι υπόλοιπες θεατρικές σκηνές, με απόφαση του κράτους, αντίστοιχα το Πάνθεον καθώς και το Odeon στη Veso Mare. Νωρίς το μεσημέρι κατευθύνθηκα στην Τριών Ναυάρχων για φαγητό, κόσμος πολύς δεν υπήρχε, ήδη τα γεγονότα ξεπερνούσαν τη φαντασία του καθενός. Επιστρέφοντας σπίτι, διάβασα στο Internet ότι η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει τα καταστήματα εστίασης σε όλη την Ελλάδα, διατηρώντας μόνο το take away.
Ενδιάμεσα από αυτές στιγμές, ανακάλυψα μέσα από το Youtube τη συναυλία που είχε δώσει στη Βιέννη το 2018 ο  Χανς Ζίμμερ, Γερμανός συνθέτης και μουσικός παραγωγός, ο οποίος για σχεδόν τρεις δεκαετίες έχει συνθέσει μουσική για πάνω από 100 ταινίες. Καθώς παρακολούθησα τη συναυλία, ασυνείδητα δεν άκουγα μόνο τη μουσική από τις ταινίες αλλά παρατηρούσα τα πρόσωπα όλων όσοι συμμετείχαν ως τραγουδιστές, μουσικοί, του μαέστρου και του ίδιου του Ζίμμερ. Αυτό που ανακάλυψα ήταν πόσο έχουν συνδεθεί αρμονικά και παράγουν ένα μουσικό αποτέλεσμα το οποίο άγγιζε, κατά την προσωπική μου άποψη, την τελειότητα στην Τέχνη. Οι εκφράσεις στα πρόσωπα όλων των προαναφερθέντων είναι κάτι πέρα από τις λέξεις, η χαρά, η συνεργασία, η αρμονία, οι κινήσεις, το σταμάτημα, οι εικόνες στη γιγαντιαία οθόνη αλλά και το κοινό ήταν η ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης.
Από την περασμένη Δευτέρα όλα έχουν αλλάξει στον τρόπο μας, στη σκέψη μας, στις αντιδράσεις μας, στην υπομονή μας, και ο φόβος δεν διακατέχει μόνο τις ψυχές μας αλλά και έχει κάνει την εμφάνισή του στα πρόσωπά μας. Μήπως όλοι μας, με τις σημαντικές διαφορές μας,  να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της ορχήστρας, να συνεργαστούμε, να ακούσουμε, να μάθουμε, να τηρήσουμε ευλαβικά τις οδηγίες που μας δίνονται –όπως υπάρχουν μπροστά στις παρτιτούρες των μουσικών– και να σεβαστούμε ο ένας τον άλλον; Έτσι θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε τη στιγμή, και όλοι μαζί θα ανακαλύψουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα μας και η οποία θα μας βοηθήσει να τα καταφέρουμε για άλλη μία φορά!
Είμαστε όλοι μέλη μιας «ορχήστρας»;  


[ Ο Νεκτάριος Γεωργόπουλος γεννήθηκε το 1975 στην Πάτρα. Από το 2016 είναι ακροατής φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Πάτρας. Είναι πολιτιστικός συντάκτης στην εφημερίδα Σύμβουλος Επιχειρήσεων και στο ενημερωτικό site thebest.gr ]

              

18.3.20

Αναποδογυρισμένη ζωή



γράφει ο Τέλλος Φίλης

Όσο ακόμη είχε στέγη, ο Βασίλης περνούσε από μένα για κάνα ευρώ ή κάνα τσιγάρο. Με χαιρετούσε με χειραψία, χαμογελούσε λίγο αμήχανα, ομολογώντας την ανημπόρια του, σε μία συνωμοτική σχέση μεταξύ μας που ποτέ δεν καταδεχτήκαμε να τη συζητήσουμε. 
Τον θυμόμουν χρόνια πριν να γυρίζει στα καφέ του κέντρου και να διαβάζει στους θαμώνες τα ποιήματά του με εξαιρετική άρθρωση, κερδίζοντας μία μπύρα ή ένα σφηνάκι βότκας· χαμογελούσε πάλι, πάντα ευγενικός, διακριτικός. Με φρεσκοπλυμένα ―αν κι ασιδέρωτα― τα μαύρα ρούχα του. Κάποιοι τον θεωρούσαν απλώς τον απαραίτητο γραφικό της βραδιάς, εγώ πάλι έπιανα τον εαυτό μου να θαυμάζει την ελευθερία του. 
Από τον καιρό που έμεινε άστεγος, άρχισε να αλλάζει: πάλι με πλησίαζε, αλλά κρατώντας μια απόσταση. Πρόσεχε τα χέρια μας να μην έρθουν σε επαφή, το στόμα του το γυρνούσε στ’ αριστερά, μην τυχόν του φύγουν τίποτε σταγονίδια κι αγγίξουν το πρόσωπό μου· έγινε ακόμη πιο λιγομίλητος, απόμακρος, ξωτικό. 
Με τον καιρό, η κατάστασή του χειροτέρεψε: Κοιμόταν συνήθως στη στάση του αστικού λεωφορείου της γειτονιάς, άπλυτος· τα μαλλιά του ασπρίσαν και μακρύναν, τα γένια του φωλιά για πουλιά, τα μάτια του πάντα όμορφα, αλλά η μυρωδιά του ανυπόφορη. Από απόσταση δύο μέτρων, μου ζητούσε πάλι ό,τι είχα και μπορούσα να του δώσω, πέταγε ένα μασημένο “ευχαριστώ” κοιτώντας πότε το πεζοδρόμιο πότε εμένα, απλησίαστος πια, αποσυνάγωγος, ξένος. 



