5.8.12


Τσαρλς Μπουκόφσκι: Ένα δολάριο και είκοσι σεντς

 Πιο πολύ του άρεσε το τέλος του καλοκαιριού, όχι το φθινόπωρο, τελοσπάντων μπορεί και να 'ταν φθινόπωρο, που να 'ξερε... Δρόσιζε κάτω στην παραλία κι αγαπούσε να περπατάει δίπλα στη θάλασσα μετά την ανατολή. Ήταν ολομόναχος εκείνη την ώρα και τα νερά φάνταζαν σαν το θάνατο. Κι οι γλάροι δεν ήθελαν να κοιμηθούν, τους αηδίαζε ο ύπνος. Οι γλάροι βουτούσαν, ψάχνοντας τα μάτια του, την ψυχή του, ό,τι είχε απομείνει από την ψυχή του.
Αν δε σου έχει απομείνει ψυχή και το καταλαβαίνεις, σημαίνει ότι ακόμα έχεις ψυχή.
Καθόταν και κοίταζε την απέραντη θάλασσα, κι όταν κοιτάς την απέραντη θάλασσα, όλα μοιάζουν απίστευτα. Να, ας πούμε το ότι υπάρχει ένα κράτος σαν την Κίνα ή τις Η.Π.Α. ή το Βιετνάμ. Ή το ότι ήταν κάποτε παιδί. Όχι, αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το πιστέψει. Η παιδική του ηλικία ήταν κόλαση, δεν ξεχνιόταν. Και μετά πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε: έκανε όλες τις δουλειές, πέρασε απ' όλες τις γυναίκες και κατόπιν δεν έμεινε τίποτε, ούτε γυναίκα, ούτε δουλειά. Αλήτης στα εξήντα. Ξοφλημένος. Τέρμα. Από μετρητά, είχε ένα δολάριο και είκοσι σεντς. Πληρωμένο το νοίκι μιας εβδομάδας. Ο ωκεανός... Σκέφτηκε τις γυναίκες. Μερικές ήταν καλές μαζί του, άλλες πάλι σκύλες, λίγο τρελές κι αφάνταστα σκληρές. Δωμάτια και κρεβάτια και σπίτια και Χριστούγεννα και δουλειές και τραγούδια και νοσοκομεία και πλήξη, πληκτικές μέρες και νύχτες, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά ελπίδα.
Στα εξήντα του χρόνια άξιζε ένα δολάριο και είκοσι σεντς.
Τους άκουσε πίσω του να γελούν. Κουβαλούσαν κουβέρτες και μπουκάλια και κουτιά μπύρας, καφέ και σάντουιτς. Γελούσαν, γελούσαν, δυο νεαρά αγόρια, δυο νεαρά κορίτσια. Λεπτά, λυγερά κορμιά, ούτε μια σκοτούρα. Ένας τους τον είδε.
"Ρε συ, τι είναι αυτό;"
"Χριστέ μου, που να ξέρω!"
Δεν κουνήθηκε.
"Είναι άνθρωπος;"
"Αναπνέει; γαμάει;"
"Να γαμήσει τι;"
Γέλασαν όλοι.
Σήκωσε το μπουκάλι του. Είχε ακόμα λίγο κρασί μέσα, κι ήταν τώρα η κατάλληλη στιγμή.
"ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ! κοίτα, ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ!"
Σηκώθηε, σκούπισε την άμμο από το παντελόνι του.
"Έχει χέρια, πόδια! Έχει και φάτσα!"
"ΦΑΤΣΑ;"
Ξαναγέλασαν. Δεν καταλάβαινε. Τα παιδιά δεν είναι σαν κι αυτούς. Τα παιδιά δεν είναι σκληρά. Τι σόι άνθρωποι ήταν τούτοι;
Τους πλησίασε.
"Τα γηρατειά δεν είναι ντροπή".
Ο νεαρός τελείωσε την μπύρα του και πέταξε το κουτί.
"Τα σπαταλημένα χρόνια είναι ντροπή, παππούλη. Κι εσύ, μου φαίνεται, του 'δωσες να καταλάβει".
"Γιε μου είμαι ακόμη άνθρωπος".
"Ας πούμε παππούλη, ότι αυτές οι κοπελιές σου 'δειχναν το πράμα τους. Τι θα έκανες;"
"Ροντ, μην του ΜΙΛΑΣ έτσι!"
Μίλησε η κοπέλα με τα μακριά κόκκινα μαλλιά. Τα συμμάζευε κι έμοιαζε να γλιστράει μες στον άνεμο, με τα πόδια της γαντζωμένα στην άμμο.
"Ε, παππούλη, τι θα 'κανες; ε; Τι θα 'κανες αν σου την έπεφταν αυτές οι γκόμενες;"
Ξεκίνησε να φύγει, πέρασε δίπλα από την κουβέρτα τους, τράβηξε κατά τη σκάλα της παραλίας.
"Ροντ, γιατί μίλησες έτσι στον φτωχό τον γέρο; Μερικές φορές σε ΜΙΣΩ!"
"Έλα δω, μωρό μου!"
"ΟΧΙ!"
Γύρισε, κι είδε τον Ροντ να κυνηγάει το κορίτσι. Το κορίτσι τσίριξε, μετά γέλασε. Ο Ροντ την πρόλαβε κι έπεσαν στην άμμο, παλεύοντας και γελώντας. Είδε το άλλο ζευγάρι να φιλιέται.
Έφτασε στη σκάλα, κάθισε σ' έναν πάγκο, τίναξε την άμμο απ' τα πόδια του. Φόρεσε τα παπούτσια του. Δέκα λεπτά αργότερα, ήταν πίσω στο δωμάτιό του. Έβγαλε τα παπούτσια του και τεντώθηκε στο κρεβάτι.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα.
"Κύριε Σνιντ;"
"Ναι;"
Η πόρτα άνοιξε, ήταν η κυρία Κόνερς, η νοικοκυρά του. Η κυρία Κόνερς ήταν εξήντα πέντε χρονώ, το πρόσωπό της δεν διακρινόταν μες στο σκοτάδι. Χαιρόταν που δεν έβλεπε το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
"Κύριε Σνιντ;"
"Ναι;"
"Έφτιαξα λίγη σούπα, ωραία ζεστή σούπα. Να σας φέρω ένα πιάτο;"
"Όχι, δε θέλω".
"Ω, μα ελάτε τώρα, κύριε Σνιντ, είναι καλή, πολύ καλή σούπα! Αφήστε να σας φέρω λίγη!"
"Ω, καλά, εντάξει".
Σηκώθηκε, κάθισε σε μια καρέκλα και περίμενε. Είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή κι έμπαινε λίγο φως από το διάδρομο. Μια αχτίνα ήλιου ίσια στα πόδια του, στην αγκαλιά του. Του έφερε ένα μπολ με σούπα κι ένα κουτάλι.
"Θα σας αρέσει, κύριε Σνιντ. Τη φτιάχνω ωραία τη σούπα".
"Ευχαριστώ", της είπε.
Καθόταν εκεί, κοιτάζοντας τη σούπα. Το χρώμα της ήταν κίτρινο κατουρημένο. Ήταν κοτόσουπα. Χωρίς κρέας, κοίταζε το λίπος που επέπλεε στο μπολ. Για κάμποση ώρα δεν κουνήθηκε. Μετά, πήρε το κουτάλι και τ' ακούμπησε στο ντουλαπάκι. Σηκώθηκε, κρατώντας τη σούπα, πήγε στο παράθυρο, άνοιξε τη σήτα, και ήσυχα ήσυχα την έχυσε. Είδε να βγαίνει λίγος ατμός, κι αυτό ήταν όλο. Έβαλε και το μπολ στο ντουλαπάκι, έκλεισε την πόρτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ήταν πιο σκοτεινό από ποτέ. Του άρεσε το σκοτάδι, το σκοτάδι είχε κάποιο νόημα.
Αν προσπαθούσε πολύ, μπορούσε ν' ακούσει τον ωκεανό. Για λίγη ώρα τον άκουγε, μετά αναστέναξε, αναστέναξε, αναστέναξε έναν βαθύ αναστεναγμό και πέθανε.

Από την ειδική έκδοση του Βήματος: Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας.
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου

Γιώργος Θεοτοκάς: «Ελεύθερο πνεύμα»


πηγή: http://www.doctv.gr (Γιώργος Πανόπουλος) 

Αποσπάσματα από ένα πολύτιμο βιβλίο που γράφτηκε 83 χρόνια πριν― ακόμα ψάχνουμε να βρούμε ποιοι είμαστε, χωρίς να έχουμε κάνει ούτε ένα βήμα από τότε.



Ο Γιώργος Θεοτοκάς έγραψε το 1929, σε ηλικία 24 ετών το συναρπαστικό δοκίμιο Ελεύθερο πνεύμα (εκδ. Εστία), το οποίο αργότερα ονομάστηκε «πνευματικό μανιφέστο» της γενιάς του '30 (στην οποία ανήκουν και ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης). Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο κείμενο, που έχει απασχολήσει περισσότερο από κάθε άλλο δοκίμιο την ελληνική διανόηση. Είναι ένα ορμητικό, γεμάτο δυναμισμό, κείμενο ευρωπαϊκά προσανατολισμένο και ριζοσπαστικό στην αντιμετώπιση του παρελθόντος. Ο Γιώργος Θεοτοκάς προσπάθησε, όπως πολλοί της γενιάς του, να αντιπαραβάλει την «πλευρά του Ελληνικού της Ελλάδας και όχι της Ελλάδας όπως την φαντάζονται οι Ευρωπαίοι». Με δύο λόγια: το ζήτημα της ελληνικότητας της γενιάς του '30 συνοψίζεται τελικά στο τι θα δημιουργήσεις ως σύγχρονος Έλληνας που όχι μόνο να είναι αυθεντικά δικό σου, αλλά να ενδιαφέρει και τους ξένους.

Υ.Γ. Οι σκέψεις του νεαρού Θεοτοκά το 1929 είναι σαν ευφυείς διαπιστώσεις της κρίσιμης εποχής που ζούμε. Ογδόντα τρία χρόνια μετά,  ακόμα ψάχνουμε να βρούμε ποιοι είμαστε χωρίς να έχουμε κάνει ούτε βήμα από τότε.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ
«Την έλλειψη αληθινής ανάπτυξης, φανερώνει καλά και η έλλειψη ανοχής και ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τις ελληνικές συζητήσεις. Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου. Πώς μπορεί να είναι σοβαρό υποκείμενο αφού τολμά να λέει όχι όταν εμείς λέμε ναι; Να πάει πρώτα να μάθει γράμματα κι ύστερα να έρθει να συζητήσει μαζί μας.

Αυτό δεν είναι όλο. Τον αρνούνται και ως άτομο. Είναι φαύλος και κακόπιστος. Είναι κουτός. Είναι παλαβός. Είναι αίσχος για την Ελλάδα να υπάρχει ένα τέτοιος άνθρωπος. Είναι δημόσιος κίνδυνος. Πρέπει να εκλείψει οπωσδήποτε, να εξολοθρευτεί, να καταργηθεί, να μην μείνει κανένα ίχνος του στο πρόσωπο της Γης. Δεν κατορθώνουν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι ένας άνθρωπος που σκέπτεται διαφορετικά από αυτούς μπορεί να είναι πολύ άξιος, πολύ έντιμος, πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Άξιοι, έντιμοι, χρήσιμοι είναι μονάχα αυτοί που συμφωνούν μαζί μας. Οι άλλοι όλοι: φωτιά και τσεκούρι!

Μεσ’ στο δημιουργικό αναβρασμό της σημερινής Ευρώπης τι θέση κρατά η Ελλάδα; Τι συμβολή προσφέρουμε στις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλονται τριγύρω μας; Τίποτα! Το αισθανόμαστε βαθιά μόλις περάσουμε τα σύνορά μας πως δεν αντιπροσωπεύουμε τίποτα, πως κανείς δεν μας λογαριάζει στα σοβαρά, πως δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τη θέση που κρατούμε στην Ευρώπη, πως είμαστε στα μάτια των ξένων μονάχα χρηματομεσίτες, βαπορατζήδες και μικρομπακάληδες και τίποτα περισσότερο. Αφού περιπλανηθούμε αρκετά μεσ’ στον ευρωπαϊκό πολιτισμό γυρνούμε κάποτε στο σπίτι με σφιγμένη την καρδιά. Που είναι λοιπόν οι Έλληνες; Τους γυρέψαμε παντού και δεν τους βρήκαμε πουθενά.

