6.2.13

Εσύ τι λες γι΄αυτό το έγκλημα που σχεδιάζουν;

της Χρύσας Νάνου

πηγή: http://parallaximag.gr

Ο δρόμος είχε την δική μας Ιστορία
Σε θυσία για να κλείσουν τα αμφίβολα χάσματα του Μετρό οδηγείται η μνημειώδης οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης, η Μέση Οδός ή Λεωφόρος, που χρησιμοποίησαν και διατήρησαν ανέπαφη για τουλάχιστον 17 αιώνες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί και Οθωμανοί ηγεμόνες. Τα καλοδιατηρημένα τμήματα του δρόμου που αποκαλύφθηκαν λίγα μόλις μέτρα κάτω από την Εγνατία κατά τις εργασίες για την κατασκευή του σταθμού του μετρό στη Βενιζέλου, κινδυνεύουν να χαθούν. Μαζί τους θα σβήσουν ένα μεγάλο τμήμα της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, ταυτισμένο με τον κοσμοπολιτισμό της πόλης και τον εμπορικό χαρακτήρα της, αλλά και μια εξαιρετική ευκαιρία να αναπτυχθεί στην περιοχή ένας εμβληματικός χώρος τουριστικού ενδιαφέροντος.
Αφορμή της απειλούμενης καταστροφής μπορεί να είναι το πολύπαθο Μετρό, η υπαιτιότητα όμως κρύβεται σε μία σειρά λανθασμένων χειρισμών και βιαστικών αποφάσεων της Πολιτείας, που επιδεικνύοντας για άλλη μία φορά τη συνηθισμένη ελληνική προχειρότητα, σχεδιάζει να ξεκολλήσει τον αρχαίο δρόμο, να τον πακετάρει και να τον ξαναμοντάρει κάπου αλλού: στην καλύτερη περίπτωση σε άσχετο χώρο, χιλιόμετρα μακριά από την αρχική του θέση, στην χειρότερη σε κάποια αποθήκη. Από κοντά διεκδικεί μερίδιο ευθύνης η αδιαφορία της πόλης απέναντι σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα.
Τα τελευταία χρόνια, η ανασκαφή που πραγματοποιείται από την 9η ΕΒΑ στην περιοχή του σταθμού Βενιζέλου έφερε στο φως πολύ καλά διατηρημένο τμήμα μήκους 76 μ. του κεντρικού πλακόστρωτου δρόμου (decumanus των Ρωμαίων ), σε βάθος έξι μέτρων κάτω από τη σύγχρονη Εγνατία. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο αρχαίος δρόμος έχει χαραχτεί στην ίδια κατεύθυνση με την Εγνατία. Η σήραγγα του Μετρό βρίσκεται και αυτή στην ίδια κατεύθυνση αλλά ακόμη πιο κάτω, σε βάθος περίπου 11 μ., και για τον λόγο αυτό δεν «ενοχλεί» τις αρχαιότητες. Τη ζημιά κάνουν οι εγκαταστάσεις του σταθμού, που αναγκαστικά περνούν μέσα από τα στρώματα των αρχαιοτήτων. Ένα άλλο τμήμα του ίδιου δρόμου, που αποκαλύφθηκε στον Σταθμό Αγ. Σοφίας, υπήρχε η τεχνική δυνατότητα να μετακινηθεί λίγα μόλις μέτρα παραμένοντας στον άξονα της Εγνατίας και να διασωθεί. Στην περίπτωση του τμήματος του δρόμου στον Σταθμό Βενιζέλου κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Το ΚΑΣ και η γνωμοδότηση
Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε προ ημερών υπέρ της απόσπασης και της μεταφοράς των αρχαιοτήτων του Σταθμού Βενιζέλου στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά, συναινώντας στην εισήγηση των τεχνικών της κατασκευάστριας εταιρίας. Μετά τη γνωμοδότηση των μελών του ΚΑΣ, που ήταν μάλιστα ομόφωνη, ο αναπληρωτής υπουργός ΠΑΙΘΠΑ Κώστας Τζαβάρας έβαλε την υπογραφή. Η απόφαση προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, μέλη του οποίου τονίζουν ότι το εύρημα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χαθεί. Ένας δρόμος-έκθεμα μακριά από τη θέση στην οποία βρισκόταν για αιώνες τι αξία θα έχει; ρωτούν. (Ποια σχέση έχει άλλωστε η αστική βυζαντινή Θεσσαλονίκη της Βενιζέλου με την αγροτική περιοχή του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά;) Επιπλέον, στην περίπτωση που όντως ο δρόμος αποκολληθεί και μεταφερθεί, οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι θα είναι δύσκολο έως αδύνατον να ξανατοποθετηθούν οι αρχαίες πέτρες (καταλαμβάνουν έκταση περίπου 3.000 τ.μ.). Κι εντέλει, η φαινομενικά οικονομική αυτή λύση (υπολογίζεται ότι θα χρειαστεί 1 εκατ. ευρώ για τη μεταφορά) είναι πολύ πιθανόν να αποδειχτεί στην πορεία δαπανηρότερη άλλων, καθώς δεν έχει συνυπολογιστεί το κόστος της επανατοποθέτησης και ανάδειξης του δρόμου στη νέα του θέση.
Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ο δρόμος πρέπει να παραμείνει οπωσδήποτε στη θέση του: Έχει πολλαπλή σημασία για μια «εικονογράφηση» της διαχρονικής πολεοδομικής εξέλιξης της Θεσσαλονίκης, αποτελεί μοναδική σε ολόκληρη την Ελλάδα και σπάνια παγκοσμίως περίπτωση που διαδοχικές ιστορικές φάσεις της πόλης, το παρελθόν και το παρόν της, μπορούν να ιδωθούν ως σύνολο. Ο δρόμος ουσιαστικά ανασύρει την καρδιά της κοσμικής Θεσσαλονίκης των βυζαντινών χρόνων, καθώς γύρω του διασώζονται λείψανα μεγάλων δημόσιων κτιρίων από τον 6ο ως τον 9ο αιώνα μ.Χ. , φαινόμενο σπάνιο για τον βυζαντινό κόσμο από τον οποίο δεν έχουν απομείνει ως τις μέρες μας παρά μόνο θρησκευτικά κτίσματα (ναοί και μονές).
Οι μηχανικοί της κατασκευάστριας εταιρίας επιμένουν στο «δεν γίνεται αλλιώς, ο Σταθμός Βενιζέλου θα γίνει, ο δρόμος θα αποκολληθεί». Οι αρχαιολόγοι επιμένουν από την πλευρά τους ότι δεν έχουν εξαντληθεί όλες οι εναλλακτικές δυνατότητες για να διατηρηθούν οι αρχαιότητες αρχαιοτήτων στη θέση τους, ορατές εντός του σύγχρονου σταθμού, και προτείνουν να διενεργηθεί νέος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για να βρεθεί η κατάλληλη λύση.
Η πόλη, οι τοπικές αρχές αλλά και οι κάτοικοί της, δεν έχουν πάρει θέση για ένα θέμα που θα έπρεπε να «καίει» πρωτίστως τους ίδιους: Εφόσον η υπουργική απόφαση δεν αναθεωρηθεί, η Θεσσαλονίκη θα χάσει έναν μοναδικό αρχαιολογικό χώρο στο κέντρο της, που συμπυκνώνει τη διαδρομή της ανά τους αιώνες. Με την κατάλληλη διαμόρφωση του Σταθμού Βενιζέλου και τη διατήρηση των αρχαιοτήτων με τρόπο ώστε να είναι ορατές από τους επιβάτες του μετρό, η βυζαντινή Μέση Οδός θα μπορούσε να γίνει ένα ανοιχτό Μουσείο, βασική τουριστική ατραξιόν της πόλης και παράλληλα χρήσιμο εργαλείο για τη διοίκηση ώστε να αναβαθμιστεί και να ζωντανέψει ολόκληρος ο άξονας της υποβαθμισμένης τα τελευταία χρόνια Εγνατίας οδού.