Μιλάω για τον Βασίλη, γιατί, 6η μέρα καραντίνας στο σπίτι δίχως ίχνος επικοινωνίας με τους άλλους, νιώθω πολύ κοντά του. Αισθάνομαι πιο… ελεύθερος. Διαθέτω τον χρόνο μου μόνο σε ό,τι με ευχαριστεί πολύ, διάβασμα και μουσική. Μαγειρεύω τα πιο συμβατικά και εύκολα φαγητά, πίνω καφέδες μοναχικούς και πιάνω τον εαυτό μου να έχει να μιλήσει με ήχο μερικά 24ωρα. 
Νιώθω από τη μια να γίνομαι Βασίλης κι από την άλλη να βρίσκω τον μόνο τρόπο να προστατευτώ από έναν ιό που δεν τον επέλεξα, μα με βρήκε απρόσμενα, στη μέση ωραίων γεγονότων της ζωής μου, και την αναποδογύρισε. 
Δεν είμαι ακόμη άστεγος, και σίγουρα η μοναδική μου περιουσία ―τα βιβλία μου, οι δίσκοι μουσικής και οι ταινίες που έχω― δεν κινδυνεύει από τον ιό. 
Κινδυνεύουν κάποιοι φίλοι μου, τους στέλνω sms με άσχετα νέα, απλώς για να τσεκάρω ότι είναι εντάξει· κινδυνεύουν άνθρωποι που αγαπώ, κι εγώ από το μόνο που κινδυνεύω είναι τώρα, την πιο κρίση στιγμή, ή περίοδο, ή χρόνο, να αφεθώ να μην παλέψω να προσαρμόσω την καθημερινότητά μου στις νέες υγειονομικές συνθήκες και να με πάρει από κάτω. Είναι δύσκολο αλλά αναγκάστηκα να θυμηθώ κάτι πολύ παλιό, που ο πρόσφυγας παππούς μου μου είχε μάθει όταν ήμουν κι εγώ πιτσιρίκι: «Κάθε πρωί που ξυπνάς, να λες ευχαριστώ στο σύμπαν, και ένα "σ’ αγαπώ" στον πρώτο που θα συναντάς στον δρόμο.»
Δεν ξέρω πόσο μπορει να βοηθήσει κάποιον αυτό, εμένα όμως ακριβώς αυτό με κρατά όρθιο. Ένα ευχαριστώ κάθε πρωί, και κρατάω το «σ΄ αγαπώ» για τις μέρες που θα ’ρθουν θα ξαναβγώ στην πόλη και θα μπορώ να περπατάω κοιτώντας τους άλλους στα μάτια, χωρίς να στρέφω το πρόσωπο, και δεν θα μας ενοχλούν ούτε θα μας πανικοβάλλουν δυο-τρεις σταγόνες σάλιου που θα φεύγουν ανάμεσα από τα δόντια μας, όταν θα ξαναχαμογελάμε. 
Κι ίσως τότε βρω το θάρρος να πάρω τον Βασίλη από το χέρι και να πάμε για έναν καφέ, να μου διαβάσει τα νέα του ποιήματα.