Υπάρχουν όμως σε αυτό το σημείο, όπως σ’ όλα, διάφοροι ορίζοντες και διάφορες προοπτικές. Οι νοικοκυραίοι, αντιπρόσωποι της σημερινής ελληνικής αρμοδιότητας, θα μας πουν πως δεν είναι η ώρα κατάλληλη για να ξυπνούμε στους νέους τον έρωτα των υψηλών έργων, αφού το πάθος αυτό τους κάνει να αρνηθούν κάθε πνευματική και ηθική τάξη, να απομακρυνθούν από κάθε σοβαρή και κοινωφελή σταδιοδρομία, να ριχτούν σε τρελές, περιπέτειες, που τις περισσότερες φορές καταστρέφουν τη ζωή τους. Σήμερα, θα μας πουν, περισσότερο από πάντα, η Ελλάδα θέλει φρόνιμους νέους γεωπόνους, μηχανικούς, δασκάλους, οικονομολόγους, κι όχι ανήσυχους ονειροπόλους, που ταράζουν το έργο της περισυλλογής, που δεν προσφέρουν καμιά εκδούλευση στον τόπο και καταντούν συνήθως παράσιτοι. Θα απαντήσουμε δόξα τω Θεώ, οι φρόνιμοι νέοι δεν λείπουν στην Ελλάδα. Οι νοικοκυραίοι του Κράτους και του πνεύματος θα βρουν τριγύρω τους στρατιές από καλά παιδιά τέτοια που τα θέλουν, και δεν έχουν παρά να λάβουν τον κόπο να διαλέξουν τους πιο φρόνιμους ανάμεσα στους φρόνιμους για να τους εμπιστευθούν τους γυαλιστερούς τίτλους και τις πολύτιμες θέσεις. Δεν θα αφήσουμε όμως τη νοικοκυροσύνη να καταχτήσει ολόκληρη την ελληνική νιότη. Αν οι άνθρωποι που διευθύνουν χρειάζονται πολλούς νοικοκυραίους εμείς χρειαζόμαστε μερικές ταραγμένες ψυχές. Μα την αλήθεια, δεν βλέπουμε σε τι θα χρησιμεύει αυτός ο τόπος, αν πρόκειται να σβήσουν ολότελα το θείον πυρ;

Τη φωτιά της δημιουργίας δεν την συντηρούν οι φυλακισμένοι φύλακες της κληρονομιάς των νεκρών, ούτε οι λογικοί και πραχτικοί που περπατούν πάντα στα σίγουρα και αποφεύγουν να κάνουν ένα βήμα εκεί που το έδαφος κουνιέται κάτω από τα πόδια τους, ούτε οι ήρεμοι επιστήμονες οι φορτωμένοι σοφία μα χωρίς μακρινά οράματα και καμμιά ανησυχία στην ψυχή, ούτε οι μικροί φιλόδοξοι, που έταξαν ως σκοπούς της ζωής τους, τους επαίνους των πρεσβυτέρων, την κοινωνική υπόληψη κι ένα τιμητικό αξίωμα. Είναι γεμάτοι τέτοιους ανθρώπους οι δρόμοι της Αθήνας κι ωστόσο η Ελλάδα δε δημιουργεί, η Ελλάδα δεν πραγματοποιεί τίποτα όμορφο. Η Ελλάδα -ας πω την τρομερή λέξη- δεν επιδιώκει τίποτα το μεγάλο. Τη φωτιά την συντηρούν οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και τους πνεύματος, οι άνθρωποι που τους σέρνει το πλεόνασμα των δυνάμεών τους, πιο μακριά από τους ορίζοντες και πιο υψηλά από το επίπεδο του πλήθους. Τη συντηρεί ο Άσωτος Υιός. Αν αυτός λείψει, ο τόπος σας όσο κι αν τον νοικοκυρέψετε δε θα αξίζει πολλά.

Αλίμονο στην Ελλάδα, αν στηρίζει το μέλλον της μονάχα στις άμορφες μάζες των φρόνιμων παιδιών. Το ιδανικό τους είναι μια ήρεμη και γλυκιά μεσημβρινή Ελβετία, υπόδειγμα τάξης, άνεσης και μακαριότητας, χωρίς καμμία αγωνία, κανένα μεγάλο όνειρο, καμμιά τρέλα, καμμιά δημιουργική πνοή. Μα είναι δυνατό να καταντήσει Ελβετία αυτή η χώρα του Οδυσσέα;

Μερικοί μάλιστα ρίχνουν στο κράτος τις μεγαλύτερες ευθύνες για την κατάσταση. Είναι νομίζω μεγάλη παρεξήγηση των πραγμάτων να περιμένει κανείς από το Κράτος να δημιουργήσει πνευματική ζωή. Ούτε οι Ακαδημίες δημιουργούν λογοτεχνία, ούτε τα Πανεπιστήμια σκέψη, ούτε τα Εθνικά Θέατρα θεατρική κίνηση. Τα επίσημα ιδρύματα παρακολουθούν (συνήθως με καθυστέρηση μιας γενεάς) τη δημιουργία που συντελείται αυθόρμητα στον ελεύθερο αέρα. Τη μελετούν, τη σχολιάζουν, τη διατηρούν στα αρχεία τους. Είναι οι αποθήκες της πνευματικής ζωής. Όταν το Κράτος φιλοδοξεί να παίξει τον πρώτο ρόλο στην πνευματική κίνηση, τα κάνει όλα θάλασσα. Το ελεύθερο πνεύμα το μεταβάλλει σε πνεύμα της πολιτικής σκοπιμότητας και την τέχνη την καταντά γραφειοκρατία. (…) Τα μόνα καθήκοντα του Κράτους είναι να συγχρονίσει την αναχρονιστική εκπαίδευσή μας και να σέβεται την ελευθερία της σκέψης. Ας μην του ζητούμε περισσότερα γιατί υπάρχουν πιθανότητες πως θα μας κάνει να μετανοήσουμε.

Πάρετε στην τύχη μερικά από τα σημερινά έντυπα, στίχους, αφηγήσεις, συζητήσεις ιδεών. Τι θα συναντήσετε σχεδόν παντού; Ανία, απογοήτευση, νοσταλγία των περασμένων, μοιρολατρεία, ηττοπάθεια. Μπορώ να αναφέρω εδώ λόγια των πιο φωτισμένων ανθρώπων της Ελλάδας, που μοιάζουν κραυγές ναυαγών. Τι ανάγκη να προσπαθήσουμε, να αγωνιστούμε, να ζήσουμε, αφού «τίποτα δεν μπορεί να γίνει στο Ρωμέικο;». Τέτοιο είναι το δίδαγμα που εξάγεται από τα λόγια των περισσοτέρων πνευματικών οδηγών μας. Η σπουδαιότερη ασχολία τους είναι να καταστρέφουν τις ελπίδες των νεωτέρων τους και να συντηρούν το μαρασμό της Ελλάδας. Δεν έχω όρεξη να τους κατηγορήσω. Είναι φυσικό να μην περιμένουν τίποτα από το μέλλον οι άνθρωποι που είδαν όλα τα όνειρά τους να εξευτελίζονται… Κι είναι επίσης φυσικό ότι αυτοί οι νικημένοι, που έπαυσαν να πιστεύουν στον εαυτό τους, δεν επιτρέπουν στους άλλους να έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση.

Είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι μεσ’ στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής. Κανείς δεν περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα. Καμμιά ελπίδα δεν χαράζει πουθενά. Η στιγμή αυτή είναι βέβαια μια θαυμάσια στιγμή».

Το τιμωρό χέρι του λαού - Ιάσονας Χανδρινός




Το τιμωρό χέρι του Λαού: Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944
Αθήνα, Θεμέλιο 2012

«Η βία της αριστεράς δεν προκύπτει εν κενώ αλλά απαντά σε μια οργανωμένη και θεσμοποιημένη εκστρατεία εξόντωσής της» και, πέρα από «δαίμονες και αγγέλους, την ΟΠΛΑ οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε πλέον ως μια αμιγώς αντιστασιακή οργάνωση.»


Η πρώτη ιστορική έρευνα για την ΟΠΛΑ και τον ένοπλο ΕΛΑΣ
Η μελέτη της δεκαετίας του ’40 έλκει εδώ και δύο δεκαετίες το ενδιαφέρον της ιστορικής κοινότητας. Ωστόσο η ΟΠΛΑ, η πλέον άγνωστη και “καταραμένη” πτυχή του ελληνικού αντιφασιστικού αγώνα, παραμένει στο περιθώριο. Ο 27χρονος ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός , με το βιβλίο του Το τιμωρό χέρι του Λαού: Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944, την τοποθέτησε στο επίκεντρο της έρευνάς του, επιδιώκοντας να απαντήσει σε ενοχλητικά όσο και απαραίτητα πια ζητήματα.



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
«Η ΟΠΛΑ ακολουθούσε τακτικές “αντάρτικου πόλεων”. Είχε εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών ακόμα και μέσα στην Ασφάλεια. Βρήκα πλήθος περιστατικών που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Θα ανέφερα χαρακτηριστικά την εκτέλεση του αρχηγού της Ειδικής Ασφάλειας Πειραιά, γιατρού Σήφη Βαρδινογιάννη, τον οποίο σκότωσε μια ομάδα ντυμένη με γερμανικές στολές ως “αντίποινα” για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.»

εφημ. ΑΥΓΗ

― Γιατί ασχοληθήκατε με τη δεκαετία του ’40;
Ήταν έρωτας, θα έλεγα, με την πρώτη ματιά. Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου, όταν ήμουν 17 χρόνων, ήταν “Η Ελληνική Αντίσταση 1940-1944” του Ανδρέα Κέδρου. Το καταβρόχθισα αυτό το βιβλίο και θυμάμαι την οργή και την απορία μου πώς κανείς δεν αναφερόταν σ’ αυτά τα πράγματα, ούτε στο σχολικό ούτε στο οικογενειακό μου περιβάλλον. Δεν είχα ακούσει τίποτα! Το βασικό είναι ότι αυτή η δεκαετία, επί της ουσίας, με έκανε να γίνω ιστορικός.

― Τι ανακαλύψατε σ’ αυτή τη δεκαετία, τόσο κομβικό για τις μεγάλες σας αποφάσεις;
Βρήκα όλες τις διαμορφωτικές τομές και συνέχειες από τις οποίες προέκυψε η μορφή της σημερινής ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Αυτό που κατ’ ουσίαν αντιλήφθηκα και συνεχίζω να πιστεύω είναι πως η μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας βασίστηκε πάνω στις εμπειρίες του πολέμου και της Κατοχής. Για δεκαετίες το πολιτικό σκηνικό θεμελιωνόταν πάνω στην απονομιμοποίηση της Εθνικής Αντίστασης, χωρίς παράλληλα να καταφέρνει να ακυρώνει τα μηνύματα που προέκυπταν απ’ αυτήν. Στην ουσία προέκυψαν δύο Ελλάδες: Η Ελλάδα της εθνικόφρονης νομιμότητας, που ακύρωνε τους αγώνες μιας ολόκληρης γενιάς, και η περιθωριοποιημένη πολιτικά Ελλάδα της “ηθικής νομιμότητας”, που προσπαθούσε να συντηρήσει την κληρονομιά του συλλογικού ήθους που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1940-’44. Σε κάθε περίπτωση οι κραδασμοί που προκάλεσε η Κατοχή και η Αντίσταση στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας παραμένουν ορατές και σήμερα.

― Για την κατανόηση των πολυεπίπεδων ρήξεων που συντελέστηκαν στη δεκαετία του ’40 τι πρέπει να έχουμε υπόψη;
Η ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’40 ήταν μια κοινωνία ετερογενής, με ποικίλες ταξικές, πολιτισμικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις. Η εμπειρία του πολέμου πολλαπλασίασε τα χάσματα και προκάλεσε μια αναπόφευκτη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Για πρώτη φορά βγήκαν στο προσκήνιο αιτήματα ριζικών αλλαγών που θα μπορούσε κανείς να τα ανάγει στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Η νεολαία, οι γυναίκες, το κομμουνιστικό κόμμα, εξελίχθηκαν σε σχεδόν ρυθμιστικούς παράγοντες και μια γνήσια δύναμη αλλαγής του μέλλοντος της χώρας. Το γεγονός ότι η ένοπλη αντίσταση πήρε τόσο μαζικές διαστάσεις στην Ελλάδα μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας εκείνης της εποχής.