Η ιστορία
Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα ονομάστηκε Εγνατία οδός η βασική οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης, που ξεκινούσε από τη Χρυσή Πύλη στη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας και έφτανε ως την Πύλη της Καλαμαρίας ή Κασσανδρεωτική (πλατεία Συντριβανίου). Ήταν η Λεωφόρος των Βυζαντινών ή Μέση Οδός ή Φαρδύς δρόμος της οθωμανικής περιόδου. Κάποιοι αρχαιολόγοι τοποθετούν την πρώτη χάραξη της οδού στον 3ο π.Χ. αιώνα, εποχή ίδρυσης της πόλης από τον βασιλιά Κάσσανδρο, πολλοί όμως δεν συμφωνούν με αυτή τη χρονολόγηση, υποστηρίζοντας ότι η Θεσσαλονίκη του Κάσσανδρου δεν εκτεινόταν κάτω από τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου. Στην περιοχή της Βενιζέλου οι ανασκαφές της 9ης ΕΒΑ αποκάλυψαν πυκνοδομημένες νησίδες με καταστήματα της βυζαντινής πόλης που περιστοίχιζαν τη Λεωφόρο, ενώ αμέτρητα χρυσά και αργυρά μικροαντικείμενα μαρτυρούν την εμπορική και εργαστηριακή δραστηριότητα στην περιοχή που συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Στην Αγίας Σοφίας, η αρχαία οδός βρέθηκε στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες . Ανάμεσα στον δρόμο και τα κτίρια παρεμβάλλονταν, όπως και σήμερα, πυκνό δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης με αγωγούς. Ως τις αρχές του 20ου αιώνα ο δρόμος ήταν στρωμένος με κυβόλιθους και τον διέσχιζε το τραμ. Δεξιά και αριστερά του ως σήμερα διατηρούνται μερικά από τα πιο σημαντικά μνημεία της Θεσσαλονίκης: η Καμάρα και το Συντριβάνι, τα Λουτρά Παράδεισος, το Αλκαζάρ.

Περιοχή «υψηλού αρχαιολογικού κινδύνου»
Οι αρχαιολογικές έρευνες με την ευκαιρία της διάνοιξης της γραμμής του Μετρό άρχισαν τον Ιούλιο του 2006 και συνεχίζονται έως σήμερα. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, οι αρχαιολόγοι είχαν εκφράσει τη διαφωνία τους για τη διαδρομή που επιλέχθηκε, τόνιζαν ότι το ιστορικό κέντρο είναι περιοχή «υψηλού αρχαιολογικού κινδύνου» και ανησυχούσαν ότι υπήρχε κίνδυνος να διαταραχθούν αρχαιότητες που διασώθηκαν για αιώνες μέσα στο χώμα. Η Πολιτεία όμως δεν τους άκουσε και έδωσε το ΟΚ για να περάσει η γραμμή μέσα από την Εγνατία.
Η πορεία των έργων επιβεβαίωσε τους αρχαιολόγους: Κατά τη διάνοιξη της γραμμής, στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, εντός και εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης, σύντομα διαπιστώθηκε μεγάλη πυκνότητα αρχαίων καταλοίπων, τα οποία άρχισαν να αποκαλύπτονται σχεδόν αμέσως μετά την αφαίρεση του σύγχρονου οδοστρώματος και συνεχίζονται σε βάθος, που φθάνει έως και τα 9 μ. από την επιφάνεια του εδάφους. Η μεγάλη πυκνότητα των αρχαιοτήτων και ο τεράστιος αριθμός ευρημάτων οφείλεται στις αλλεπάλληλες φάσεις κατοίκησης της Θεσσαλονίκης, από τους ελληνιστικούς έως και τους νεώτερους χρόνους. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ωστόσο η βυζαντινή εποχή, κατά την οποία η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του Βυζαντίου.


«Εντευκτήριο»: Αναμένει τους φίλους του

του Κώστα Μαρίνου

πηγή: www.makthes.gr

Συναντήσεις με φίλους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πολλές από τις σελίδες του τελευταίου τεύχους (98, Αύγουστος-Οκτώβριος 2012) του «Εντευκτηρίου».


Φίλους που γνωρίζουμε οι περισσότεροι από τα γραπτά τους, αλλά στις συνεντεύξεις που έδωσαν ή στα εξομολογητικά κείμενά τους γίνονται πρόσωπα οικεία. Αυτήν την αίσθηση οικειότητας αποπνέουν οι συνεντεύξεις που πήρε ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος από την Κική Δημουλά και τον Τίτο Πατρίκιο. Και οι δυο τους μιλούν για την ποίηση, την ποιητική πράξη, δηλαδή για τον εαυτό τους, με ειλικρίνεια. Όμως εξομολογητικό είναι και το κείμενο του Μένη Κουμανταρέα με το χαρακτηριστικό τίτλο «Πενηντάχρονα», ενώ αυτοσυστήνεται εμμέσως η βρετανίδα Τζινέτ Γουίντερσον στο κείμενό της «Όλα όσα γνωρίζω για τη Γερτρούδη Στάιν». Αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμείται με έξοχο, όπως πάντα, τρόπο με έργα του Μιχάλη Μανουσάκη και στις σελίδες του όποιος το ξεφυλλίσει θα βρει επίσης κείμενα του Θανάση Βαλτινού, του Γιάννη Ευσταθιάδη και άλλων ελλήνων συγγραφέων αλλά και ξένων, ποίηση ελληνική και ξένη, ένα δοκίμιο για το έργο του Κουμανταρέα και βεβαίως κριτικές βιβλίου και θεάτρου.
Στο ένθετο για τη φωτογραφία φιλοξενείται δουλειά της ελβετίδας Σάρας Ζιράρ, ενώ στις σελίδες με γενικό τίτλο «Βιβλία στο κομοδίνο» ο εκδότης του «Εντευκτηρίου» Γιώργος Κορδομενίδης δίνει με απολαυστικά λακωνικό τρόπο την εικόνα της τελευταίας εκδοτικής παραγωγής.