[ πρώτη δημοσίευση στο παρόν blog του Εντευκτηρίου ]

3.3.20

Στρατής Χαβιαράς: Τραπέζι για 14-1


Ανδρέας Βουρλούμης: Στην ταβέρνα (1964)

Μπορεί να πρόκειται για κάποιο αραχνιασμένο ημίφως, ένα αλύπητο φως, μπορεί νιφάδες αιθάλης σ’ έναν αίθριο ουρανό, ή έντρομα ανθρωπάκια, έντομα στον ιστό, ή κάποιο νεκροταφείο περαστικών. 
Τα γράφω και γίνονται ή γράφονται κατόπιν.
Κάποτε προκαλούσα τις Αρχές γράφοντας, κι όταν τα σβήνανε με ασβέστη τα ξανάγραφα καλύτερα, προκαλώντας χειρότερα. Τώρα βλέπω στους τοίχους κατακάθια φραπέδων και ρεύομαι.
Παιδί φοβόμουνα τα κυπαρίσσια, τα νυχτολούλουδα και τις αφάνες στο πηγάδι του ύπνου μου, έτρεμα τη λογική των θεών, την οργή των ανθρώπων, αλλά όταν μεγάλωσα άρχισα να καταλαβαίνω και να τα σβήνω, αφού πρώτα τα έγραφα. Τώρα σκοινοβατώ πάνω από το συνωστισμένο τίποτα, πληκτρολογώντας μικρά και μεγάλα εμβατήρια. 
Όταν δε βρίσκω σκοινί βηματίζω σε σανίδες κατάδυσης και συχνά βουτάω, με τα πόδια, κρατώντας τη μύτη μου. 
Πριν από λίγο κρατούσα τη μύτη για να μη γεμίσουν τα πνευμόνια μου αναθυμιάσεις θείου από τα στόμια των ιαματικών πηγών στο υπόγειο του ξενοδοχείου. 
Κοίτα την εντοιχισμένη ροζέτα, σκουντάω τη Μάγδα και τη συνοδεύω στο διάβασμα:

Welcome to the Spa Methanates,
a place for the cleansing of the body and mind.
These springs have a blessing effect on dyspepsia,
chronic rheumatism,
rheumatic and atonic gout,
neuralgia,
arthritis,
amenorrhoea,
dysmenorrhoea,
chronic gastroenteritis,
inflammatory leucorrhoea…