― Σ’ αυτές τις ρήξεις μπορούμε να αναζητήσουμε εξηγήσεις για επιλογές που χαρακτήρισαν τόσο την κεντρική πολιτική σκηνή όσο και στις συλλογικές αντιλήψεις και νοοτροπίες κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο;
Μετά τον πόλεμο όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις επιζήτησαν να προσδιοριστούν μέσα από τη διαχείριση των εμπειριών της Κατοχής και της Αντίστασης. Οι κυβερνήσεις του εμφυλίου, το “κεντρώο διάλειμμα” του ’63-’64, η χούντα των συνταγματαρχών, η τομή της μεταπολίτευσης και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ θεμελιώθηκαν πάνω στις απαντήσεις που προσπάθησαν να δώσουν σχετικά με το τι συνέβη σ’ εκείνα τα πέτρινα χρόνια. Είτε μέσα από την άρνησή της, είτε μέσα από την αναγνώριση των ιδανικών της, η Αντίσταση παρέμεινε και παραμένει ακόμα στο επίκεντρο των συζητήσεων και του δημόσιου λόγου. Ωστόσο δεν έχουμε καταφέρει, σε αντίθεση π.χ με τη Γερμανία που “τακτοποίησε” τους λογαριασμούς της με το ένοχο παρελθόν της, να συγκροτήσουμε ένα ενιαίο “συναινετικό” μνημονικό αφήγημα. Για τους ιστορικούς, βέβαια, αυτή η πολιτικά ευαίσθητη συζήτηση είναι σχεδόν σαγηνευτική.

― Επειδή είναι ακόμα νέο πεδίο. Γιατί, αλήθεια, η ιστοριογραφία τώρα μόλις αρχίζει να αγγίζει αυτή την περίοδο;
Η διάχυτη ευαισθησία των Ελλήνων για ό,τι αφορά τις πρόσφατες μνήμες έχει “χρεώσει” την επιστημονική κοινότητα με ένα καθήκον που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει. Την επούλωση του τραύματος του Εμφυλίου. Οι τάσεις της ιστοριογραφίας προκύπτουν μέσα από μία αγχωτική, θα έλεγα, προσπάθεια νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησης προσώπων, ομάδων, κομμάτων και επιλογών. Η ιστορική οπτική, δηλαδή, μοιάζει με ένα εκκρεμές το οποίο ακολουθεί τους παλμούς της κοινωνίας αλλά και τα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα. Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε οι ιστορικοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό δέσμιοι μιας συλλογικής μνήμης που ξεπερνά τον βιολογικό κύκλο ζωής της γενιάς του ’40.

― Υπ’ αυτή την έννοια είναι πιο “εύκολη” η δουλειά της δικής σας γενιάς ιστορικών που δεν απηχεί τη βιωμένη εμπειρία.
Είναι και εύκολη και δύσκολη. Κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στον “πειρασμό” να επικοινωνήσει με τους εκπροσώπους αυτής της βιωμένης εμπειρίας καταγράφοντας μανιωδώς τη γραπτή και προφορική τους μαρτυρία. Από ιστοριογραφική άποψη το υλικό που έχει συγκεντρωθεί είναι τεράστιο, αλλά τεράστιος είναι και ο “πονοκέφαλος” που προκαλεί η όποια προσπάθεια κωδικοποίησης των συμπερασμάτων. Έτσι κι αλλιώς όμως το αίτημα της αντικειμενικότητας μοιραία πηγαίνει σε δεύτερη μοίρα όσο προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε μια κοινωνία που ουσιαστικά διαμορφώθηκε στις ακραίες συνθήκες ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Κι όταν λέμε πόλεμο, εννοούμε μια μόνιμη κατάσταση αναταραχής που ξεκίνησε από το αλβανικό μέτωπο, συνεχίστηκε στην Κατοχή, τερματίστηκε συμβατικά το 1949, αλλά ταλάνισε την ελληνική κοινωνία τουλάχιστον μέχρι τη μεταπολίτευση.

― Η έρευνά σας φέρνει καινούργια στοιχεία γι’ αυτή την περίοδο;
Ασχολήθηκα με το “καυτό” θέμα της ΟΠΛΑ παρακινούμενος από τη γενικότερη συζήτηση για τη βία της αριστεράς στην Κατοχή. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση επανεξέτασης και ανατροπής του σχηματικού δίπολου “καλοί αριστεροί – κακοί δεξιοί” και μέσα από τοπικές έρευνες έχει πράγματι προκύψει μια σχετικοποίηση των κινήτρων τόσο της ένοπλης αντίστασης όσο και του δωσιλογισμού στην Κατοχή, κυρίως, σε ό,τι αφορά την ύπαιθρο. Η δική μου έρευνα για την πρωτεύουσα, που παραμένει σχετικά άγνωστο πεδίο, με οδήγησε στο συμπέρασμα πως ένα γνήσιο κοινωνικό κίνημα, δηλαδή το ΕΑΜ και η ένοπλη έκφρασή του, ο ΕΛΑΣ και η ΟΠΛΑ, συγκρούστηκε μετωπικά με την απόλυτη βία των κατοχικών δυνάμεων και τον “θεσμικά” κατοχυρωμένο δωσιλογισμό των Ταγμάτων Ασφαλείας. Φαίνεται πως σε ένα ασφυκτικά κατεχόμενο περιβάλλον, όπου λειτουργούν κρατικοί θεσμοί και η στράτευση στην Αντίσταση συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο, οι επιλογές μοιάζουν να είναι περισσότερο συνειδητές και τα στρατόπεδα περισσότερο διακριτά. Η εμπειρία της Κατοχής σε μια κατεχόμενη πόλη είναι πολύ πιο έντονη. Είναι σίγουρα διαφορετικό να κρατάει κανείς όπλο στα Άγραφα απ’ ότι στην Κυψέλη, ενώ η συνεργασία με τους Γερμανούς είναι πολυεπίπεδη, από έκδοση νόμων που εξυπηρετούν την πολεμική βιομηχανία του Γ΄ Ράιχ μέχρι καταδόσεις Εβραίων και ανοιχτούς απαγχονισμούς αντιστασιακών στις συνοικίες.

― Υποστηρίζετε ότι η ΟΠΛΑ είναι παρεξηγημένη. Μπορεί να παρεξηγηθεί η βία;
Η ΟΠΛΑ δεν είναι απλώς παρεξηγημένη, είναι δαιμονοποιημένη. Ακροβατεί ανάμεσα στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Ιστορικά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει είναι τεράστιο, καθώς, πέρα από τις όποιες απόψεις για την πολιτική του ΚΚΕ, αποτελεί γνήσια έκφραση ενός μαζικού αντιστασιακού κινήματος που προσπαθεί να περιφρουρήσει τον εαυτό του. Είναι η ακραία έκφραση της νομιμότητας της Αντίστασης απέναντι στην Κατοχή, φαινόμενο που απαντάται σε πολλά ευρωπαϊκά αντιστασιακά κινήματα. Τις ομάδες της ΟΠΛΑ στην Αθήνα στελέχωναν τα δυναμικότερα στοιχεία των οργανώσεων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκπρόσωποι της ΕΑΜικής γενιάς. Τα όποια συμπεράσματα για την ΟΠΛΑ δεν πρέπει να διατυπώνονται εκτός πλαισίου, δηλαδή χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πως η βία της εποχής ήταν καταστασιακή. Η βία της αριστεράς δεν προκύπτει εν κενώ, αλλά απαντά σε μια οργανωμένη και θεσμοποιημένη εκστρατεία εξόντωσης της. Αν αυτό παράγει έναν νέο προβληματισμό, θεωρώ τη “συνεισφορά” μου επιτυχημένη”.

― Υπάρχουν περιστατικά από τη δράση της που σας εξέπληξαν;
Η ΟΠΛΑ ακολουθούσε τακτικές “αντάρτικου πόλεων”. Είχε εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών ακόμα και μέσα στην Ασφάλεια. Βρήκα πλήθος περιστατικών που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Θα ανέφερα χαρακτηριστικά την εκτέλεση του αρχηγού της Ειδικής Ασφάλειας Πειραιά, γιατρού Σήφη Βαρδινογιάννη, τον οποίο σκότωσε μια ομάδα ντυμένη με γερμανικές στολές ως “αντίποινα” για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

Εικόνα


Η φωτογραφία  από το βιβλίο: Γιώργος Κολλημένος (Σεβδίκιοϊ Μ. Ασίας 1921 – Γουδή 1947) και Αριστοτέλης Τσιφλάκος ή Βάγγος Καμπούρης (Αθήνα 1923-1948), στη μοναδική τους φωτογραφία, λίγο πριν τα Δεκεμβριανά. Οι δυο τους υπήρξαν τα πιο εμβληματικά ίσως στελέχη της ΟΠΛΑ/Εθνικής Πολιτοφυλακής στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας (Καισαριανή, Υμηττός, Βύρωνας, Παγκράτι) με συμμετοχή σε πολλές εκτελέσεις και αποστολές της ΟΠΛΑ. Ο πρώτος καταδικάστηκε στο κακουργιοδικείο και εκτελέστηκε στον Εμφύλιο, ο δεύτερος σκοτώθηκε στον ΔΣΕ, άγνωστο πού (Αρχείο ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Υμηττού). 

Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
«Οι δειλοί που προδίδουν πατριώτες στους Ούνους, επειδή φοβούνται το θάνατο, να ξέρουν πως τους την έχουμε στημένη, πως είναι καταδικασμένοι και με την πρώτη ευκαιρία θα εξοντωθούν σα ζώα». Με αυτά τα λόγια η L’Humanite, επίσημο έντυπο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματοδ (PCF), καλούσε, τον Απρίλιο του 1942, τους γάλλους αντιστασιακούς σε πράξεις εκδίκησης. Στις κατεχόμενες από τον Άξονα πόλεις, οι οργανώσεις των κομμουνιστών καλλιέργησαν συστηματικά τη μαζική ανυπακοή απέναντι στην κατοχική εξουσία. Στην Αθήνα και τον Πειραιά, η αλματώδης ανάπτυξη του ΕΑΜ, βασισμένου σε ένα εκτεταμένο οργανωτικό δίκτυο, τροφοδοτούσε το αντικατοχικό αίσθημα του κόσμου, οδηγώντας τον σε πλήρη ρήξη με το κατοχικό καθεστώς. Η όξυνση της ναζιστικής τρομοκρατίας σε συνδυασμό με την πολιτική πόλωση που κορυφώθηκε κατά την τελευταία φάση της Κατοχής (1943-1944) οδήγησε σε έναν αιματηρό κύκλο εκτελέσεων, ανοιχτών μαχών και δολοφονιών στο κέντρο και τις συνοικίες της πρωτεύουσας ανάμεσα στις ελληνόφωνες κατοχικές δυνάμεις (Χωροφυλακή, Ασφάλεια, Τάγματα Ευζώνων) και τους «αντάρτες πόλης» του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ που κλήθηκαν να περιφουρήσουν ανοιχτά τις εαμικές και κομματικές οργανώσεις, αναλαμβάνοντας παράλληλα «μυστικά» καθήκοντα πληροφοριών, κατασκοπείας και εξόντωσης στελεχών του κατοχικού μηχανισμού. Η λειτουργία και δράση αυτού του «σιδερένιου βραχίονα του κόμματος» αποτελεί μία από τις τελευταίες άγνωστες σελίδες της κατοχικής ιστορίας και τίθεται για πρώτη φορά κάτω από το μικροσκόπιο μιας συστηματικής ιστορικής έρευνας. 

Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΤΟ ΕΑΜ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ (1941-1943)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΗ (1941-1943)
1. Ανασυγκρότηση των κομματικών οργάνων (1941-1942)
2. Εξάπλωση του οργανωτικού δικτύου
3. Στοχοθεσία, τελετουργίες και συνθηματολογία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ – ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ (1943)
1. Το έτος των απεργιακών κινητοποιήσεων (Απρίλιος 1942-Ιούλιος 1943)
2. Αίμα στην αθηναϊκή άσφαλτο
3. Η τρίτη κατοχική κυβέρνηση Ράλλη (Απρίλιος 1943)
4. Αναδιοργάνωση της ΚΟΑ (Απρίλιος 1943). Οργανωτικές αρετές και «σκληρή γραμμή»
5. «Αδέλφια» και «παλιόσκυλα»: Στοχοποίηση των Σωμάτων Ασφαλείας
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΤΟ «ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΕΩΝ»: Ο ΕΛΑΣ ΑΘΗΝΑΣ – ΠΕΙΡΑΙΑ
1. Τα πρώτα οργανωτικά βήματα
2. Οπλισμός και στρατιωτικά μαθήματα
3. Οργανωτική ανασυγκρότηση (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1943)
4. «Πρώτες οι μπαράγκες! Οι ξύλινες»: Η συνοικία ως βάση της ένοπλης δράσης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ – ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΗΣ ΛΑΪΚΟΥ ΑΓΩΝΑ: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ 1. Περιφρούρηση και αυτοπροστασία
2. Τιμωρητικές πρακτικές του εαμικού κινήματος
3. Ένα άρτιο δίκτυο πληροφοριών
4. Οι απαρχές. Η πρώτη προκήρυξη
5. Εθνική Πολιτοφυλακή. Ζητήματα αρμοδιότητας
6. Αόρατοι εκτελεστές
7. «Προδότες και εγκληματίες»
8. «Γκεστάπο με μαρξιστική μάσκα»: Περιφρουρώντας την καθαρότητα του Κόμματος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III – «ΚΥΚΛΟΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ»: ΤΑΓΜΑΤΑ ΕΥΖΩΝΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ 1. Οι «γερμανοτσολιάδες»: Το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών
2. Κράτος εν κράτει: Η Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους
ΜΕΡΟΣ Γ’
ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ, ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ (ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1943-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1944)
  1. Νέες κινητοποιήσεις. Το σαμποτάζ στο αμαξοστάσιο της Καλλιθέας (24.8.1943)
  2. Η πρώτη γεύση της εκδίκησης
  3. Τα γεγονότα στις Φυλακές Χατζηκώστα (10.10.1943)
  4. Ο ανελέητος πόλεμος με την Ειδική Ασφάλεια
  5. Οι πρώτες συγκρούσεις με τη Χ
  6. Στοργή και κτηνωδία: Η ναζιστική τρομοκρατία το φθινόπωρο του 1943
  7. Εκστρατείες διαφώτισης και δολοφονίες «αντιποίνων»
  8. Η πρώτη μάχη: Φάρος Νέας Σμύρνης, 5 Ιανουαρίου 1944
  9. Οι πολιτικές δολοφονίες: Πινότσης, Καλύβας, Μαλτέζος
10. «Νέα ήθη» ή «φρουρός του Λαού»: Η ΟΠΛΑ στο προσκήνιο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ – ΜΠΛΟΚΑ ΚΑΙ ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΜΑΧΕΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ (ΜΑΡΤΙΟΣ-ΜΑΪΟΣ 1944)
1. Τριήμερη μάχη στην Κοκκινιά. 6-8 Μαρτίου 1944
2. Το μπλόκο της Καλογρέζας (15.3.1944). Το 3ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ υπό διωγμόν
3. Συγκρούσεις σε ανατολικές και νοτιοανατολικές συνοικίες (Απρίλιος 1944)
4. Το «Κάστρο του Υμηττού» (29.4.1944)
5. Η κατάσταση στις δυτικές συνοικίες (Μάιος-Ιούνιος 1944)
6. Η μάχη της Καισαριανής (15-16.6.1944)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ – ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ (ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1944) 1. Μπλόκα και αντεκδικήσεις
2. Η μεγάλη μάχη της Καλλιθέας (24.7.1944)
3. «Ηλέκτρα 3…4…5…»
4. «Το Δίστομο της Αθήνας»: Μπλόκα σε Βύρωνα και Δουργούτι (7 και 9.8.1944)
5. Το Μπλόκο της Κοκκινιάς (17.8.1944)
6. Η «Απεργία Εθνικής Σωτηρίας». Μάχες και αντίποινα σε Καλλιθέα. Κουκάκι. Παλαιά Σφαγεία (24-31.8.1944)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV – «ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΥΓΗ»:
Η ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ (ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1944)
1. Η «κατάκτηση» του Παγκρατίου
2. Η απεργία της 16ης Σεπτεμβρίου
3. Η εξόντωση του «διαβολογιατρού» Βαρδινογιάννη (22.9.1944)
4. Μάχες και γερμανικές σφαγές
5. «Σύγκρουσις τώρα αναπόφευκτος»: ΕΛΑΣ Αθήνας και κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας
6. Τελευταίο καθήκον: Η προστασία των υποδομών της πρωτεύουσας
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΠΗΓΕΣ

Βιογραφικό
Ο Ιάσονας Χανδρινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2006. Είναι υποψήφιος διδάκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας και εκπονεί διδακτορική διατριβή με θέμα τη συγκριτική εξέταση της εμπειρίας του Πολέμου και της Κατοχής στα ελληνικά και ευρωπαϊκά αστικά κέντρα (επόπτης καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ). Το βιβλίο του “Το τιμωρό χέρι του λαού” βασίστηκε στη διπλωματική του εργασία, η οποία βραβεύτηκε από το Ίδρυμα Βασιλικής και Όλγας Σταυροπούλου, το 2011.

Ελβετία και Ελλάδα


του Κωνσταντίνου Καραλή*


πηγή: http://www.protagon.gr

Την πρώτη μέρα του Αυγούστου οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στο πρόγραμμα νέων περικοπών, στο οποίο ουσιαστικά είχαν ήδη συμφωνήσει πριν από έναν μήνα, κατά τον σχηματισμό της τρικομματικής κυβέρνησης συνασπισμού, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ. Μια κυβέρνηση συνασπισμού στην οποία κατέφυγε το πολιτικό σύστημα της χώρας μας, αφού οι ισχυρές κυβερνήσεις που έδινε από τη μεταπολίτευση το εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής οδήγησαν απρόσκοπτα και χωρίς κανένα εμπόδιο στον δρόμο τους τη χώρα στην χρεοκοπία, με επακόλουθα την οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Έχουμε λοιπόν το παράδοξο η μεν κοινοβουλευτική αυτοδυναμία να οδηγεί στην καταστροφή, η δε συναίνεση να μη μπορεί να λειτουργήσει εξαιτίας των επιμέρους κομματικών στρατηγικών, που βρίσκονται πάντα υπεράνω αυτού που θα μπορούσε να οριστεί ως «κοινό καλό». Είναι ενδιαφέρον στο σημείο αυτό να συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Ελβετία.

Μάλιστα, η σύμπτωση της ημερομηνίας της 1ης Αυγούστου με την εθνική εορτή της Ελβετίας (καθώς την 1η Αυγούστου του 1291 ιδρύθηκε η Ελβετική Συνομοσπονδία από τα τρία καντόνια «του Δάσους», Uri, Schwyz και Unterwalden») παρέχει την ευκαιρία της αναφοράς σε ένα πολύ διαφορετικό σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, που έχει κάνει την Ελβετία μια από τις πιο ευημερούσες χώρες του κόσμου.

Κεντρική ιδέα του πολιτικού συστήματος της Ελβετίας είναι η εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής συμμετοχής στην άσκηση της εξουσίας, και αυτό πραγματοποιείται με τον σημαντικό ρόλο που παίζουν τα καντόνια ―λόγω των πολλών αρμοδιοτήτων τους― και με τη συχνή διοργάνωση δημοψηφισμάτων, που αποτελούν σημαντικό θεσμό άμεσης δημοκρατίας.

Παράλληλα, η λήψη αποφάσεων και η κυβέρνηση δεν στηρίζονται στην αρχή της πλειοψηφίας, αλλά το ελβετικό πολιτικό σύστημα επιδιώκει την κατά το δυνατό συναινετική διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό με τη σειρά του πραγματοποιείται με τη συμμετοχή σχεδόν του συνόλου των πολιτικών κομμάτων της χώρας στην κυβέρνηση. Σε αντίθεση δε με την Ελλάδα, πού παρά τις σταθερές διαβεβαιώσεις πως η νέα  κυβέρνηση θα έχει ολιγομελές και ευέλικτο σχήμα, αυτή  καταλήγει πάντα να ξεπερνά τα 30 μέλη (και λίγα είναι), η ελβετική ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποτελείται από 7 υπουργούς (!), που κατά λέξη ονομάζονται «ομοσπονδιακοί σύμβουλοι», και από τους οποίους ο ένας γίνεται κάθε χρόνο (συνήθως εκ περιτροπής) πρόεδρος της χώρας. Αυτοί δε οι 7 υπουργοί προέρχονται από τα 4 μεγαλύτερα κόμματα της χώρας, συγκροτώντας την κυβέρνηση, η οποία λειτουργεί με σχετική ανεξαρτησία από τα κόμματα στα οποία ανήκουν οι υπουργοί. Έτσι, οι αποφάσεις λαμβάνονται σε πνεύμα συναίνεσης και βέβαια οι υπουργοί προΐστανται ενός συνόλου άξιων τεχνοκρατών, που διαχειρίζονται όλα τα τεχνικά θέματα των υπουργείων. Και επειδή είναι πρόχειρη η εξήγηση πως η ευημερία της Ελβετίας στηρίζεται στις τράπεζες και στα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, θα ήταν χρήσιμο να τονίσουμε ότι η ελβετική οικονομία στηρίζεται στη βαριά της βιομηχανία και στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, η χώρα διατηρεί ζωντανή τη γεωργία της, παρέχοντας με την άριστη συγκοινωνιακή της υποδομή τη δυνατότητα να ζει κανείς στο χωριό και να έχει άμεση πρόσβαση στις ανέσεις των πόλεων. Επίσης, η οικονομική ανάπτυξη είναι ζήτημα συνεχούς παρακολούθησης όσο και λήψης κατάλληλων μέτρων και πραγματοποίησης επενδύσεων στην Έρευνα, την Εκπαίδευση, την Ακρίβεια και την Ποιότητα, κατι που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση τόσο της πορείας εφαρμογής των στόχων όσο και των εξελίξεων στο διεθνές περιβάλλον.
Κάποια στιγμή, στη δεκαετία του 90, βγήκαν (για άλλη μία φορά) τα αποτελέσματα της έρευνας του ΟΟΣΑ για την παιδεία (PISA). Η Ελβετία είχε πέσει κατά μία θέση, παραμένοντας όμως μεταξύ των πρώτων, και η Ελλάδα, όπως πάντα, βρισκόταν μεταξύ των τελευταίων. Ο Έλληνας υπουργός Παιδείας εξήγησε γιατί η έρευνα δεν ήταν αντιπροσωπευτική για την ελληνική περίπτωση, επειδή δεν έπαιρνε υπόψη της σημαντικές ελληνικές ιδιαιτερότητες. Οι Ελβετοί, αντίθετα, σχημάτισαν αμέσως μία ομάδα από υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου που ασχολείται με την παιδεία και πήγαν στην Φιλανδία, που είχε πάρει τότε την πρώτη θέση, για να μελετήσουν το εκπαιδευτικό της σύστημά και να δουν τι θα μπορούσαν να μεταφέρουν στο δικό τους…

*Ο Κωνσταντίνος Καραλής είναι Χημικός Μηχανικός - Οικονομολόγος. 

Ιδιωτικοποιήσεις αντί γα μεταρρυθμίσεις; Όχι ευχαριστώ!

Της Αντιγόνης Λυμπεράκη

Ο εφιάλτης της αδράνειας: Ξαφνικά «ανακαλύφθηκαν» οι ιδιωτικοποιήσεις σε ρόλο της μαγικής λύσης που θα μας γλιτώσει από τις επώδυνες μεταρρυθμίσεις.... Αν μάλιστα τις πλαισιώσουμε και με τίποτα εγγυήσεις και μονοπωλιακές δεσμεύσεις (για να «ανεβεί το τίμημα»), τότε θα μπορούμε και να συνεχίσουμε τα ρουσφέτια μας με το νέο ιδιοκτήτη! Κι έτσι, η ιδιωτικοποίηση, ως διά μαγείας εντάσσεται στην ύψιστη εθνική επιδίωξη: τη βολή μας και να μην αλλάξει τίποτα, προς Θεού!

Οι ιδιωτικοποιήσεις πρέπει ασφαλώς να γίνουν, αλλά θα... πρέπει να συνοδεύονται από μεταρρυθμίσεις και πραγματικό άνοιγμα (όχι κλείσιμο) των αγορών. Χωρίς μεταρρυθμίσεις, καλύτερα να μη γίνει τίποτα.

Γιατί θα πρέπει να προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις: υπάρχουν ορισμένα διαδικαστικά και τεχνικά επιχειρήματα. Υπάρχει όμως κι ένα κρίσιμο, στρατηγικής φύσης επιχείρημα, που επισκιάζει όλα τα άλλα.

Πρώτα τα τεχνικά και απλά:

Ακούγεται συχνά η άποψη πως δεν έχει νόημα η ιδιωτικοποίηση οργανισμών και επιχειρήσεων, επειδή όσο κι αν πουληθούν, δεν φτάνει για να λυθεί το μεγάλο πρόβλημα χρέους που αντιμετωπίζουμε.... Είναι ακριβές πως τα έσοδα δεν θα αρκούν για να αντιμετωπίσουν τα πιεστικά οικονομικά προβλήματα της χώρας. Όμως, αυτό είναι επιχείρημα για να πραγματοποιηθούν και μάλιστα γρήγορα και σε μεγάλη έκταση, και ειδικότερα σε συνδυασμό με άλλα διαρθρωτικά μέτρα (μεταρρυθμίσεις).
    