5.2.13

O Καβάφης στο μετρό του Λονδίνου


της Σίσσυς Παπαδογιάννη

πηγή: www.doctv.gr


Οι Λονδρέζοι διαβάζουν τις Επιθυμίες, 

ενώ μετακινούνται υπογείως



Η κίνηση Poems on the Underground ξεκίνησε το 1986, εισάγοντας την ποίηση στο ευρύ επιβατικό κοινό του λονδρέζικου μετρό, το οποίο παρεμπιπτόντως πρόσφατα γιόρτασε τα 150ά του γενέθλια. Ήταν μια ιδέα της αμερικανίδας συγγραφέως Judith Chernaik. Έκτοτε 3.000 διαφημιστικοί χώροι φιλοξενούν πόστερ με ποιήματα σύγχρονων και κλασικών ποιητών, βρετανών και ξένων, καλύπτοντας όλα τα είδη ποίησης, αναδεικνύοντας ακόμα και νέους ποιητές, και συνήθως αλλάζουν τρεις φορές το χρόνο (αντίστοιχο πρότζεκτ υπάρχει βέβαια και στο αθηναϊκό μετρό, κάθε χρόνο με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Ποίησης).

Ο κόσμος που μετακινείται υπογείως περνάει την ώρα του διαβάζοντας ποίηση -και ίσως του μεταδίδεται το μικρόβιο να διαβάσει περισσότερα ποιήματα εκτός τροχιάς. Προφανώς έχει τόση απήχηση αυτή η παρέμβαση, που έγινε και βιβλίο (Poems on the Underground) ή μάλλον βιβλία, τα οποία βρίσκονται ήδη στην 11η τους έκδοση.

Μέσα σε όλα τα ποιήματα ανακαλύψαμε και τις «Επιθυμίες» του Καβάφη, μεταφρασμένες από τους Edmund Keeley και Phillip Sherrard και ενθουσιαστήκαμε. Εδώ η πρωτότυπη ελληνική μορφή του ποιήματος:

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (1904)
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά -
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό

(από το διαδικτυακό αρχείο του Καβάφη)

Κι εδώ η αγγλική μετάφραση στα βαγόνια του λονδρέζικου μετρό:

Like the beautiful bodies of those who died before growing old,
sadly shut away in sumptuous mausoleum,
roses by the head, jasmine at the feet -
so appear the longings that have passed
without being satisfied, not one of the granted
a single night of pleasure, or one of its radient mornings.

Πριν από το photoshop


«Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ή οποιοσδήποτε άλλος διαθέτει στοιχεία στη διάθεσή του για βασανισμούς συλληφθέντων και όχι για τραυματισμούς τρομοκρατών όφειλε ήδη να τα έχει καταθέσει στη Δικαιοσύνη.» Αυτό είναι από ανακοίνωση του υπουργείου Δημοσίας Τάξης. Και είναι γελοίο. Γιατί ποτέ κανείς δεν έχει αποδείξεις που στέλνουν τον αστυνομικό στο δικαστήριο ή στο σπίτι του.

Φυσικά και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει στοιχεία. Κανένας δεν μπορεί να αποδείξει πώς χτυπήθηκαν οι ληστές του Βελβεντού. Είναι βέβαιο ότι χτυπήθηκαν από αστυνομικούς. Έγινε κατά τη σύλληψη ή κατά την ανάκριση; Κατά τη σύλληψη, ισχυρίζεται το υπουργείο. Κατά την ανάκριση, ωρύονται οι συγγενείς. Οι ίδιοι, ούτως ή άλλως, δεν μπορούν να μιλήσουν. Δεν τους επιτρέπονται ούτε τα τηλεφωνήματα. Τα λένε όλα οι φωτογραφίες τους που δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της Αστυνομίας. Όχι, η Αστυνομία δεν αποφάσισε να βρεθεί αντιμέτωπη με την αλήθεια. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών έγινε μετά από εντολή του εισαγγελέα. Ακόμα δεν μάθαμε ποιος και γιατί έδωσε την εντολή της ψηφιακής επεξεργασίας τους.

Δεν ξέρω πόσα παίρνει ο άνθρωπος που δουλεύει το photoshop στην Αστυνομία. Όσα και αν παίρνει, δεν αξίζει τον μισθό του. Εκτός και αν το ξύλο είναι πιο δυνατό από το software. Είναι. Προσπάθησαν να ευπρεπίσουν, κάπως, τα πρόσωπα που έδωσαν στη δημοσιότητα. Αδύνατο. Και οι τέσσερις έχουν φάει τόσο ξύλο που δεν χρειάζονται photoshop, αλλά πλαστική επέμβαση. Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω ξαναδεί τόσο σκληρές φωτογραφίες συλληφθέντων. Και αν θέλετε, δεν με σοκάρει τόσο η κάλυψη του τραύματος στο λαιμό, όσο η φωτογραφία από την οποία έχει αφαιρεθεί το χέρι που κρατάει από τα μαλλιά το κεφάλι ενός άνδρα. Όμως έχουν έναν δρόμο αυτά τα πράγματα και, δυστυχώς, ξέρουμε πού οδηγεί. Το υπουργείο θα επιμένει ότι η διαδικασία της σύλληψης είχε τόση ένταση και διάρκεια που άνοιξε τρύπες στα κεφάλια των δραστών. Πειστικό; Όσο και οι ισχυρισμοί που δηλώνουν ότι στην Ελλάδα δεν γίνονται βασανιστήρια. Μετά οι συγγενείς θα αναζητούν το δίκαιο που υποτίθεται ότι χορηγεί η δημοκρατία. Μάταια.

Πιθανότατα η υπόθεση θα εξελιχθεί σε μια μεγάλη «ζαρντινιέρα» όπου η πράξη των δραστών θα υπερισχύσει της κακοποίησης που, μάλλον, υπέστησαν. Κακώς. Διότι αν οι συλληφθέντες έχουν ασκόπως κακοποιηθεί, τότε έχουμε δύο διαφορετικά εγκλήματα, διαφορετικής βαρύτητας. Τώρα βέβαια αρκετοί από σας μουρμουρίζουν ότι έτσι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν θα έπρεπε. Ούτε να γίνεται, ούτε να το μουρμουρίζετε. Κάποιοι λέτε «εντάξει, καλά τους έκαναν». Εκεί είναι το πρόβλημα. Διότι υπάρχουν και άλλοι που βλέπουν τα αγόρια να χτυπούν με τα καλάσνικοφ και λένε ακριβώς το ίδιο. 

4.2.13

H Aλεξάνδρα Πλαστήρα διαβάζει οκτώ ποιήματά της

Η Αλεξάνδρα Πλαστήρα διαβάζει οκτώ ποιήματά της, συμμετέχοντας στην τιμητική εκδήλωση για το Εντευκτήριο που οργάνωσε το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος στην Ιωνική Εστία, στην Αθήνα, τον Μάρτιο του 2009.



Η Αλεξάνδρα Πλαστήρα γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και μελέτησε μουσική. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες ποίησης. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
Σχέδια για να μάθω να υπακούω (Εγνατία 1981)
Το φως που βλέπουμε τώρα  (Στιγμή 1986)
Τόπος για να ζεις (Άγρα 1999)
Νερό στο πρόσωπο  (Άγρα 1993)
Ο οδοιπόρος είχε φύλλα στα μαλλιά του (Ολκος 2005). 