Είχα να δω τη Μάγδα καιρό, και κάτι από καιρό θαμμένο σκίρτησε μέσα μου όταν κυριολεκτικά έπεσα πάνω της στην αίθουσα υποδοχής. Εκείνη έκανε πως δεν πίστευε τα μάτια της και για μια στιγμή πήγε να μου γλιστρήσει, δήθεν νομίζοντάς με φτυστό.
Είχε έρθει μόνη της. Για λίγες μέρες. Έτσι της την έδωσε, αν ερμήνευσα σωστά το σήκωμα των ώμων στην ερώτησή μου. Εγώ μιλούσα για την ανακούφιση που βρίσκω στα αργιλικά λασπόλουτρα. 
Πριν αρχίσω να κάνω νερά στην Αγάπη, ήμουνα τσιμπημένος με τη Μάγδα (και ποιος δεν ήταν), όμως εκείνη είχε στο μάτι τον Μανόλη κι ο Μανόλης, εντάξει. Δε λέω, ταιριάζουνε, όλοι στην Αγάπη συμφωνούν κι ας ζηλεύουν. Η Μάγδα είναι διαβασμένη, κινείται άνετα στον ευρύτερο, έξω από την Αγάπη, χώρο κι ας στολίζει τα μαλλιά και το υπέροχο κορμί της με παλιομοδίτικο καθωσπρεπισμό ― θαρρείς και την ανάθρεψε θεούσα θεία για να διαπρέψει σε φιλόπτωχο. 
Ο Μανόλης έχει θηλυκό μυαλό και, παρά το ριγέ κουστούμι που μοστράρει με ύφος, διατηρεί γενάκι κι αλογοουρά, κατάλοιπα ενός αμνημόνευτου φεγγαριού της ζωής του. 
Εκείνη είναι τόσο εσωτερική όταν δεν είναι μαζί του, αναρωτιέσαι ποια γυναίκα στη θέση της μισάνοιξε ποτέ τα χείλη για να εκστομίσει τέτοιες παρατεταμένες σιωπές. 
Εκείνος πάλι, πράος, εύρυθμος, ψηλός και θα έλεγα επίσης λιγομίλητος, αφού πολλά απ’ τα γλωσσικά του αποστάγματα καταλήγουν στα φιλιά, ένα τέλειο συμπλήρωμα στο λεξιλόγιο των ματιών, των χεριών και του στήθους του.
Το ίδιο απόγευμα στο ενυδρείο του κήπου ξαναρωτάω τη Μάγδα πώς εσύ στα ιαματικά λουτρά με τόσες λυγισμένες, αν όχι τσακισμένες, υπάρξεις που καταφθάνουν αμέσως μετά τον Τηνιακό Δεκαπενταύγουστο; Μου απαντάει μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο ― το παρασόλι να του ρίχνει υποκίτρινες α­νταύγιες και σκιές, προστατεύοντας μάτια και χείλη από αδιάκριτα βλέμματα. 
Είναι κι εκείνο το απειλητικό στοιχείο στην όλη ατμόσφαιρα, συνεχίζω, ιδίως στα λασπόλουτρα, όπου, αφού τα μέλη χαλαρώσουνε με μια σχεδόν ερωτική ηδονή κάτω απ’ τον άργιλο, ξαφνικά μ’ ένα βίαιο σκίρτημα συμπεραίνεις ότι αυτό που μοιάζει λίγο σαν ταφή στη λάσπη, μπορεί πράγματι να είναι το μνήμα σου. 
Εκείνη σιωπά.
Ξαναβλέπω το δεκάχρονο αγόρι να κάθεται στα σκαλοπάτια του σχολείου βυθισμένο στο διάβασμα και αφήνω τη Μάγδα για μια σύντομη βόλτα. Είναι Αύγουστος, όλοι έχουν πάει στο βουνό, στο χωράφι, στη θάλασσα. Άλλες δυο εβδομάδες τουλάχιστον πριν ανοίξει το σχολείο. Το βιβλίο που διαβάζει είναι η Οδύσσεια. Τα μάτια του είναι γκριζοπράσινα, τα μαλλιά του ίσια (θέλουνε κούρεμα), η μύτη του λίγο κυρτή. 
Σε μια στροφή υποψιάζομαι πως κάποιος παρακολουθεί τις κινήσεις μου. Γυρίζοντας διαπιστώνω ότι ένα από τα δέντρα που μόλις προσπέρασα λείπει. Ήταν μια ανθισμένη κερασιά, άρα μιλάμε για άνοιξη, σκέφτομαι, Απρίλη ή Μάη και όχι τέλη Αυγούστου. Ξαναβλέπω την κερασιά μισοκρυμμένη πίσω από μια αποθηκούλα εργαλείων κι έπειτα να ’ρχεται ίσια κατά πάνω μου. Κάνω να της ξεφύγω δεξιά, αλλάζει κατεύθυνση. Κάνω αριστερά, το ίδιο. Και ξαφνικά με αρπάζει στα μπράτσα της και με σφίγγει στον κολλώδη κορμό της, σκορπίζοντας τα γραπτά μου φύλλα φτερά. 
Μπούσουλα, μπούσουλα, πού βρίσκομαι τώρα; Τι ώρα φέγγει o ουρανός; Σε ποια τάξη πηγαίνω; Πότε γιορτάζουνε οι κερασιές; Πότε πενθούνε οι πόρνες; 
Μ’ ακούει και το αινιγματικό της χαμόγελο γίνεται αδιόρατο, όπως κι ο ήλιος πίσω από θειάφι και σύννεφα. Βρίσκομαι πάλι στο ενυδρείο μαζί της κι εκείνη σιωπά, ατενίζοντας τις μακρινές ελιές που σαν Ρωμαίοι λεγεωνάριοι φρουρούν το σούρουπο και τα μονοπάτια της θάλασσας. Τι σκέφτεται η Μάγδα; Αν μιλούσε τι θα ’λεγε; Ότι ίσως η διεύθυνση διατηρεί ένα μικρό νεκροταφείο στους αμμόλοφους, αν κάποιος μείνει από εγκεφαλικό ή καρδιακή προσβολή; 