Πολλοί δεν θα προχωρούσαν σε ιδιωτικοποιήσεις με το φόβο ότι θα κατηγορηθούν για «ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας». Αλλά, τι σημαίνει ξεπούλημα; Ποια είναι η «πραγματική αξία» αυτών των περιουσιακών στοιχείων; Η αξία ενός στοιχείου δεν καθορίζεται από καλοπροαίρετες και αφελείς δικαστικές αποφάσεις, αλλά προσδιορίζεται από τις μελλοντικές προοπτικές χρήσης και αξιοποίησης... Αυτό έχει τρεις προεκτάσεις: Πρώτον, αν περιμένουμε να πιάσουμε την τιμή που κάποιοι φανταζόντουσαν στον καιρό των παχέων αγελάδων, τότε κάθε τιμή θα θεωρηθεί αυτομάτως εξευτελιστική καθώς δεν θα πλησιάζει εκείνην που έχει χαραχτεί με χρυσά γράμματα στο συλλογικό μας φαντασιακό.... Δεύτερον, όσο ένα περιουσιακό στοιχείο παραμένει αναξιοποίητο και αδρανές (ή λειτουργεί ανορθολογικά) η μέγιστη τιμή που θα μπορέσει να «πιάσει» συνεχώς θα μειώνεται.... Τέλος, όσο δεν αποκλείεται οριστικά η πιθανότητα να αγοραστεί ένα περιουσιακό στοιχείο σε υποτιμημένες δραχμές, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν και κατά πόσον θα βρεθεί κάποιος να το αγοράσει σε ακριβά ευρώ... Ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν για τη δημιουργικότητα των χρηματο-οικονομικών συμβούλων του Δημοσίου.

Αλλά, το κρίσιμο επιχείρημα είναι άλλο! Ακόμα κι αν δεν είχε η χώρα μεγάλο οικονομικό πρόβλημα (ώστε να χρειάζεται να εισπράξει επειγόντως τα έσοδα από την πώληση), το κράτος θα έπρεπε να  ξεφορτωθεί τις περισσότερες δημόσιες επιχειρήσεις. Και αυτό επειδή και μόνο η ύπαρξη αυτών των «φέουδων και τιμαρίων»:

― Αποτελεί πειρασμό πελατειακών σχέσεων
― Οδηγεί σε χειραγώγηση της αγοράς
― Δημιουργεί δαιδαλώδεις καταστάσεις προμηθειών
― Προάγει τη διαφθορά , και τέλος,
― Χωρίζει την ελληνική κοινωνία σε δύο κατηγορίες: τους «εντός» και τους «εκτός» συστήματος...

Με λίγα λόγια, η ύπαρξη και λειτουργία πλαδαρών και αδιαφανών δημόσιων επιχειρήσεων δηλητηριάζει το πολιτικό σύστημα. Για το λόγο αυτό και μόνο χρειάζονται ιδιωτικοποιήσεις. Όμως πρέπει να πλαισιώνονται με μεταρρυθμίσεις, αλλιώς οι ιδιωτικοποιήσεις αυτές θα αποτελέσουν το νέο άλλοθι της μεταρρυθμιστικής αδράνειας.

Άρα, ιδιωτικοποιήσεις με μεταρρυθμίσεις για να ανασάνει το πολιτικό σύστημα.



Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος.

4.8.12

Πάγκαλος, Εκμαυλισμός, Αντίσταση


Του Γιώργου Πήττα

πηγή: tvxs.gr



Στις 21 Σεπτεμβρίου 2010 ο Θεόδωρος Πάγκαλος  έκανε στη Βουλή την ακόλουθη γνωστή δήλωση που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων:
«Η απάντηση εις την κατακραυγή που υπάρχει εναντίον του πολιτικού προσωπικού της χώρας «πώς τα φάγατε τα λεφτά», που μας ρωτάει ο κόσμος είναι αυτή: Σας διορίσαμε. Τα φάγαμε όλοι μαζί. Μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης πολιτικής πελατείας, διαφθοράς, εξαγοράς και εξευτελισμού της έννοιας της ίδιας της πολιτικής.» 

Το βασικό πρόβλημα με αυτή τη δήλωση δεν είναι το "διά ταύτα", δηλαδή αν όντως τα φάγαμε μαζί ή χώρια, ή αν τα φάγανε κάποιοι ελάχιστοι και τώρα πληρώνουμε τον λογαριασμό οι πολλοί.
Το βασικό πρόβλημα ―κατά τη γνώμη μου― είναι πως η δήλωση αλλά και η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε αργότερα σε διάφορες συνεντεύξεις ο πρώην υψηλόβαθμος Αξιωματούχος του ΠΑΣΟΚικού καθεστώτος απενοχοποιεί πλήρως την παράταξή του, τον εαυτό του, και το σύστημα που καλλιέργησαν και υπηρέτησαν με συνέπεια.
Ο κύριος Πάγκαλος μιλά λες και ήταν αλεξιπτωτιστής, λες και ήταν τουρίστας στην Ελλάδα και τον μηχανισμό εξουσίας, ενώ, ξεκινώντας από το 1982 που διορίζεται υφυπουργός Εμπορίου μέχρι και το 2012, συμμετείχε σε κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις για 30 ολόκληρα χρόνια.
Ο κύριος Πάγκαλος, ήταν οργανικό μέλος των πιο διεφθαρμένων κυβερνήσεων που γνώρισε ποτέ ο τόπος, των κυβερνήσεων που θεμελίωσαν και επέβαλαν την δικτατορία των ημετέρων· του συστήματος που διέρρηξε με τον πιο βίαιο τρόπο τη σχέση παραγωγής / παραγωγικότητας με την αμοιβή· του συστήματος που καταδίωξε την καινοτομία με τον πιο λυσσαλέο τρόπο· του συστήματος που με αλχημείες μεταμόρφωσε τρισεκατομμύρια επιδοτήσεων που δόθηκαν για παραγωγικούς σκοπούς σε εισοδήματα ασύνδετα από οποιοδήποτε έργο· του συστήματος που δαιμονοποίησε έννοιες όπως η Αξιοκρατία και  η Αξιολόγηση Απόδοσης.
Με άλλα λόγια, ο κύριος Πάγκαλος είναι εκ των πρωταγωνιστών που επέβαλαν ως τρόπο ζωής την πελατειακή σχέση, τη διαφθορά, την εξαγορά και τον εξευτελισμό της έννοιας της ίδιας της πολιτικής.
Κατά συνέπεια, απλώς «δεν δικαιούται διά να ομιλεί», ακόμα δε περισσότερο να γράφει και βιβλίο με τίτλο «μαζί τα φάγαμε». Ο μοναδικός τίτλος που θα μπορούσε να έχει ένα βιβλίο του είναι η λέξη «Συγνώμη», με υπότιτλο «Πως καταστρέψαμε την Ελλάδα».
Και την Ελλάδα δεν την κατέστρεψαν επειδή τα φάγανε. Επειδή υπέκλεψαν το μέλλον των νεώτερων γενεών οικονομικά. Είναι βέβαια και αυτό, αλλά όχι μόνο.
Το χειρότερο, το απείρως χειρότερο είναι η "κληρονομιά" που άφησε πίσω του το ΠΑΣΟΚικό καθεστώς. Μια χώρα παραδομένη απόλυτα σε πανίσχυρες και βαθύτατα συντηρητικές συντεχνίες ― και δεν αναφέρομαι πια μόνο σε Φωτόπουλους αλλά και  στην κομματικά εξαρτημένη Ακαδημαϊκή Κοινότητα, που, συνεπικουρούμενη από όλο το πολιτικό φάσμα, αρνείται πεισματικά οποιαδήποτε μεταρρύθμιση.
Δεν μιλώ για τον νόμο Διαμαντοπούλου. Μιλώ για την οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής επιχειρήθηκε στα τελευταία 30 χρόνια οπουδήποτε.
 Όταν οι "αλλαγές" απειλούσαν έστω και λίγο το κομματικό κατεστημένο και τα προνόμια των καλοταϊσμένων  εργατοπατέρων, η "επανάσταση" ήταν προ των πυλών.
 Ένα ελάχιστο παράδειγμα ήταν η δειλή απόπειρα Αρσένη στην Παιδεία προ αμνημονεύτων· ένα άλλο η ασφαλιστική μεταρρύθμιση Γιαννίτση, που, αν είχε ευδοκιμήσει, σήμερα τα προβλήματα θα ήταν κατά τι λιγότερο οδυνηρά.
Το ΠΑΣΟΚ επέβαλε συστηματικά τη δικτατορία των μετρίων και της μετριότητας παντού. Φοβάμαι πως, τώρα που εκ των πραγμάτων αυτή η μετριότητα βλέπει το τέλος της, βρίσκει ομπρέλα προστασίας εκεί που δεν πρέπει: Στην Αριστερά.
Η οποία Αριστερά, ορθά μεν αναλύει και πολεμά την κρίση στο επίπεδο που αυτή είναι προϊόν της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης και της ανελέητης επίθεσης των κερδοσκόπων, αλλά ταυτόχρονα απαξιεί πλήρως να αναλύσει και να χτυπήσει τις χρόνιες ασθένειες της ελληνικής πολιτείας.
Τις ασθένειες που καλλιέργησε διαχρονικά η μετριοκρατία και οι οποίες κατέστρεψαν ή εξόρισαν εκατοντάδες άξιους και φωτεινούς Έλληνες.
Ποιοι έκαναν πράξη και τρόπο ζωής τον μύθο του Κρόνου που τρώει τα παιδιά του;
Δεν ξέρω άλλη χώρα, στην Ευρώπη τουλάχιστον, που να μισεί επίσημα και θεσμοθετημένα τόσο έντονα την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα, τη φαντασία που συχνά μεταφράζεται σε ιδιωτική πρωτοβουλία και πόθο για δημιουργία.
Όταν το ΠΑΣΟΚ ανέβαινε το 1981 στην εξουσία, στην Ελλάδα υπήρχαν 100% ελληνικές βιομηχανίες που παρήγαγαν 100% ελληνικά προϊόντα, τα οποία κάλυπταν την ελληνική αγορά και είχαν επιπλέον εξαγωγική δύναμη. Ποιος υπερασπίστηκε αυτές τις μονάδες από την πράσινη ακρίδα των κομματικών κλαδικών, που στο όνομα του «λαού» τίναξαν στον αέρα το μέλλον;
Ρωτάω την Αριστερά γιατί (ακόμα) με ενδιαφέρει και με καίει:
― Ποιο είναι το σχέδιό της για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας;
― Ποιο είναι το σχέδιό της για την επιχειρηματικότητα;
― Ποιο είναι το σχέδιό της για τη διαμόρφωση ενός υγιούς περιβάλλοντος,  μέσα στο οποίο ένας Έλληνας θα μπορεί να βάλει μπροστά και να κάνει πράξη μία ιδέα του;
― Τι λέει για την ανάγκη πλήρους διαφάνειας σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του κράτους και των θεσμών;
― Τι λογαριάζει να κάνει ―αν ποτέ έρθει στα πράγματα― για την Παιδεία, πέρα από τα γενικά λογάκια «περί Παιδείας για τον λαό» κλπ;
― Τι πιστεύει για το μοναδικό φαινόμενο της απόλυτης παράδοσης των πανεπιστημίων στα πολιτικά κόμματα και τους καθηγητές που περιφέρουν δεξιά κι αριστερά την κομματική τους ταυτότητα κολλημένη στο κούτελο;
― Τι πιστεύει για τα παραταξιακά τραπεζάκια που προσηλυτίζουν τους πρωτοετείς φοιτητές, προσφέροντας βοήθεια και υποκαθιστώντας τις παραλυμένες γραμματειακές υπηρεσίες;
Ο εκμαυλισμός του lifestyle, του χρηματισμού, της εξάρτησης των πάντων από την κομματοκρατία έχει αφήσει ανεξίτηλη σφραγίδα στην ιδιαιτερότητα της κρίσης αλά ελληνικά.
Η συνεχής καλλιέργεια "εικονισμάτων" που αντικαθιστούν κάθε έννοια πραγματικής κουλτούρας έχει αποσυνθέσει οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι αληθινό πρότυπο αυτή την κρίσιμη περίοδο.
Η Αριστερά στην Ελλάδα μού θυμίζει αρκετούς γραφικούς οπαδούς του Δωδεκάθεου.
 Όντας διαποτισμένοι από τη χριστιανική ορθόδοξη μισαλλοδοξία, απλώς αντικαθιστούν τα εικονίσματα ανακυκλώνοντας το ίδιο "ήθος".
Στον τίτλο μου, η τελευταία λέξη είναι η Αντίσταση.
Ζητείται.
Και ζητείται επειγόντως Αντίσταση λυσσαλέα, με ποιοτικά αιτήματα.
Ζητείται επειγόντως Αντίσταση στη δημοκοπία, τον λαϊκισμό που ευνουχίζει κάθε ικμάδα· ζητείται το «υπάρχουν και καλύτερα και αυτά θέλουμε»·  ζητείται ο πήχης που ψηλώνει διαρκώς· ζητείται αυστηρότητα και μηχανισμοί εξοστρακισμού κάθε παραμόρφωσης.
«Κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας» φώναζε μια φορά κι έναν καιρό ο Σαββόπουλος στους έξοχους Αχαρνείς. Έχουν περάσει αιώνες από τότε. Στο μεταξύ, γίναμε πια "πρωταθλητές", ήρθανε "άλλες εποχές»,  βρήκαμε μια χαμένη "μαγκιά", με αυτήν αποκτήσαμε δεκάδες ηλίθιους λόγους να είμαστε «περήφανοι που είμαστε Έλληνες ρε!» αλλά χάσαμε την ουσία.
Ο Πάγκαλος, ο Εκμαυλισμός και η Αντίσταση.
Ποιοι κάνουν Αντίσταση στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή;
Εννοώ από την πολιτική τάξη και όχι από τον κόσμο που παλεύει να επιβιώσει στοιχειωδώς.
Ποιοι από την πολιτική τάξη έχουν κάνει δημόσια την αυτοκριτική τους,  είτε για τα εγκλήματα που διέπραξαν είτε για την ανοχή που επέδειξαν στο έγκλημα;
Κανένας. Όλοι απλά κάνουν κριτική στον "Άλλο", ενώ οι ίδιοι θεωρούν εαυτούς άσπιλους και αμόλυντους. Όλοι, ο κάθε ένας με διαφορετικό τρόπο,  συνεχίζουν να χαϊδεύουν όλα τα κακώς κείμενα, ξεζουμίζοντας επίμονα και με σύστημα όσους δεν φέρουν ευθύνη.
Και παραδίδουν τον τόπο στα νύχια της Χρυσής Αυγής, των Νεοναζήδων, οι οποίοι ,αν θα χάσουν ποσοστά, θα τα χάσουν όχι γιατί είναι ναζί αλλά γιατί είναι ηλίθιοι.
Η Ελλάδα συντρίβεται, συντετριμμένη αξιακά εδώ και χρόνια. Αυτό που τρέμω είναι πως όταν έρθει η ανοικοδόμηση, θα γίνει με τα ίδια υλικά του λάθους. Βλέπει κανείς κάτι άλλο;