Επίσης, το βιβλίο για παιδιά:
Ιστορίες μικρές και λίγο πιο μεγάλες (Θεμέλιο 1983, Λωτός 1993). 

Συνεργάστηκε με άλλους για τη μετάφραση των έργων:
(2006) Da Ponte, Lorenzo, Βόλφγκανγκ Αμάντε Μότσαρτ: Η τιμωρία του ακόλαστου ή ο Ντον Τζοβάννι, Εθνική Λυρική Σκηνή
(1999) Συλλογικό έργο, Claudio Monteverdi: Η στέψη της Ποππαίας, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
(1998) Συλλογικό έργο, Claudio Monteverdi: Η επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
(1996) Da Ponte, Lorenzo, Wolfgang Amadeus Mozart: Don Giovanni, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

3.2.13

«Προς τον κ. Γιάννη Μπασκόζο»


του Σπύρου Αραβανή

πηγή: www.poiein.gr





Ο κ. Γιάννης Μπασκόζος στη σημερινή του επιφυλλιδα στο Βήμα της Κυριακής (3-2-13) αναφέρεται στο θέμα των Περιοδικών Λογοτεχνίας τα οποία όπως σημειώνει «εξαφανίζονται σιγά σιγά» θεωρώντας βασικό -όχι τον μόνο- υπαίτιο το Διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά περιοδικά. Ας δούμε τι ακριβώς γράφει:

«Τα περιοδικά αυτά αποτελούνταν από έναν κύκλο ανθρώπων που ζούσαν «μέσα» στη λογοτεχνία και «για» τη λογοτεχνία. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις αποτελούσαν έναν πολιτιστικό πυρήνα, όπου οι άνθρωποι γύρω τους διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις, επηρέαζαν τις τοπικές κοινωνίες. Εξαφανίστηκαν σιγά-σιγά «Η γραφή» στη Λάρισα, «Το ρόπτρο» στον Βόλο, το «Εξώπολις» στην Αλεξανδρούπολη κ.ά. Επιζούν λίγα, όπως η «Παρέμβαση» στην Κοζάνη. Το Διαδίκτυο τα θέρισε.
Τα ηλεκτρονικά περιοδικά με το χαρούμενο αλαλούμ τους αντικατέστησαν τα πιο σοβαρά έντυπα. Το λαϊφστάιλ συνευρέθηκε με τις τέχνες παράγοντας υβρίδια που μπορούσαν να ικανοποιήσουν πλείστες όσες καταναλωτικές ανάγκες. Παράλληλα η κρίση του βιβλίου αποτελείωσε τα έντυπα περιοδικά. Η διαφημιστική αγορά συρρικνώθηκε, το ρευστό χρήμα εξαερώθηκε, οι εκδότες μαζεύτηκαν, περιέκοψαν τις διαφημίσεις. Αυτό επηρέασε τα αθηναϊκά περιοδικά που έπειτα από 20, 30 και 35 χρόνια έλειψαν από το περίπτερο, όπως το βιβλιογραφικό «Διαβάζω», η λογοτεχνική «Λέξη», το κριτικό - δοκιμιακό «Κ», η φιλοσοφική «Ινδικτος», το multi culti «Index», το νεανικό «Να ένα μήλο», το ποιητικόν «Πλανόδιον», η υπερρεαλιστική «Νέα Συντέλεια» κ.ά. Ορισμένα, όπως η «Νέα Εστία», το «Δέντρο», τα «(δε) κατά», «η οδός Πανός», το «Εντευκτήριο» στη Θεσσαλονίκη και κάποια άλλα που μου διαφεύγουν, έχουν αραιώσει την εμφάνισή τους. Μάλλον αρχίζει μια νέα εποχή η οποία όμως ακόμη δεν έχει σχηματοποιηθεί. Το σήμα θα δώσουν κυρίως τα ηλεκτρονικά περιοδικά. Μέχρι στιγμής αυτά ζουν σε ένα θολό τοπίο. Τον χορό έσυραν τα μπλογκ, που όμως εξετράπησαν στην προσωπική προβολή του ιδιοκτήτη τους. Το Διαδίκτυο παραμένει μια ανοικτή πρόκληση. Κάποιοι φίλοι μου λένε «δεν θα ξεπεράσουμε ποτέ την ανάγκη για ένα καλό έντυπο περιοδικό». Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα είναι έντυπο ή ηλεκτρονικό, αλλά αν θα είναι καλό, παρεμβατικό, με άποψη και συνέχεια.».


(Ολόκληρη η επιφυλλίδα εδώ:  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=496049)


Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια επιφανειακή τοποθέτηση του επί του θέματος, αν και άνθρωπος με πολυετή πείρα στο χώρο του βιβλίου. Εξηγώ το γιατί:


1. Τα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά ζουν και βασιλεύουν, τουλάχιστον στην Αθήνα, από ποσοτικής πλευράς. Μια απλή βόλτα στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου “Πολιτεία', εκεί όπου σε περίοπτη θέση, ακριβώς, μετά την κάθοδο, βρίσκεται ο πάγκος με τα λογοτεχνικά περιοδικά, μπορεί να αποδείξει οτι συνεχίζουν και σήμερα, άλλα πιο αραιά, άλλο πιο σταθερά, να εκδίδονται ΑΡΚΕΤΑ  λογοτεχνικά περιοδικά σε πείσμα των καιρών και αντιστρόφως ανάλογα από την ποσότητα του αναγνωστικού κοινου. Σαφώς και ιστορικά περιοδικά έχουν εκλείψει όπως η «Λέξη», το «Διαβάζω» και εσχάτως το «Πλανόδιον» όπως και τα περιοδικά της επαρχίας που αναφέρονται στο άρθρο, όμως αυτή η διακοπή λειτουργίας τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει γιατί συνεχίζουν να υπάρχουν πολλά άλλα λογοτεχνικά περιοδικά (με πολύ καλά, κατά καιρούς, Αφιερώματα και σε μη προβεβλημένα λογοτεχνικά πρόσωπα) και να εμφανίζονται και νέα αξιόλογα  βλ. περιοδικο “Κουκούτσι'. Ένα θέμα όμως είναι ποια και πόσα βιβλιοπωλεία δέχονται να «φιλοξενήσουν» στις προθήκες τους και να προβάλλουν και αυτή την πλευρά της λογοτεχνικής πραγματικότητας. Δεν είδα, δηλαδή, να αναφέρεται πουθενά στο άρθρο, ο ρόλος των διανομέων και των βιβλιοπωλείων που ως επιχειρήσεις (καθόλου κατακριτέο από μια άποψη) βαδίζουν με βάση τις επιλογές του αγοραστικού κοινού. Το οποίο όμως αγοραστικό κοινό, εξαιρώντας τους υποψιασμένους, τους συλλέκτες και τους ειδικούς, χρειάζεται μια βοήθεια πληροφόρησης από τα βιβλιοπωλεία και τότε ας το αφήσουμε να κρίνει αυτό αν θα αγοράσει ή όχι….Αντιθέτως στο «καταστροφικό» διαδίκτυο θα συναντήσει κανείς άπειρα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία στα οποία τα λογοτεχνικά περιοδικά βρίσκουν ισότιμη θέση στη μηχανή αναζήτησης…