Μπα. Εγώ είχα ακούσει ότι ακριβώς εκεί έχουν ανοίξει κάτι αυθαίρετα ταβερνεία που οι γνώστες τα βρίσκουν εξαιρετικά ― τουλάχιστον στα κρεατικά. Αυτοί πρέπει να είναι οι καλοφαγάδες μας, σκέφτομαι, που όπως λέει ο διαιτολόγος των λουτρών, σκάβουν τον λάκκο τους με τα δόντια. 
Πεινάω. Προτείνω να τσιμπήσουμε κάτι, αλλά η Μάγδα με τραβάει από το μπράτσο γιατί είναι αργά και σχεδόν τρέχουμε ήδη σε κάτι στενορύμια, ψάχνοντας ― ψάχνοντας τι; Δε λέει, αλλά κάτι θα ξέρει και μου το φυλάει για έκπληξη, σίγουρα κάνα ταβερνάκι που μόλις άνοιξε, με γιαχνιά, κοκκινιστά, τσιγαριστά, καπαμάδες… 
Διακρίνουμε παράγκες, παραπήγματα με λαμαρίνες, παλιόξυλα, τσιμε­ντόλιθους, σαμπρέλες. Not here, over there, μου δείχνει το μικρό φάντασμα που ξύνεται με λύσσα σ’ έναν μισοχαλασμένο φράχτη, σε άλλα τριάντα μέτρα ένας καψαλισμένος φοίνικας και μετά αριστερά. Απόμακρα, οι πυρρώδεις α­-νταύγιες στον ορίζοντα σαν φρυκτωρίες, τα νέα τους για τους αποψινούς ε­-μπρησμούς. Στρίβουμε αριστερά, προχωράμε ακόμα κάτι βήματα, τίποτα. Να ρωτήσουμε πάλι; Κιχ.
Η Μάγδα με τραβάει σαν να τραβάει μουλάρι, αν και δεν αντιστέκομαι. Γιατί δεν πήρα έναν φακό μαζί μου; 
Πλησιάζουμε; Aκολουθώ τοίχο τοίχο. Ένα χαμόσπιτο, κι όπως πασχίζω να δω τι κρύβεται πίσω απ’ τους πλίθους του, σχεδιάζω το μακρόστενο τραπέζι του τίτλου και γύρω του καθίζω ένα νέο ζευγάρι και μια ντουζίνα γυναίκες να τρώνε λαχταριστά κοψίδια και να πίνουν δυνατό σώσμα στην υγειά κάποιας Άννας, κάποιας Μαρίας, κάποιας Ελισάβετ. 
Μάγδα, περίμενε, της ψιθυρίζω με κομμένη ανάσα ενώ με σέρνει απένα­ντι, εδώ δεν είναι; 
Αν ήταν, δε θα χρειαζόμουν απάντηση. Αφού με σέρνει, περιττή οποιαδήποτε εξήγηση. 
Eνα χαμόσπιτο, ναι, πλιθόχτιστο, μα με ξύλινα σκαλιά που τρίζουν ενώ τα κατεβαίνουμε βιαστικά για το υπόγειο. 
Η Μάγδα ρίχνει μια ματιά πίσω να βεβαιωθεί ότι δε μας παρακολουθούν, ανοίγει την πόρτα και με σπρώχνει μέσα με τόση βία, παραλίγο να πέσω, τα χαρτιά και τα μολύβια μου ακόμα μια φορά στον αέρα. Παράξενη τροπή που παίρνουν τα πράγματα εκεί που δεν το περιμένεις. 
Λύχνοι φωτίζουν αμυδρά το άδειο δωμάτιο και το μεγάλο, χαμηλό, τραπέζι στρωμένο κι έτοιμο με πεσκίρια και πιάτα, και γαβάθες τίγκα λαχανικά και όσπρια, ταραμά, ελιές και κρεμμύδια, στη μέση το ψωμί και το κρασί ― το νέο ζευγάρι κι οι γυναίκες που λέγαμε, πούπετα. 
Καπνός κι η Μάγδα όταν ακούγεται το κλικ της κλειδαριάς και γυρίζω να δω. Μ’ έχει κλειδώσει μέσα. Αυτή τη φορά το παρατράβηξες, Μαριγούλα Μανταλένα, μουρμουρίζω όπως τηνέ τραγούδησε ο συμπατριώτης μου ο Παπαϊωάννου. Γελάω μέσα μου κι ανατριχιάζω. 
Το δωμάτιο δεν έχει παράθυρα. Θα μπορούσα να σπάσω την πόρτα, αλλά δεν να το κάνω, μαζεύω τα χαρτιά μου και κάθομαι σταυροπόδι, να πιω μια κούπα κρασί και να ξεγελάσω την πείνα μου, αλλά και πάλι αντί να κάνω αυτό που σκέφτομαι πιάνω τον εαυτό μου να γράφει. 
Το μολύβι είναι από κάρβουνο σχεδίου και μουτζουρώνει, χέρια και πρόσωπο. Δεν έχω γράψει ούτε λέξη και πρέπει ν’ αρχίσω να σβήνω! 
Να μπορούσα να πλύνω τα χέρια μου πριν πιάσω το ψωμί.
Όταν άρχισα να κάνω νερά (άτιμο κλισέ), λίγες μέρες πριν ή μετά του Ευαγγελισμού θα ήταν, το έκανα γιατί η Αγάπη έσφιγγε όλο και πιο ασφυκτικά τον λαιμό μου. Πρώτα βάλανε τον Αντρέα να πετάει σπόντες για τις συγγραφικές μου ανησυχίες (sic), έπειτα τον Γιαννάκη να παραχώνει φράσεις από τα γραπτά μου στη συζήτηση και να σηκώνει το φρύδι, και τέλος ο Μανόλης ο ίδιος να γκρινιάζει και να με καθιστά υπεύθυνο για ό,τι ανεπιθύμητες συνέπειες μπορεί να έχουνε για την Αγάπη τα γραπτά μου, ιδιαίτερα όταν δημοσιεύονται σε έγκυρα έντυπα, όπως το Caveat Emptor. Στην προηγούμενη συνάντηση πριν τη σιωπηρή μου αποχώρηση, είχε προτείνει τον σχηματισμό τριμελούς επιτροπής, υπεύθυνης για την επιμέλεια της ύλης. 