Μια ζωή εδώ: Λίνα Λαμπράκη


της Εύης Καρκίτη


πηγή: http://www.parallaximag.gr


Έχοντας στο ενεργητικό της δεκάδες σημαντικούς ρόλους του σοβαρού ρεπερτορίου η Λίνα Λαμπράκη άφησε το απολύτως αναγνωρίσιμο αποτύπωμά της στο θέατρο. 

Σήμερα που δεν παίζω πια και τόσο συχνά το θέατρο μου λείπει, όχι όμως και τόσο πολύ. Ο κύριος λόγος είναι πως το θέατρο απαιτεί φυσικές αντοχές και δυστυχώς με το πέρασμα του χρόνου οι αντοχές φθίνουν. Πάντως απ΄ όλα όσα έζησα κατάφερα να κρατήσω μόνο τις ευχάριστες στιγμές.

Το θέατρο δεν μου άφησε περιθώριο να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα. Με απορρόφησε ολοκληρωτικά. Πολλές φορές πριν την πρόβα χρειαζόταν να μελετήσω πολλές ώρες. Έτσι, οι άνθρωποι οι δικοί μου ήταν οι άνθρωποι που δούλευαν στο θέατρο, εκτός όμως από τους ηθοποιούς. Με ηθοποιούς, αν εξαιρέσεις μια- δυο περιπτώσεις δεν έκανα στενή παρέα. Απλώς δεν έτυχε.


Το να παίζω στο θέατρο και ταυτόχρονα να μεγαλώνω τα δίδυμα παιδιά μου είχε και δυσκολίες και κούραση αν και είμαι ή τουλάχιστον ήμουν άνθρωπος με μεγάλες αντοχές. Πολλές φορές θυμάμαι να έχω πέσει στο κρεβάτι μην προλαβαίνοντας να βγάλω ούτε το καλσόν. Η μέθοδος που ακολούθησα με τα αγόρια μου ήταν η έξης: Παιχνίδι και πειθαρχία. Και βέβαια συζητούσαμε πάρα πολύ για οποιοδήποτε πρόβλημα προέκυπτε. Ήξεραν όμως ποιος είναι ο αρχηγός. Το παιχνίδι και η πειθαρχία οδήγησε σε μια αρμονική σχέση η οποία ήταν πάντα για μένα το ζητούμενο. Επίσης, με τα παιδιά στο σπίτι έμαθα να δουλεύω και να συγκεντρώνομαι μέσα στη φασαρία. Σήμερα που στο σπίτι μου έχει πολλή ησυχία, όταν θέλω να μάθω ένα ρόλο βγαίνω έξω, στο θόρυβο και την κίνηση.

Στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ διδάσκω μια δική μου μέθοδο που βασίζεται στο τρίπτυχο Σκέψη- Λόγος- Μνήμη. Εξερευνούμε πρώτα τη ζωή του συγγραφέα, τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις οποίες έγραψε το έργο, το γιατί το έγραψε, τι θέλει να πει και μπαίνουμε στη συνέχεια στο «βιογραφικό» που έχει ο κάθε χαρακτήρας. Ο ηθοποιός όταν υποδύεται κάποιον στην σκηνή δεν έχει την δική του σκέψη, ούτε την δική του κίνηση. Θα πρέπει να γνωρίσει σε βάθος με το πρόσωπο που θα υποδυθεί.

Θεωρώ ότι το θέατρο είναι σχολείο. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του εκτός από εκπαιδευτικός;

Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια παρακολουθούσα παραστάσεις πολύ συχνά κυρίως στα ταξίδια που έκανα στην Αθήνα. Δεν μπορώ να πω ότι έφευγα ικανοποιημένη. Ειδικά για μεγάλα, σοβαρά έργα από ένα σημείο και έπειτα νομίζω πως υπάρχει ένα πρόβλημα με τον «μοντέρνο» τρόπο που παρουσιάζονται. Πολύ φοβάμαι πως τέτοιες παραστάσεις, σε αρκετές περιπτώσεις, σε ξεκόβουν από τη πηγή τους που είναι ο αυθεντικός λόγος του συγγραφέα.

Το θέατρο στην Ελλάδα σήμερα δεν έγινε περισσότερο επιστημονικό. Έγινε περισσότερο τεχνικό γι αυτό και πολλές παραστάσεις δεν συγκινούν τον θεατή. Όμως δεν παύουν να γίνονται και σοβαρές δουλειές και προσεγγίσεις. Μου αρέσει πολύ η «Ακτίς Αελίου» που παρά τις δυσκολίες συνεχίζει να προσεγγίζει το δικό της όραμα για την τέχνη μας.

Δυστυχώς στο θέατρο έχεις πλήρη επίγνωση του αν φτάνει κάτω στην πλατεία αυτό που φτιάχνεις πάνω στην σκηνή. Ενώ είναι ένα δρώμενο σε εξέλιξη ξέρεις πολύ καλά αν υπάρχει με τους θεατές επικοινωνία ή όχι. Όταν έπαιζα «Τραχίνιες» στην Επίδαυρο (επιτρεπόταν ακόμη το κάπνισμα εκεί) θεώρησα πως θα αποτύχω αν έστω και ένας από τους θεατές άναβε τσιγάρο κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν διαπίστωσα πως δεν άναψε κανείς.

Ένας από τους συγγραφείς που λάτρεψα ήταν ο Τόμας Μπέρνχαρντ που είχα την τύχη να ερμηνεύσω ρόλους του στην σκηνή. Είναι πολύ δύσκολη η προσέγγιση και η μελέτη του. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που έχω κάνει είναι να μάθω το ρόλο από τον «Προορισμό».

Ποτέ δεν θεώρησα ότι έφτιαξα κάτι ωραίο. Είχα πάντα σοβαρές αμφιβολίες. Ξέρω καλύτερα αυτά που δεν πέτυχα γιατί είναι πολύ δύσκολο να ολοκληρώσεις έναν χαρακτήρα. Η ολοκλήρωση για σημαίνει τον να «βρεις» με ακρίβεια τον χαρακτήρα και με ξεκάθαρο τρόπο να μεταφέρεις το μήνυμα που έχει να στείλει.

Ένας από τους ρόλους που με σημάδεψε ήταν φυσικά η «Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολονάκη. Ο ρόλος ήταν σε διπλή διανομή με την Άννα Συνοδινού. Είχα κάνει επιτυχία, έφευγαν όλοι κλαμένοι από το θέατρο. Σήμερα όμως ξέρω πως την «Ηλέκτρα» δεν την έπαιξα σωστά. Δεν μπορείς να παίζεις την τραγωδία σαν δράμα. Στο δράμα επιτρέπεται να γίνεις συναισθηματικός, να κλάψεις και να εκτονωθείς. Η τραγωδία όμως επιβάλει συναισθηματική αποστασιοποίηση. Ο στόχος της είναι να σε κάνει να σκεφτείς. Η Άννα Συνοδινού την είχε παίξει καλύτερα.

Αγάπησα την πόλη της Θεσσαλονίκης. Μου ταίριαξε, μου πήγε. Σήμερα δεν κατεβαίνω πολύ στο κέντρο αλλά όσο ζούσα στη Λώρη Μαργαρίτη λάτρευα τις βόλτες στην παραλία και την Τσιμισκή. Η επαφή που έχεις με την θάλασσα είναι που κάνει τη μεγάλη διαφορά.

Υπέρ αδυνάτων



του ΔΗΜΗΤΡΗ Β. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ




                                                                          Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια

                                                                                                           Νίκος Καρούζος


Το 996 μ.Χ με την περίφημη Νεαρά κατά των Δυνατών, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ προσπάθησε να υπερασπιστεί και να προστατεύσει τα συμφέροντα της αγροτικής τάξης της αχανούς επικράτειας του, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι τα μέλη της ήταν η ραχοκοκαλιά του κράτους.

Το έτος 2012, δυόμιση χρόνια μετά τις τεκτονικού τύπου αναταράξεις στην ελληνική κοινωνία, λόγω χρεοκοπίας ενός φαύλου μοντέλου που στηρίχθηκε στον εκμαυλισμό και τη διαφθορά, κανείς δε φαίνεται να ενδιαφέρεται για τους πραγματικούς αδύναμους αυτής της κοινωνίας. Για όλους εκείνους που στενάζουν δυσανάλογα από άδικα και εξοντωτικά μέτρα.

Έχω φίλους εκπαιδευτικούς, γιατρούς, αστυνομικούς, δημοσίους υπαλλήλους. Έχω φίλους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Άτομα ηθικά και ακέραια. Εργαζόμενοι με όρεξη, μεράκι και ζήλο που ποτέ δεν έβαλαν το «δάχτυλο στο βάζο με το μέλι», που δεν δανείστηκαν αλόγιστα, που δεν παρασύρθηκαν από τις σειρήνες της δάνειας, ψευδεπίγραφης ευδαιμονίας, που δεν βούλιαξαν στον απατηλό βούρκο της αμεριμνησίας. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, οι εντελώς ανυπεράσπιστοι, είναι εκείνοι που πλήττονται από τα διαρκή μέτρα που λαμβάνονται με αποφάσεις του πολιτικού συστήματος.

Αυτοί οι άνθρωποι, - και είναι πάρα πολλοί, - εξαντλημένοι και αποκαρδιωμένοι, δεν βλέπουν καμιά ελπίδα να αχνοφέγγει για το μέλλον. Με ζωές αναποδογυρισμένες, με όνειρα, σχέδια και προσδοκίες ματαιωμένα, πορεύονται μηχανικά, πλέον, στη ζωή.

Αυτοί οι άνθρωποι, - και είναι πάρα πολλοί, - δεν γίνονται «είδηση» για κανένα, γιατί προτιμούν να πορεύονται και να παλεύουν με όση αξιοπρέπεια τους έχει απομείνει. Εγκαταλελειμμένοι και προδομένοι, πασχίζουν μόνοι τους να ανταπεξέλθουν στα προβλήματα και της παγίδες του ακανθόσπαρτου και δύσβατου δρόμου που τους έλαχε στο διαβασίδι της ζωής τους.

Αυτοί οι άνθρωποι, - και είναι πάρα πολλοί, - έχουν χάσει κάθε ελπίδα. Ελπίδα όχι για πλουτισμό, για άκοπη ζωή και περιττές πολυτέλειας, μα για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Για μια ζωή μετρημένη, υγιή όπου τα ουσιαστικά θα υπερέχουν του θεαθήναι, όπου οι αρχές και οι αξίες θα προτάσσονται έναντι της ευτέλειας και τους εκχυδαϊσμού της πραγματικότητας.