2. Το σημείωμα αναφέρει οτι «το Διαδίκτυο τα θέρισε». Με τόσα χρόνια στο χώρο του βιβλίου ο κ. Μπασκόζος όφειλε να είναι περισσότερο προσεκτικός στις εκφράσεις του, με άλλα λόγια, όταν γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, να μην δαιμονοποιεί τη λιγότερο σημαντική αιτία και κυρίως να μην γενικολογεί. Είναι το λιγότερο αστείο να πιστεύει κανείς πως ένας σοβαρός αναγνώστης θα απέρριπτε ένα σοβαρό αφιέρωμα από ένα έντυπο περιοδικό επειδή βρίσκει κάτι αντίστοιχο στο διαδίκτυο. Προς το παρόν τα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά κάνουν φιλότιμες προσπάθειες, τα περισσότερα από αυτά χωρίς εκδοτικούς οίκους να τους «τρέφουν» όπως γινόταν επί χρόνια σε ορισμένα έντυπα, χωρίς χορηγίες από κρατικούς φορείς, χωρίς τις αντίστοιχες έγκυρες «υπογραφές» που συναντάμε σε ορισμένα έντυπα περιοδικά, βασισμένα κατά βάση στο μεράκι και στις φιλοδοξίες -ύποπτες και μη- των εκδοτών τους και στην καλή θέληση των συνεργατών τους. Συνεπώς κανένα «λογοτεχνικό youtube» δεν αφαίρεσε «αγοραστές» περιοδικών, όπως συνέβει στο χώρο της μουσικής, γιατί πολύ απλά στα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά δεν γίνεται ολική ή μερική αναδημοσίευση της ύλης των έντυπων περιοδικών -όπως συμβαίνει με τα μουσικά cd- άμα τη κυκλοφορία τους (ή όπως συμβαίνει με τις έντυπες και διαδικτυακές εφημερίδες). Άρα δεν υπάρχει καμία «αντικατάσταση» προιόντος με ευθύνη των διαδικτυακών περιοδικών. Αντιθέτως από όσο παρακολουθώ τα ιντερνετικά περιοδικά συνηθίζουν να διαφημίζουν ανιδιοτελώς στις σελίδες τους τα έντυπα περιοδικά όταν αυτά κυκλοφορούν νέο τεύχος. Τα διαδικτυακά περιοδικά απλώς «άνοιξαν» τον φιλτραρισμένο κύκλο της προβολής της λογοτεχνίας σαφώς με θετικά αλλά αρνητικά αποτελέσματα (πολλαπλασιασμός των «λογοτεχνών» και της αυταρέσκειάς τους, έλλειψη ουσιαστικού κριτικού λόγου εξαιτίας της φύσης του μέσου, εμφάνιση ανώνυμης σχολιογραφίας κ.ά. ) στοιχεία όμως που εμφανίζονται και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Τέλος, τα έντυπα περιοδικά, συνεχίζουν, εξ’ όσων, γνωρίζω να δέχονται δεκάδες αιτήσεις συνεργασίας συνεπώς δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα που πιθανόν κάποιος να σκεφτεί οτι τα διαδικτυακά περιοδικά «έκλεψαν την πελατεία». Το γιατί, λοιπόν, δεν αγοράζει συστηματικά κάποιος ένα λογοτεχνικό περιοδικό παρά μόνο όταν έχει μια δική του δημοσίευση σε αυτό, ειναι ένα θέμα που πρέπει να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Το γιατί μια αναγγελία κυκλοφορίας νέου τεύχους έντυπου περιοδικού στο facebook κατακλύζεται από δεκάδες like γεγονός αντιστρόφως ανάλογο με τις πωλήσεις του είναι θέμα που δεν μπορεί κανείς να το αποδώσει μόνο στο «Τα ηλεκτρονικά περιοδικά με το χαρούμενο αλαλούμ τους αντικατέστησαν τα πιο σοβαρά έντυπα». Οι ευθύνες είναι πολλαπλές.


3. Ό κ. Μπασκόζος, επίσης, αποκλείει από την επιφυλλίδα του την αναφορά στις εφημερίδες που για πολλά χρόνια μέσα από τα Ένθετά τους (και από τα «λογοτεχνικά δώρα τους») πήραν τη μερίδα του λέοντος από τη διαφημιστική πίτα παράγοντας έναν κριτικό λόγο, σε πολλές περιπτώσεις, απλώς δημοσιογραφικό και ενημερωτικό για να μην πω “κατευθυνόμενο'. Όταν εκτρέφεις κατά τέτοιον τρόπο ένα κοινό, είναι επόμενο να θερίσεις ανάλογες αναγνωστικές συμπεριφορές και προτιμήσεις. Ρωτώ, λοιπόν, το Βήμα, στο οποίο εργάζεται, πόσο συχνά τα τελευταία 10, τουλάχιστον,   χρόνια θυμήθηκε οτι υπάρχουν και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά πλην δυο-τριων περιπτώσεων που συστηματικά ενίσχυε την προβολή τους; Πότε και πώς ενδιαφέρθηκε για τα περιοδικά της επαρχίας για τα οποία τώρα γίνεται ο επικήδειος;


4. Οι λογοτεχνικές παρέες που δημιουργούσαν ένα λογοτεχνικό περιοδικό, θέλω να ενημερώσω τον κ. Μπασκόζο, οτι και σήμερα δεν εκλείπουν. Με άλλα λόγια, θα διαφωνήσω πλήρως και με τη θέση του: «Τα περιοδικά αυτά αποτελούνταν από έναν κύκλο ανθρώπων που ζούσαν «μέσα» στη λογοτεχνία και «για» τη λογοτεχνία. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις αποτελούσαν έναν πολιτιστικό πυρήνα, όπου οι άνθρωποι γύρω τους διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις, επηρέαζαν τις τοπικές κοινωνίες.». Τόσο η Αθήνα όσο και η Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον, καθημερινά βρίθουν από πολιτιστικές εκδηλώσεις και οι λογοτέχνες έχουν καταφέρει περισσότερο από ποτέ την αυτο-οργάνωσή τους μέσα κυρίως σε μικρές, ομολογουμένως, ομάδες. Ο χάρτης έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται και στην ευκολία επικοινωνίας και οργάνωσης που παρέχει ο δαίμονας, όπως εμφανίζεται στην επιφυλλίδα, διαδίκτυο. Ας αφήσουμε, λοιπόν, επιτέλους τους νέους κυρίως λογοτέχνες να οργανώσουν τις ομάδες τους χωρίς τις κατευθύνσεις ή τους επικηδείους των παλαιοτέρων περί «παλαιότερης ένδοξης εποχής».

Το θέμα, λοιπόν, της μη αναγνωσιμότητας έντυπων περιοδικών είναι πιο σοβαρό και με περισσότερες πτυχές από ό,τι εμφανίζεται στην επιφυλλίδα του κ. Μπασκόζου. Και είναι απορίας άξιον η ρηχότητα με την οποία αντιμετώπισε το φαινόμενο. Θέλω όμως  να πιστεύω πως η άποψη που πραγματικά ασπάζεται είναι η εύστοχη κατακλείδα της επιφυλλίδας του:

«Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα είναι έντυπο ή ηλεκτρονικό, αλλά αν θα είναι καλό, παρεμβατικό, με άποψη και συνέχεια.».