Κάπως αλλιώς το λέγαμε αυτό κάποτε. 
Ξανακούγεται ένα κλικ, ανοίγει η πόρτα κι εμφανίζονται ένας ένας σοβαροί, σκιεροί, ημιεπίσημοι, πρώτος ο Μανόλης, δεύτερη η Μάγδα και ξοπίσω οι υπόλοιποι έντεκα, όλοι σεβάσμιοι σταυραδερφοί. Σηκώνομαι όρθιος, ξανακάθομαι όταν καθίζουν κι εκείνοι, σταυροπόδι. Έχουμε απαρτία. Γύρω γύρω όλοι, στη μέση τον Μανόλη και τη Μάγδα. 
Οι ένδεκα τούς επευφημούν κι αρχίζουν να τρώνε με τα χέρια, πιάνο­ντας τον ταραμά με ψωμί. Σηκώνω την κούπα μου, στην υγειά τους, να ζήσουνε σαν τα ψηλά βουνά, κι ο Μανόλης στυλώνει τα μάτια του στα δικά μου, και με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί τόσο επίμονα. Η ματιά του ήρεμη κι όπως πά­-ντα γλυκιά, αλλά ασυνήθιστα διαπεραστική σα να ψάχνει κάτι πιο βαθιά μες στα μάτια μου, σαν να σκάβει στα μάτια μου να βρει νερό. 
Στη ζωή της μάνας μου, στη μνήμη του πατέρα μου, ακούω τον εαυτό μου να ορκίζεται, αν και δε με κατηγορεί κανείς για την ώρα, όμως και πάλι γιατί νιώθω δάκρυα στα μάγουλά μου, γιατί νιώθω ψεύτης, κρυψίνους, διπρόσωπος, λειψός, τιποτένιος; Κι ο Πέτρος, ο Θωμάς, ο Γιάννης, όλοι οι άλλοι; Γιατί όχι αυτοί; Γιατί όχι ο ίδιος ο Μανόλης; 
Σσσσς… Η Μάγδα, μ’ ένα χέρι στον ώμο μου, χέρι συμπόνιας. 
Αναθαρρεύω κάπως, ίσως πάρει το μέρος μου, σκέφτομαι, αλλά μήπως εκείνη δε μ’ έφερε με δόλο στη σεμνή αυτή τελετή; Μήπως σ’ εκείνη δεν αναθέσανε την άχαρη αποστολή να με βρει και να με σύρει ενώπιον τους; Προς τι, αφού αυτό που αρνούμαι, αυτό που ορκίζομαι ότι δε θα κάνω ποτέ, έχει ήδη γίνει και το έχω κάνει εγώ, και δεν ξεγίνεται; 
Μαζεύω τα χαρτιά μου, τα μολύβια μου, τις μουντζούρες που όλο πληθαίνουνε στo πρόσωπό μου. Γιατί εγώ; Επειδή αν δεν το έκανα εγώ δε θα γινόταν; Επειδή μόνο εγώ τα λέω όπως είναι και τα γράφω, κι όποιος έχει μάτια διαβάζει; 
Όχι φυσικά, γνέφει ο Μανόλης κι ανοίγει τα μπράτσα του να με δεχτεί έστω και σαν εχθρό, και με φιλάει σταυρωτά, και τα φιλιά του έχουν τη γεύση της Μάγδας, κι η Μάγδα η ίδια με ξεβγάζει ως τον δρόμο, όπου νιώθω το κορμί της να καίει, τον κόρφο της να αναδίνει ερωτικές και πένθιμες ευωδιές, σαν να σπάραζε πλάι του, ακουμπώντας τον με τον γοφό και τον ώμο της, ή σαν να ’χε μόλις συλλάβει. 
Ευαγγελίζου, της πετάω και ξεκολλάω από πάνω της, ξέρω τι σκέφτεσαι για μένα κι ας μην το λες, το λένε οι άλλοι: Η ουσία αυτής της σεμνής τελετής είναι ότι δεν αποχωρείς απ’ την Αγάπη ― διαγράφεσαι! 
Ο Θεός μαζί σου, ψιθυρίζει, δαγκώνει απαλά τον λοβό του αυτιού μου και κατεβαίνει πάλι τα σκαλιά στο υπόγειο και στον άλλο. Να δούμε εσένα ποια θα είναι η τύχη σου στην Αγάπη, μουρμουρίζω κι αφήνω το σκοτάδι να με περιλάβει. 
Το αεράκι φέρνει καπνιά κι αποκαΐδια απ’ τις πλαγιές με τα λιόδεντρα, τα κάρβουνα κάτω απ’ τα πόδια μου καίνε, χοροπηδάω σαν αναστενάρης, αν και χωρίς να τα καταφέρνω. Για κοίτα, ακόμα και η κερασιά που με αγκάλιαζε πριν από λίγο αγκαλιάζει τη χόβολη. 
Έτσι κι ο φοίνικας, από τις στάχτες του, σκέφτομαι ψάχνοντας τα χαρτιά μου, ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω για χαφιέδες, και πιάνω δουλειά. Γράφω για θάλασσες που τη νύχτα ζηλεύουν τα ύψη, για βουνά που το πρωί κατεβαίνουν στο ψάρεμα, για παγωνιές που καίνε σαν φωτιά, για φλόγες που αφήνουνε τα δάση και ωρύονται από δωμάτιο σε δωμάτιο αναλώνοντας αναλώσιμα και μη, εξαγνίζοντας τηλέφωνα από κοριούς, στρώματα από τσι­μπούρια και ψύλλους. Γράφω για λοιμούς και λιμούς, για έρωτες, για προδοσίες, για παιδιά. Τα γράφω και τα σβήνω και τα ξαναγράφω καλύτερα, τα γράφω σα να τα μιλάω αλλά πολύ πιο σταράτα ― λες και τα γράφω και τα ξαναγράφω στο δέρμα μου. Γράφω αδιάκοπα μέχρι να αντιληφτώ τον εαυτό μου τον ίδιο να ξεγράφεται ― αρχίζοντας από το χέρι που γράφει.