Την ίδια στιγμή, όλοι εκείνοι που εδώ και δεκαετίες απολάμβαναν μιας ιδιότυπης ασυλίας, εξακολουθούν να δρουν όχι μόνο χωρίς να τους αγγίζουν τα βάρη της βιωτής, μα και ατιμώρητοι για όσα έχουν διαπράξει σε βάρος της κοινωνίας. Αυτό δημιουργεί, επιπλέον, μια αίσθηση κατάφορης αδικίας, ένα συναίσθημα απόγνωσης των αδυνάτων μπροστά στην παντοδυναμία των «δυνατών. Είμαι μια ωρολογιακή βόμβα στα ηθικά θεμέλια της κοινωνίας. Η έκρηξη της δεν θα αφήσει τίποτα άλλο παρά χαλάσματα.

Η κοινωνία καταστρέφεται όχι όταν βρεθεί σε μια κρίση, οικονομική και πολιτισμική, όπως η σημερινή. Η κοινωνία καταστρέφεται όταν δεν έχει ελπίδα για το μέλλον. Τότε είναι που αναπτύσσονται φυγόκεντρες και καταστροφικές δυνάμεις και διαλύουν ό,τι έχει απομείνει από το σάρωμα της ιστορικής συγκυρίας.

Αναμφίβολα, η χώρα πρέπει να προχωρήσει σε πολλές, αναγκαίες για την επιβίωση της, μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που θα λειτουργήσουν καταλυτικά στον μετασχηματισμό της σε ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό κράτος δικαίου και πρόνοιας. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να υπάρξουν κοινωνικές δυνάμεις που θα τις στηρίξουν. Οι μόνες δυνάμεις που έχουν συμφέρον από τις μεταρρυθμίσεις είναι εκείνες που μέχρι σήμερα παρέμεναν εκτός του οπτικού πεδίου του συστήματος εξουσίας, εκείνες που ζούσαν και δημιουργούσαν από τον μόχθο τους, εκείνες που σήμερα πληρώνουν το «μάρμαρο».

Αν το πολιτικό σύστημα εξακολουθήσει να τις εξοντώνει συστηματικά με τα άδικα οριζόντια μέτρα, θα μείνει χωρίς συμμάχους στην προσπάθεια του και θα αποτύχει, παραδίδοντας τη χώρα στο έλεος των συντεχνιών που τη διαφεντεύουν δίκην φεουδαρχών, και την οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.


Πηγή: http://www.athina984.gr/node/201608

3.8.12

Ο «φωταδιστής» δάσκαλος: Γιατί αγαπούσαν οι εκπαιδευτικοί τον Χρίστο Τσολάκη


της Σοφίας Νικολαΐδου

(πηγή: εφημ. Τα Νέα, 1 Αυγούστου 2012)


Οι μαθητές του στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τον αποκαλούσαν «φωταδιστή». Ηταν ο φιλόλογος που μνημονεύουν με αγάπη μέχρι και σήμερα. Ο καθηγητής που τους έφερνε στο σχολείο αξημέρωτα, στις 6.30 το πρωί, και τους έκανε μάθημα: Σύγχρονη ποίηση, έως ότου χτυπήσει το κουδούνι στις 8.00 για να αρχίσει η κανονική διδασκαλία. Κανείς δεν βαρυγκομούσε. Ολοι τους έμαθαν γράμματα.



Ο Τσολάκης ήταν παθιασμένος δάσκαλος. Φιλόλογος με βαθιά γνώση των κειμένων, κινούνταν με άνεση στο σύνολο της ελληνικής γραμματείας και τη μνημόνευε από στήθους. Ανήκε στην κατηγορία εκείνη των πανεπιστημιακών δασκάλων που πέρασαν πρώτα από τη διδασκαλία στη μέση εκπαίδευση. Γνώριζε την εκπαιδευτική πράξη όσο κανείς. Δεν φλόμωνε τους φοιτητές με αβάσιμες θεωρίες και σχέδια επί χάρτου. Ηξερε πολύ καλά την πραγματικότητα του ελληνικού σχολείου. Ανήκε στη γενιά των φιλολόγων που πίστευαν ότι η μόρφωση είναι το πιο βασικό, το πιο στέρεο εφόδιο, το οποίο μπορεί να έχει κανείς. Εκανε τα λόγια του πράξη.
Αρχιτέκτονες, οδοντίατροι, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, δάσκαλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες. Οι μαθητές του Τσολάκη ήξεραν τα αρχαία ελληνικά που δεν τους δίδαξε κανείς από τους γλωσσαμύντορες που τα είχανε (τάχα) περί πολλού. Παιδιά του παλαιότερου Πρακτικού ή της περίφημης Α' Δέσμης διάβαζαν με άνεση αρχαία ελληνικά και μελετούσαν τους αρχαίους σοφούς. Ηξεραν όμως πως μάνα τους είναι η μητρική γλώσσα.
Γιατί αγαπούσαν τον Τσολάκη οι εκπαιδευτικοί; Στα συνέδρια που διοργάνωνε στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δεν έπεφτε καρφίτσα. Παλαίμαχοι εκπαιδευτικοί και φιντάνια δίπλα δίπλα παρακολουθούσαν με προσοχή. Δεν έχω ξαναδεί τόσο λαοφιλή συνέδρια. Ο Τσολάκης κατάφερνε το ακατόρθωτο. Μοίραζε τις βεβαιώσεις παρακολούθησης με την εγγραφή των συνέδρων. Οσοι γνωρίζουν τα εκπαιδευτικά πράγματα, θα προέβλεπαν, ίσως, ότι οι εκπαιδευτικοί που συνέρρεαν θα παρακολουθούσαν την έναρξη των εργασιών και στη συνέχεια θα εξαφανίζονταν, εφόσον έπαιρναν το πολυπόθητο χαρτί. Οχι, βέβαια. Παρακολουθούσαν με εξημμένη προσοχή τα λεγόμενα μέχρι το τελευταίο βράδυ. Σημείωναν, συζητούσαν, αντιδρούσαν. Ηταν παρόντες. Εκεί. Τρεισήμισι χιλιάδες σύνεδροι το 2012: δυόμισι χιλιάδες εκπαιδευτικοί και χίλιοι φοιτητές. Καμιά φορά τα νούμερα είναι πιο ομιλητικά από τις λέξεις.

Ο Τσολάκης ήταν η ψυχή του «Φιλολόγου», του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πρώτος μεταξύ ίσων ανάμεσα σε ψυχωμένους εκπαιδευτικούς, που διοργάνωναν ημερίδες, συνέδρια για τη γλώσσα και τη διδασκαλία της (οκτώ τον αριθμό, τα συνέδρια που λέγαμε), μορφωτικές εκδρομές, λογοτεχνικές βραδιές και χίλια μύρια άλλα. Εβδομαδιαία φιλολογικά βραδινά, έκδοση ομώνυμου περιοδικού (www.philologos.gr, από το 1964, με δημοσιευμένα άρθρα του Μανόλη Ανδρόνικου, του Λίνου Πολίτη, του Εμμανουήλ Κριαρά και πολλών άλλων διαπρεπών επιστημόνων - και όχι μόνο), Πρακτικά Συνεδρίων, εκδόσεις της «Βιβλιοθήκης του Φιλολόγου».
Οι εκπαιδευτικοί αγαπούσαν τον Τσολάκη γιατί ήταν σάρκα από τη σάρκα τους. Γιατί ποτέ δεν ξέχασε την εκπαίδευση, αυτή ήταν η έγνοια και ο καημός του. Γιατί έκανε την εκπαιδευτική του θεωρία πράξη, δεν μιλούσε από καθέδρας, είχε την ευφρόσυνη γείωση του ανθρώπου που πατά στην εμπειρία του, αλλά μπορεί να δει πέρα και έξω από τον εαυτό του. Γιατί ο Τσολάκης ήταν από τους δασκάλους που δεν ήθελε τους μαθητές απότυπά του. Και αυτό είναι, ίσως, το πιο δύσκολο. Να διαμορφώνεις προσωπικότητες χωρίς να τους στριμώχνεις σε καλούπια. Να βγαίνουν απ' τα χέρια σου άνθρωποι που σχηματίζουν τη δική τους ταυτότητα. Που τους αφήνεις τον χώρο να την ανακαλύψουν και να την υπερασπιστούν.

Γιατί αγαπούσε τον Τσολάκη η Θεσσαλονίκη; Γιατί ήταν άνθρωπος της πόλης. Την περπατούσε καθημερινά. Αν ήσουν κάτοικος του κέντρου, τον έβλεπες σίγουρα, πρωί, μεσημέρι ή απόγευμα, να κυκλοφορεί στους δρόμους με την τσάντα του, σκυφτό κεφάλι, πάντα σκεφτικός, να πηγαίνει ή να επιστρέφει από το γραφείο του στο Πανεπιστήμιο. Ο Τσολάκης πίστευε στον δημόσιο λόγο του εκπαιδευτικού. Μιλούσε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τις εφημερίδες. Οχι παντί τω επιστητώ, για πράγματα της εκπαίδευσης και της γλώσσας, πάντα. Είχε, παλαιότερα, εκπομπή στο ραδιόφωνο (στον 9,58 της ΕΡΤ3). Θέμα του: η γλώσσα.
Ο Τσολάκης ανήκε στις φυσιογνωμίες της πόλης. Αυτές που διαμόρφωσαν την ιδιοπροσωπεία της. Ανθρωπος της μελέτης και της ακαταπόνητης εργασίας, είχε πολλά να προσφέρει ακόμα. Αφησε όμως μαγιά: τους μαθητές και τους συνεργάτες του.
Θα τον θυμόμαστε, θα τον μνημονεύουμε, θα τον αγαπάμε.



ΗΛΙΑΣΗ: ένα "καλοκαιρινό" διήγημα του Γιώργου Αδαμίδη


ένα "καλοκαιρινό" διήγημα του Γιώργου Αδαμίδη, από το βιβλίο του Βολή εγγύς φιλίων τμημάτων (Εκδόσεις Εντευκτηρίου)


Η ακρογιαλιά στην Αμμούδα είναι πάντα σχεδόν έρημη όταν φτάνω. Κάνω κάθε φορά τις ίδιες, πανομοιότυπες κινήσεις. Αφήνω το αυτοκίνητο μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω και κατηφορίζω. Απλώνω την ψάθα μου σε ένα μέρος όπου η άμμος φαίνεται πιο καθαρή και κάθομαι σε μιαν άκρη, απρόθυμος ακόμη να κολυμπήσω. Λίγο αργότερα, σαν να έχουμε ραντεβού, έρχεται ένα ζευγάρι μεσηλίκων με ένα μικρό αγοράκι – εγγόνι τους υποθέτω… Στήνουν την ομπρέλα τους στην άκρη του μικρού κόλπου και χώνονται αθόρυβοι στη σκιά της. Προς το μεσημέρι εμφανίζεται μια ψωμωμένη μεγαλοκοπέλα, με ένα μπικίνι που χάνεται στις δίπλες του κορμιού της. Αλείφεται κάθε μέρα ένα ολόκληρο μπουκάλι αντηλιακό· κι όσην ώρα το απλώνει πάνω της, ρίχνει κλεφτές ματιές προς τη μεριά μου αλλά δεν τολμάει να μου ζητήσει να τη βοηθήσω, να την αλείψω με λάδι εκεί που το χέρι της δυσκολεύεται να κινηθεί, ψηλά στην πλάτη… Με κοιτάει σχεδόν υποτιμητικά κάτω από το πελώριο ψάθινο καπέλο της· ύστερα ξαπλώνει στην πετσέτα της, χωρίς καπέλο πια, κι αφήνεται στον ήλιο που εκείνη την ώρα μας κοιτάζει κάθετα.