* Για τυχόν παρανοήσεις, θα ήθελα να σημειώσω πως το παρόν άρθρο υπογράφεται ατομικά και δεν εκφράζει επίσημη θέση του περιοδικού Ποιείν.






*****************************
Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμιο ΑΘηνών). (Συν)εργάζεται ως δημοσιογράφος και έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης. Περισσότερα εδώ: http://www.poiein.gr/odhynio-anaaaitho

Περιοδικά

του Γιάννη Μπασκόζου

πηγή: εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, 3 Φεβρουαρίου 2013




2.2.13

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του «Εντευκτηρίου» (Νο 98)

(Αύγουστος-Οκτώβριος 2012, 176 σελ., τιμή: 10,00 ευρώ)



Εκτενείς συνεντεύξεις του Τίτου Πατρίκιου και της Κικής Δημουλά στον Λευτέρη Ξανθόπουλο, πεζά των Θανάση Βαλτινού, Μένη Κουμανταρέα (και μελέτημα της Αντιγόνης Βλαβιανού  για το έργο του), Γιάννη Ευσταθιάδη, Τζινέτ Γουίντερσον, Ερβέ Λε Τελιέ, Κώστα Αρκουδέα, ποίηση Ανθής Μαρωνίτη, Σωτήρη Παστάκα, Βασίλη Παπά, μελέτημα του Μπαρτ Σούτχαρτ για την πεζογραφία του Μισέλ Φάις, ζωγραφική του Μιχάλη Μανουσάκη, βιβλιοκριτικές και παρουσιάσεις, και πολλή άλλη εκλεκτή ύλη.



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Τίτος Πατρίκιος: «Kαι η ποίηση χρειάζεται έναν αφηγηματικό πυρήνα, χρειάζεται να λέει κάτι· κοιτάξτε τα μεγάλα ποιήματα, αυτά που έχουν επιβιώσει και θα επιβιώνουν για πάντα, του Καβάφη, του Καρυωτάκη, του Σεφέρη, του Ρίτσου· τα ωραία τους ποιήματα λένε και μία ιστορία, έχουν αφήγηση αλλά μια αφήγηση με τον τρόπο της ποίησης, όχι με τον τρόπο της πεζογραφίας. Εκεί είναι το πρόβλημα· όταν την ποιητική αφήγηση την κάνεις πεζολογική ή την πεζογραφική αφήγηση την κάνεις ποιητική, τότε και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι αρνητικό.»



Κική Δημουλά: «Βεβαίως υπάρχει [μια “μαγική” διαδικασία στο γράψιμο ενός ποιήματος], διότι όταν εγώ ―το εγώ το λέω σαν παράδειγμα, γιατί άλλος ποιητής μπορεί να μην έχει τέτοιο πρόβλημα―, όταν εγώ λοιπόν επί δέκα-δεκαπέντε μέρες ψάχνω να βρω ποια είναι αυτή η λέξη που θα με βοηθούσε ή να κλείσω το ποίημα ή να το προχωρήσω, και έχω απελπιστεί, και παραιτούμαι, και αφήνω την προσπάθεια τελείως, και την ξεχνάω, και πάω έξω και πίνω καφέ, και σε ανύποπτο χρόνο αυτή η λέξη έρχεται μόνη της, χωρίς να έχω εγώ επέμβει, χωρίς να με προειδοποιήσει, άρα λοιπόν είναι μία μυστηριακή ιστορία, που δεν θα την πάρουμε όλη ως κατόρθωμα του ποιητή αλλά ως κατόρθωμα και της τυχαιότητας ακόμα, ναι, της τυχαιότητας.
Δύο εκτενείς συνεντεύξεις των πιο διακεκριμένων σήμερα Ελλήνων ποιητών, του Τίτου Πατρίκιου και της Κικής Δημουλά, στον ποιητή και σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο περιλαμβάνει το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (τχ. 98, Αύγουστος-Οκτώβριος 2012), που μόλις κυκλοφόρησε. Πρόκειται για την πλήρη απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών που ο Ξανθόπουλος είχε μαζί τους το 2011, για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ για την ΕΤ1, υπό τον τίτλο «Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να ’ρτεις» (στίχο ποιήματος του Καρυωτάκη), όπου οι τρεις τους συνομιλούν για την τέχνη της ποίησης.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ To τεύχος ανοίγει μ’ ένα τρίπτυχο πεζό του Θανάση Βαλτινού. Στις επόμενες σελίδες, διηγήματα και μικρά πεζά της Τζινέτ Γουίντερσον (μετ.: Μαρία Παπαδοπούλου), του Γιάννη Ευσταθιάδη, του Ερβέ Λε Τελιέ (μετ.: Αχιλλέας Κυριακίδης), του Κάρολυ Μέχες (μετ.: Χρήστος Χρυσόπουλος), της Μαρίας Κουγιουμτζή, του Κυριάκου Χαρίτου, του Κώστα Αρκουδέα, της Μαρίας Στασινοπούλου, της Λίλυς Εξαρχοπούλου και του Λεοπόλντο Άλας (Κλαρίν) (συλλογική μετάφραση υπό τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο). 

ΠΟΙΗΣΗ  Στο ίδιο, εντυπωσιακά πλούσιο, τεύχος: νέα ποιήματα της Aνθής Μαρωνίτη, του Βασίλη Παπά, του Κυριάκου Συφιλτζόγλου, του Σωτήρη Παστάκα, των Τούρκων Μουρατχάν Μουνγκάν και Μπιρχάν Κέσκιν (μετ: Ντέιβιντ Κόνολι και Αρζού Εκέρ-Ροδιτάκη), και του Νίκου Κυριακίδη.

ΔΟΚΙΜΙΟ Σε ένα, οριακής οικονομίας, μελέτημά της, η Αντιγόνη Βλαβιανού διατυπώνει καίριες παρατηρήσεις για το πεζογραφικό, κυρίως, αλλά και το δοκιμιακό έργο του Μένη Κουμανταρέα (ο οποίος προλογίζει το κείμενο που τον αφορά με ένα δικό του μικρό πεζό). Γράφει, συνοψίζοντας, η Βλαβιανού: «Σε μια εποχή κοινωνικού, οικονομικού και υπαρξιακού παραδαρμού, όπου η πτωτική πορεία του κόσμου ελέγχεται αναπόφευκτη, η «σύστοιχη κατάρρευση» των ηρώων του Κουμανταρέα σε επίπεδο συλλογικό και ατομικό τον αναδεικνύει σήμερα ―περισσότερο παρά ποτέ, ίσως― ως οξυδερκή ανατόμο και γνήσιο εκφραστή της ζωής μας. 