[ Δημοσιεύθηκε στο περ. Εντευκτήριο, 87, 2009, στο πλαίσιο του αφιερώματος «Γύρω από το τραπέζι» ]



Jack Florentin: Angels, Elephants and Ants



The importance of staying humble and human, 
no matter what

Το βιβλίο αυτό στην πραγματικότητα αποτελεί απομνημόνευμα ενός ανθρώπου που έζησε αντιφατικές βιωματικές καταστάσεις όπως το ξεχωριστό, την ελευθερία, την κατάρρευση και την ανθεκτικότητα, την επιτυχία και την αποτυχία.
Ο Jack Florentin, γιος ενός επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος και επιχειρηματίας μιας μέχρι πρόσφατα ευημερούσας εταιρείας στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που προκαλεί η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Η ιστορία του δεν μοιάζει με αυτή του Steven Jobs ή του Richard Branson. Δείχνει ωστόσο πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει τραυματικά γεγονότα και την απόλυτη απελπισία. Δείχνει πως η εισβολή των «ελεφάντων» – των πολυεθνικών ταχείας μόδας που αναλαμβάνουν τις αγορές ενδυμάτων σε ολόκληρο τον κόσμο μπορεί να ξεπεραστεί.
Με τη βοήθεια των «αγγέλων» στη ζωή του, της γυναίκας του, του θεραπευτή του, των φίλων και της οικογένειάς του, ο Jack εκφράζει όλες τις ανθρωπιστικές αξίες που είναι ουσιαστικές και στις τρεις κουλτούρες που γνωρίζει (τη σεφαραδίτικη, την ελληνική και την αμερικανική). Πρόκειται για τον αγώνα ενός ανθρώπου να επιβιώσει, όχι μόνο στο δύσκολο εργασιακό περιβάλλον, όπου συχνά οι αποφάσεις είναι αμφιλεγόμενες από άποψη ηθικής, αλλά και στη ζωή γενικότερα. Οι εμπειρίες του φωτίζουν τη ζωή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης που επιβίωσαν από το Auschwitz, και κυρίως τη ζωή των παιδιών τους. Ακόμη, η προσπάθειά του να βοηθήσει τη μεγαλύτερη κόρη του στον αγώνα της με σοβαρή ασθένεια προσθέτει μια πολύ σημαντική διάσταση σε όσα ο Jack αποκαλύπτει μέσα από την κατάθεση της ιστορίας του. Ας ελπίσουμε ότι θα ενθαρρύνει τους αναγνώστες να "βυθιστούν" με περίσκεψη και ελπίδα στη δική τους ζωή.

Ο Jack Florentin είναι ο ιδρυτής, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Sarah Laurence S.A., η οποία ξεκίνησε τις δραστηριότητές της το 1982 ως αντιπρόσωπος της Gloria Vanderbilt Jeans και της Tommy Hilfiger στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ενώ αυτήν τη στιγμή διαμοιράζεται ανάμεσα στην Sarah Lawrence Jeans και στην Danish brand Franca. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Columbia (ΒS, MS και MBA), διαπιστευμένος εντολοδόχος στο Κολέγιο Ανατόλια καθώς και μέλος του ιδρύματος Fulbright. Διδάσκει επιχειρηματική στρατηγική και διευθύνει ιδιωτική εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών για επενδυτικές και επιχειρηματικές στρατηγικές. Ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press. 




24.2.20

Οι απόκριες στο σπίτι μας





της Δάφνης Τσακώτα

πηγή: Facebook


«Η μία μου η κόρη, όταν γεννήθηκε, μάλλον τον αφαλό της τον πέταξα στο σοκάκι. Γι’ αυτό έγινε τόσο σοκακτσού. Την άλλη, πα την αρέσουν τα γλέντια κι οι χοροί».
Τις Απόκριες η μάνα μου έπρεπε να ντυθεί και μαζί με άλλες γειτόνισσες να πάνε από σπίτι σε σπίτι και ν’ αρχίσουν τα μασάλια και τα πειράγματα. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές για τα καρναβάλια. Μεγάλη επιτυχία να μη τις γνωρίσουν, αυτό ήταν το ζητούμενο.
― Κατίνα, εσύ είσαι;
― Νο, nο, nο! έκανε το Κατινάκι μου, και ξέθαβε τις ελάχιστες αγγλικές λέξεις που ήξερε. Μετά, ήταν η μέρα που θα ντυθεί για να βγει φωτογραφία. Μανία με τις φωτογραφίες ― και έχουμε αρκετές. Η αγαπημένη μεταμφίεσή της ήταν ο μάγκας. Με τα ρούχα του μπαμπά, ένα ζωγραφισμένο μουστάκι και απαραιτήτως το τσιγάρο στο χέρι, που δεν αποχωριζόταν παρά μόνον στον ύπνο. Πάντα ο “στρατηγός” διαφωνούσε και τα ’βαζε με τον Γιώργο «Πώς της το επιτρέπεις, πώς, αχ, Γιώργο, πουλί μου!». Ντεμέκ, ο Γιώργος να τη μαλώσει ― άλλο καθαρό μαντήλι κι εκείνος.
Η μαμά σ’ αυτήν τη φωτό είχε και το ταίρι της, την κυρα-Θοδώρα τη Σερδαρίδου, φίλη της και γειτόνισσα. Εκείνη φορούσε μία παραδοσιακή φορεσιά, προφανώς από τον τόπο καταγωγής της. Κάθε χρόνο η ίδια φωτό. Η Θοδώρα και η Κατίνα, το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής. Δυστυχώς, έχασε τη φίλη της και μετά τον ρόλο της τον πήρε η κυρα-Φρόσω, κι αυτή με την παραδοσιακή της φορεσιά, από την Μπάλτζα, που ήταν η καταγωγή της. Το Κατινάκι, κλασικά, μάγκας.
Η μάνα μου σταμάτησε να ντύνεται όταν ένα μεγάλο πένθος ήρθε στο σπίτι μας. Μετά από αυτό, έκανε χρόνια να ντυθεί. Ένα βράδυ καθόμασταν στο μικρό σαλονάκι του σπιτιού. Η μαμά μου εξαφανίστηκε μες στο δωμάτιο. Μετά από αρκετή ώρα, εμφανίστηκε ως φάντασμα του σπιτιού, έχοντας καταστρέψει ένα σεντόνι λευκό Πειραϊκής Πατραϊκής. Ε, κάπως έπρεπε να βλέπει η γυναίκα! Τότε γύρισε η γιαγιά μου και της είπε: «Ε, άμα σε λέω κεβετζελού εγώ φταίω, Κατίνα μου, ε, πες με τώρα, εγώ φταίω;»
--> Αχ μανούλα μου, και τώρα να ράψω καμιά σούστα, δεν έχει Τσικνοπέμπτη για μένα.
Η Δάφνη Τσακώτα είναι μοδίστρα θεατρικών και κινηματογραφικών κοστουμιών. Εργάστηκε ως βοηθός βεστιαρίου, έκανε την εκτέλεση κοστουμιών σε πολλά έργα. Για χρόνια δούλεψε στο ΚΘΒΕ στην αρχή ως εξωτερική συνεργάτις, και μετά κανονικά. Τα μαγικά της χέρια εργάστηκαν στις ταινίες «Ακροπόλ», «Το λιβάδι που δακρύζει», «Μικρά Αγγλία». Έφτιαξε τα κοστούμια στο θεατρικό έργο «Η Ευθαλία του Γαλατά» και στον «Rigoletto», κ.ο.κ. Ήταν το δημιουργικό χέρι της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.