Μέσα από το θεματικό τρίπτυχο των βιβλίων του ―τη φθορά του χρόνου, τη θνησιγενή παραφορά του έρωτα και την αναπόδραστη πτώση των ηρώων του [...]–, ο κατ’ αντανάκλασιν αυτοβιογραφούμενος και ψυχαναλυόμενος συγγραφέας ―μέσω της ζωής των ηρώων του― τη δική μας ζωή ανατέμνει, εμάς ψυχαναλύει και βιογραφεί. Αυτό καθιστά δημοφιλή και αγαπημένο, πιστεύω, έναν συγγραφέα που δεν είναι επαναστατικός, αλλά επαναστατημένος, δηλαδή συνειδητοποιημένος και αυτόχρημα τολμηρός.» 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΟΥ - ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμη: πληθωρική ενότητα με βιβλιοκρισίες· γράφουν: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για τον Άρη Μαραγκόπουλο), Τιτίκα Δημητρούλια (για τη Μάρω Δούκα), Μαρία Στασινοπούλου (για την Αρχοντούλα Διαβάτη), Χριστόφορος Λιοντάκης (για την Ανθή Μαρωνίτη), Άρης Στυλιανού (για τον Μάρκο Μέσκο), Κούλα Αδαλόγλου (για την Αρχοντούλα Διαβάτη), Λίνα Πανταλέων (για τον Σάκη Σερέφα), Λαμπρινή Κουζέλη (για τον Θανάση Βαλτινό), Θεόδωρος Παπαγγελής (για τη Σοφία Νικολαΐδου), Θανάσης Μαρκόπουλος (για τον Δημήτρη Μίγγα), Ηρακλής Παπαϊωάννου (για τον Γιάννη Ψυχοπαίδη), ενώ η Βάνα Χαραλαμπίδου παρουσιάζει πρόσφατα και παλαιότερα βιβλία για την εγγύς Ανατολή και ο Γιώργος Κορδομενίδης, στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», σχολιάζει επιτροχάδην μεγάλο αριθμό πρόφατων εκδόσεων· άρθρο του Άκη Παπαντώνη για τη φύση στο έργο του Μπέκετ· κριτική θεάτρου της Ζωής Βερβεροπούλου· ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων με φωτογραφίες της Σάρας Ζιράρ, ζωγραφική του Μιχάλη Μανουσάκη (έργο του οποίου κοσμεί και το εξώφυλλο του τεύχους).






1.2.13

Ο κώδικας: του Πάνου Θεοδωρίδη


πηγή: petefris.blogspot.com


Εχω γράψει αρκετές φορές πόσο σπουδαίο είναι να αισθάνεσαι χαρά επειδή κατάφερες να γράψεις ένα ποίημα ικανοποιητικά (προσοχή: όχι ένα καλο ποίημα) . Τέτοια χαρά αισθάνθηκα έως το τέλος της ανηφόρας του βίου, δηλαδή έως τα 45, τρείς φορές: με την «Ωδή στα πουλιά», ετών 30, με την «Καραβέλλα» ετών 40 και με τον «Καπερνέκα» ετών 45. Στις κατηφοριές η χαρά μεταβληθηκε σε χαιρεκακία, αλλα δεν είναι ώρες να εξετάζουμε τις παραξενιές των γερόντων.Κι έτσι, το 2001, σε «επιστολικη νουβέλα» ονόματι «Αναφορά στον Άγγελο», έγραφα τα εξής:
[…] δεν ξέρω πώς συνέβη και έγραψα ένα ποίημα, Νοέμβριο του 1978 στο Γιορκ, που παραδόξως προσέγγισε αγνώστους μεταξύ τους ανθρώπους και, μετά από δεκάξι χρόνια προσπάθειες, είχα επιτέλους την αίσθηση ότι πλησίαζα κάποιο λιμάνι, εάν όχι βέβαια τη διάσημη Ιθάκη ή τα περιώνυμα Κύθηρα, τουλάχιστον τη μικρή σκάλα στις Μαριές της Θάσου.Ήταν το ποίημα «Ωδή στα πουλιά».
Σκάστε πουλιά, η αγάπη μου κοιμάται
σ΄ ένα στρώμα βαρύ από υγρασία
το παράθυρο δεν κλείνει,η πόρτα μάγκωσε
και σύ δε με θυμάσαι πιά.
Θα ΄ρθει καιρός σε κάποια ταβέρνα
που θα μεθύσουμε πάλι μαζί
Θα νιώσω τότε στενόν τον καβάλο
και τον θάνατο να σ΄ άγγίζει
γλυκά. Μα εσύ δε με θυμάσαι πιά
οργιάζοντας κάπου στο προσκέφαλο
ενώ αγωνίζομαι να κοιμηθώ
μέσα στο στόμα μιας άλλης κυράς.
Έι, θα ΄ναι όμορφα τέτοιες μέρες
στη δυτική Χαλκιδική. Σκάστε πουλιά,
η, πώς τη λένε, ροχαλίζει απάνθρωπα
και να δακρύσω δεν μπορώ.
Τέλεια.Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε τουλάχιστον πέντε φορές, έγινε (η έκφραση Σκάστε πουλιά) υπό ειδικές συνθήκες παροιμιώδης, μου προσέφερε θαυμασίους επαίνους και εσύ το πρόσεξες και μου χαμογέλασες. Γιά μένα ήταν ολόκληρο μια σπουδή ανάμεσα στην κόντρα του τίτλου με τον πρώτο στίχο. Αλλά, γιά πολλούς, ο υπομνηματισμός, κρυπτικά λάγνος, μιας πασιφανώς δύσκολης φάσης μιάς κοινής ζωής, τους επέτρεπε να συμμετέχουν στο συμπόσιο χωρίς πολλές βαρυστομαχιές.

Η πραγματική διήγηση, από έναν πεζογράφο πλέον, δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον. Εκείνον τον καιρό αγαπούσα μια κυρία, συμβίωνα με μία άλλη και προσπαθούσα να χωρίσω με μία τρίτη κυρία. Μία συγκεκριμένη ημέρα, με παράτησαν εν χορώ. Με αγανάκτηση και έκρηξη θυμού η συμβία, με επιστολή απαλλακτική η ηγερία, με επιστολή καταπελτική η νυμφία. Πήγα-ήρθα τρεις μέρες μεταξύ Παρισίων, Λονδίνου και Χίτσιν (ενός ασήμου χωριδίου έξω από το Λιούτον), προσπαθώντας να γλυκάνω μορφές, να εξηγήσω τα ανεξήγητα. Οι προσπάθειές μου απέτυχαν και κατάκοπος έφτασα βραδάκι στο Γιορκ, όπου η πρώτη μού είχε κάνει την κατοικία θερινή, η δεύτερη με είχε κάνει ρόμπα στους φίλους μου των Αθηνών, ενώ η τρίτη με είχε κανονικά χαντακώσει στη Θεσσαλονίκεια γενέτειρα. Εγώ είχα δηλώσει απιστία, μια κατηγορία που έκτοτε με συνοδεύει. Κανονικά, ήταν περίπτωση όπου δεν γράφεις. Απαγορεύεται. Απλώς στραγγίζεις ό,τι δυνατό ποτό κυκλοφορεί, διαλέγεις ένα ποταμάκι έξω από το Σέλμπι και βουτάς με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, αλλά ήμουν ποιητής και αήθης, χαιρόμουν όταν οι έφηβοι συνάδελφοι με χαρακτήριζαν αμοραλιστή. Κάθισα στη γραφομηχανή και διεκτραγώδησα τα πουλιά. Κανένας δεν κοιμόταν πουθενά κοντα μου.Δεν υπήρχε πραγματικότητα να διηγηθώ, επομένως την ύμνησα. Ήταν ακριβώς ένα ποίημα κατασκευασμένο από στοιχεία της περιόδου πριν εκείνες με πάρουνε χαμπάρι. Δραπετεύοντας από τη ζωή, υπήρχε γύρω μου καθαρός και στρωμένος λειμών λέξεων. Τον επισκέφθηκα και έδρεψα τους σχετικούς ναρκίσσους. […]
Όπως λέγει το σχετικό παραμύθι, «καλά που το έγραψες, κανάγια, δείγμα πόσο θα πρόκοβες στο επάγγελμα εάν ήσο δουλευταράς και μονόμπατος», αλλά αυτά είναι παραμύθες. Στα 35 χρόνια που μεσολάβησαν, η ποιητική μου ιδέα κατευθύνθηκε αποκλειστικά στην ακυρωση του ποιήματος. Στην ανεύρεση της προσωδίας που το έκανε ελαφρώς δημοφιλές. Δεν πέρασε μέρα που να μη το αντικαθιστώ με έναν άλλο εκφραστικό κανόνα, αλλά γραμμένο στον ίδιο κώδικα. Ξημερώματα Παρασκευής, και αφού ασκηθηκα σε ξένους στίχους, ήρθε το πρώτο ατεχνές, πλην ενιαίο:
ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΜΑΛΛΙΑ
Σκάσε μαλλιά, η κόμη σου φρικάρει
Με μια χτένα σε τσέπη με λαχεία
Η φράντζα σου δεν έστρωσε, η χωρίστρα χάλασε
Και σένα δεν σε λούζουν πιά.
Θα ΄ρθει καιρός σε κάποιο κουρείο
Που θα μας τα πάρουνε με την ψιλή
Θα νιώσεις πάλι τότε στον σβέρκο αέρα
Και την κόνιδα να σου πέφτει
Απ΄ τ΄ αφτιά. Μα εσένα δεν σε λούζουν πιά
Προτιμώντας τη γλώσσα ενός φαλάκρα
Ενώ αγωνίζεσαι να τον κοιμηθείς
Μέσα στη χούφτα μιας μπάρμπι μικράς.
Ε, θα ΄ναι όμορφα τέτοιες μέρες
Στο Φαλακρό με τα σκι. Σκάσε μαλλιά,
Η πωστηλένε στον κουνάει άτσαλα
Και να τσιρίξεις δεν μπορείς. 
Αυτος είναι πλέον ένας κώδικας, ένα ιδιόλεκτο που το καθιστώ ευθύς δημόσιο. Διότι ένα από τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά της  μεταπολεμικής προσωδίας ήτουνε το πρωί που ξύπνησε ο Πωλ Μακάρντνι υποτονθορίζοντας «τάραραμ», που ήξερε πως δεν είναι «άσκολσουν»  μήτε «φόβητρο». Πάντως, η μελωδία τού άρεσε. Τόσο πολύ, ώστε έτρεμε μην και δεν του ανήκει!

 Η Wiki έχει τις γενικες εντυπώσεις: According to biographers of McCartney and the Beatles, McCartney composed the entire melody in a dream one night in his room at the Wimpole Street home of his then girlfriend Jane Asher and her family. Upon waking, he hurried to a piano and played the tune to avoid forgetting it. McCartney's initial concern was that he had subconsciously plagiarised someone else's work (known as cryptomnesia). As he put it, "For about a month I went round to people in the music business and asked them whether they had ever heard it before. Eventually it became like handing something in to the police. I thought if no-one claimed it after a few weeks then I could have it." Upon being convinced that he had not robbed anyone of their melody, McCartney began writing lyrics to suit it. As Lennon and McCartney were known to do at the time, a substitute working lyric, titled "Scrambled Eggs" (the working opening verse was "Scrambled Eggs/Oh, my baby how I love your legs"), was used for the song until something more suitable was written. In his biography, Paul McCartney: Many Years from Now, McCartney recalled: "So first of all I checked this melody out, and people said to me, 'No, it's lovely, and I'm sure it's all yours.' It took me a little while to allow myself to claim it, but then like a prospector I finally staked my claim; stuck a little sign on it and said, 'Okay, it's mine!' It had no words. I used to call it 'Scrambled Eggs'.

Αργότερα, στο εμπόριο, στη συνείδηση των εφήβων, στα κλαμπ και στα φλερτ  ήταν το «Yesterday». O Πωλ, αγνοιακός, χάρισε στο κοινό έναν ακριβό, δυσεύρετο κώδικα, κι ευτυχώς για τους τάχα δημιουργους, το κοινό δεν νοιάστηκε. Ετσι, η «Ωδή στα πουλιά», με το αρχικό εύρημα «σκάστε πουλιά», έχει πλεον τη δική της πέτρα της Ροζέτας.

Οι μυημένοι, ή οι απλώς περίεργοι, μπορούν να δημιουργήσουν ταις ίδιαις αισθήσεις και με το «σκάσε τσολιά» (η φούντα σου μαδάει), με το «στείλε νερά» (φρυάξαμε στον Σίμο), αλλα και με το «Κράτα γερά» (Ζωή Κωνσταντοπούλου).

Σε αρκετά μαθήματα κειμενογραφίας χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα, αλλά σπανίως γίνομαι πειστικός, επειδή αυτή είναι η ελπίδα των γεννημένων δούλων: να πιάσουν έναν δημοφιλή κώδικα, και, μαζί με την τέχνη της αφήγησης (Ναστρεδίν, Αίσωπος, πλήθος παραμυθάδων με δουλική ζωή), να υπάρξει λόγος και αιτία απελευθέρωσης. Οπότε κανένας δεν γράφει γραμμή, άσε που πνίγει ωσάν τον κούνελο τη γλώσσα του. Διότι η Σιωπή είναι το Έπαθλον το Μικρό, το Μέγα, όπως λέμε Όμικρον και Ωμέγα και μερικοί νομίζουν πως ηύραν τον Κώδικα ενώ αυτά περιγράφονται επαρκώς στο Little Big man, την ταινία του Άρθουρ Πενν, από το 1970.
Και δεν ξεχνώ πως, στην αυλή του Μεσιανού, έτη πολλά, επι Κοσκωτά, ο Μπίλης ανέβαινε χαρωπός σε έναν πώρινο δόμο από τα νταμάρια των Κουφαλίων και τραγουδούσε το «Yesterday» στα τούρκικα, γλωσσα που αγνοούσε, ξεκινώντας με ένα περιπαθές «άσκολσουν».
Άμα έχεις την Αφήγηση και τον Κώδικα, τα υπόλοιπα σου φαίνονται «ανώφελα ως Έρως»

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει δύο ποιήματά του

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει τα ποιήματά του «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» και «Στο παιδί μου».