Σήμερα η καρτ-ποστάλ της Αμμούδας είναι πιο πλούσια από τις προηγούμενες μέρες. Το ζευγάρι είναι ήδη εκεί, με τον εγγονό τους και με ένα κάπως μεγαλύτερο κοριτσάκι. Και στη ακρογιαλιά βολτάρει ένας νεαρός. Τον βλέπω σήμερα για πρώτη φορά. Κοιτάζοντάς τον από μακριά τον κάνω γύρω στα 20. Xαζεύω, καθώς πλησιάζει, το καλοσχηματισμένο του κορμί, σε ένα χρώμα μελί από φυσικού του. Μια άχαρη, εμπριμέ βερμούδα φοράει, με βασικό χρώμα το πράσινο, και τα μπατζάκια της είναι ήδη βρεμένα καθώς περπατάει μέσα στη θάλασσα, με το νερό να του φτάνει ως εκεί που σμίγουν τα σκέλη του. Στο ύψος εκείνο το πράσινο της βερμούδας είναι βαθύ και τραβάει, θέλοντας και μη, τη ματιά μου. Περπατάει αργά, με το κεφάλι σκυμμένο τόσο που το πηγούνι του να χώνεται στο στήθος. Καλυμμένος πίσω από τα σκούρα γυαλιά μου, παρακολουθώ την αργόσυρτη διαδρομή του.
Η εμφάνισή του είναι το μόνο καινούργιο στοιχείο τόσες μέρες τώρα στην ερημική ακτή όπου έρχομαι, για να κολυμπήσω τάχα…
Κρύβομαι στην Αμμούδα, όπως βάφτισα αυτή τη ασήμαντη, την ανώνυμη και περιφρονημένη ακτή. Κρύβομαι για να μη βλέπω τα σώματα-φρύγανα που λιάζονται, παίζουν, πηγαινοέρχονται, επιδεικνύονται στις άλλες, πολυσύχναστες ακρογιαλιές. Γωνιώδη κορμιά, καλοχυμένα εκ κατασκευής, δυνατά και επιθετικά, εν αγνοία τους, απέναντί μου, οργώνουν το οπτικό μου πεδίο, μου κόβουν τη θέα προς τη θάλασσα και παρασέρνουν τη ματιά μου πάνω τους ίσαμε να καταλάβω ότι θα γίνω αντιληπτός – καμιά φορά και λίγο παραπάνω -, να μετράω ύψος, να καταγράφω χρώμα μαλλιών και ματιών, να υπολογίζω ηλικίες και προτιμήσεις, να σχεδιάζω πλησιάσματα και να σκηνοθετώ καρποφόρες συνομιλίες.
Εδώ αποφεύγω σώματα εφηβικά, ευσταλή και εφίδρωτα, που πυρπολούν τις διακοπές μου, παίζουν βόλεϋ δίπλα μου και μου θυμίζουν τεχνικούς όρους του παιχνιδιού που έχω να τους ακούσω από το γυμνάσιο· δεν υπάρχει λόγος να μαθαίνω τις συνεννοήσεις για τις νυχτερινές τους εξόδους ή τα χθεσινοβραδινά κατορθώματά τους, ούτε να ρίχνω κλεφτές ματιές και να προσπαθώ να γητέψω τη μπάλα, ώστε να τους ξεφύγει και να ρθεί προς το μέρος μου ή και πάνω μου ακριβώς. Γιατί η μπάλα κάνει τα δικά της, φεύγει άλλοτε προς τα δω και άλλοτε προς τα κει, μα ποτέ προς εμένα. Κι εγώ έμενα εκεί, να τους βλέπω να χάνονται στη θάλασσα, έχοντας συμφωνήσει να βρουν και να καταβρέξουν μιαν Άννα…
Το αγόρι έχει βγει από τη θάλασσα. Μια σκουρόχρωμη πετσέτα, που την απλώνει με επιμέλεια στην άμμο, μερικά μέτρα μακριά μου, κι ένα πακέτο τσιγάρα SILK CUT είναι όλα κι όλα του τα πράγματα. Φεύγει πάλι, συνεχίζοντας την πορεία του προς την άλλη άκρη της ακτής. Βουτάει, κάποτε, και αρχίζει να κολυμπάει με έναν αργό ρυθμό, ράθυμο. Πάει κι έρχεται, μέσα κι έξω, για αρκετή ώρα. Ύστερα βγαίνει στα ρηχά, ξέρω πως πατώνει σ’ αυτή την απόσταση από την ακρογιαλιά, κι εκεί κάνει κάτι περίεργες κινήσεις με το ένα χέρι του, που δεν φαίνεται καλά, κρυμμένο πίσω από το σώμα του, όπως τον βλέπω προφίλ…
Ο ήλιος με έχει ζαλίσει. Κουράστηκα ακουμπισμένος τόσην ώρα στον αγκώνα μου. Κουράστηκε κι εκείνος και αφήνει τη θάλασσα. Τον βλέπω πια κατά μέτωπο: το αριστερό του χέρι, κάτισχνο, όχι περισσότερο σαρκωμένο από ένα ψωμί - «μπαγκέτα», κρέμεται δίπλα στο κορμί του σαν παράλυτο κι ελάχιστα παρακολουθεί την κίνηση του υπόλοιπου σώματος. Σκέφτομαι πως μέχρι τώρα σκόπιμα έδινε τέτοια στάση στο κορμί του ώστε να κρύβει από μας, στην ακτή, το σακάτικο χέρι του. Ήρθε στα πράγματά του, είναι πια πολύ κοντά μου. Ενώ τα νερά που στάζουν από το σώμα του και τη βερμούδα του φτιάχνουν υγρές κηλίδες στην άμμο, ανάβει τσιγάρο, σκέφτομαι να προφασιστώ πως δεν έχω φωτιά και να πιάσω κουβέντα μαζί του, όταν βλέπω να τον πλησιάζει η γυναίκα με το μικρό παιδί. Του μιλάει σχεδόν ψιθυριστά, δεν μπορώ να καταλάβω τι του λέει ή αν γνωρίζονταν από πριν, όμως χάνω κάθε κουράγιο.
Καθώς βάζω μια ξασπρισμένη πέτρα για προσκέφαλο και ξαπλώνω στην ψάθα μου, να πάρω λίγο χρώμα που λέει κι η μάνα μου, σκέφτομαι πως θα ’ναι να αγκαλιάζει μόνο με το γερό του χέρι – μπορεί σ’ αυτό να συγκεντρώνει την ορμή και την τρυφερή βιαιότητα που αλλιώς θα μοίραζε και στα δυο του χέρια. Ή, μπορεί και να ’χει αναπτύξει άλλα μέσα· ίσως μια ατίθαση γλώσσα που να εισβάλλει με ορμή στο στόμα, στα αυτιά και στη μασχάλη, να οργώνει το στήθος και την κοιλιά… Το άλλο του χέρι δεν το συλλογίζομαι, δεν θέλω να τον προστατέψω γι’ αυτό, ούτε να του δείξω στοργή και συμπάθεια γι’ αυτή την αναπηρία. Θέλω μόνο να αφεθώ σε ένα δικό του, μονόχειρο, αγκάλιασμα, επιθετικό και κατηγορηματικό.

Ο ήλιος μου γλείφει το πρόσωπο. Το καλύπτω με ένα τζόκεϋ που κουβαλάω πάντα μαζί μου και σπάνια το χρησιμοποιώ. Δεν ακούγεται ούτε ψίθυρος, μόνο αραιά και που καμιά μακρινή εξάτμιση από μηχανάκι… Ανασηκώνομαι ύστερα από λίγο για να αλλάξω θέση. Εκεί όπου πριν από μερικά λεπτά στεκόταν το αγόρι, τώρα δεν βρίσκεται κανείς.

2.8.12

Γκορ Βιντάλ: 1925-2012


ΠΕΘΑΝΕ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΓΚΟΡ ΒΙΝΤΑΛ



Ο Γκορ Βιντάλ, ο αμερικανός συγγραφέας που χαρακτηρίστηκε από τις καυστικές παρατηρήσεις του για την πολιτική, το σεξ και την αμερικανική κουλτούρα, πέθανε χθες σε ηλικία 86 ετών. 
«Ο Βιντάλ πέθανε στο σπίτι του στο Χόλιγουντ, αφού παρουσίασε επιπλοκές από πνευμονία» γράφουν οι Los Angeles Times, επικαλούμενες τον ανιψιό του Μπερ Στιρς. 
Ο Γκορ Βιντάλ γεννήθηκε στο Γουεστ Πόιντ της Νέας Υόρκης και πήγε σε πολύ ακριβά ιδιωτικά σχολεία, αλλά ποτέ στο Πανεπιστήμιο. Άρχισε να γράφει σε ηλικία 19 ετών όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Αλάσκα, περιγράφοντας τις εμπειρίες του από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το τρίτο του βιβλίο, «The City and the Pillar» (Η Πόλη και ο Στυλοβάτης), προκάλεσε αναταραχή και έντονες αντιδράσεις το 1948 όταν κυκλοφόρησε γιατί περιείχε για πρώτη φορά ανοικτές περιγραφές του ομοφυλόφιλου βασικού ήρωά του.
Ο Βιντάλ ήταν εγωπαθής και καυστικός, αλλά ταυτόχρονα ευφυής και καλαίσθητος.
Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που περιέγραφε τον εαυτό του: «Είμαι ακριβώς αυτό που φαίνομαι. Δεν υπάρχει μέσα μου ένας ζεστός, αξιαγάπητος άνθρωπος. Κάτω από την ψυχρή εξωτερική εμφάνιση, αν σπάσεις τον πάγο, θα βρεις παγωμένο νερό».

Είναι γνωστές οι έντονες διαμάχες και αντιπαραθέσεις με άλλους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με τον Νόρμαν Μέιλερ και τον Γουίλιαμ Μπάκλεϊ. Μάλιστα ο πρώτος είχε χτυπήσει τον Βιντάλ πριν από την εμφάνισή τους σε τηλεοπτική εκπομπή. 
Ο Βιντάλ είχε χαρακτηρίσει τον Ερνεστ Χεμινγκγουέι «αστείο» και τον Τρούμαν Καπότε «βρωμερό ζώο».
Ποτέ δεν προσπάθησε να κρύψει τον εγωκεντρισμό του. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Esquire το 2008 είχε δηλώσει πως οι άνθρωποι εντυπωσιάζονται όταν μαθαίνουν ότι είχε φιλικές σχέσεις με διασημότητες όπως η Τζάκι Κένεντι και ο Γουίλιαμ Μπάροους.
«Οι άνθρωποι διατυπώνουν ανάποδα την πρόταση...Θα έπρεπε να λένε πως αυτοί είχαν επιδιώξει να με γνωρίσουν».
Μετά τις πρώτες του επιτυχίες, η συγγραφική του καριέρα παρέμεινε στάσιμη ίσως λόγο του θέματος του τρίτου βιβλίου του. Μέχρι την δεκαετία του '60 ασχολήθηκε με κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια.
Ξαναήρθε στην επιφάνεια με τα έργα του "Julian" "Washington D.C." "Myra Breckenridge" και γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το "Lincoln".
Η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο "United States" κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ το 1993.
Ο Βιντάλ ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός και επικριτικός απέναντι στην αμερικανική πολιτική και τους πολιτικούς της χώρας του, θεωρώντας πως χαρακτηρίζονται από τη διαφθορά και ευθύνονται για τον θάνατο της «αμερικανικής αυτοκρατορίας».
Είχε περιγράψει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη χώρα του βαρετού και την πατρίδα του άχρωμου. Από το 1960 ζούσε στην Ιταλία, απ΄όπου επέστρεψε το 2003 όταν πέθανε ο επί 50 χρόνια σύντροφός του Χάουαρντ Οστιν.
Παράλληλα με το πλούσιο συγγραφικό του έργο (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα, δοκίμια, σενάρια για τον κινηματογράφο), ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση.
Ηταν από τους σφοδρότερους επικριτές του Τζ. Μπους του νεότερου (George W. Bush), τον οποίο και είχε χαρακτηρίσει ως τον «πιο ηλίθιο άνθρωπο στις ΗΠΑ» (Democracy Now interview: on the Bush Presidency, History and the "United States of Amnesia Mάιος 2008).

Πηγή: Τα Νέα
http://www.tanea.gr/politismos/article/?aid=4742383


19.7.12

23.6.12

ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ»


Ανέκδοτες επιστολές του Καζαντζάκη, σύγχρονη ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, μικρό αφιέρωμα στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο, ζωγραφική και φωτογραφικό ένθετο στο νέο, πλούσιο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο»


Ο Νίκος Καζαντζάκης

«Η ακορεστη τραγική, όχι περιέργεια, μα επαφή με τη ζωή και με τα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας είναι το κέντρο του εσωτερικού μου στρόβιλου. Κ’ επειδή είμαι “ελέφτερος άνθρωπος” μπορώ και διακρίνω πως κ’ οι πιο παράταιρες σήμερα προσπάθειες, από τον μπολσεβικισμό ίσαμε το φασισμό, συνεργάζουνται χωρίς να το ξέρουν και να το θέλουν. Γι’ αφτό ό,τι κι αν γράψω δεν μπορεί ν’ αρέσει σε καμιά παράταξη. Παρακαλώ και τους φασίστες και τους μπολσεβίκους να με διαγράψουν από τα τεφτέρια τους. Είναι ολότελα αντίθετο στη φύση μου ν’ ανήκω σε συμορία ή σε κοπάδι. Ή σε hommes d’ action» γράφει από την Αίγινα, στις 18.6.1933, ο Νίκος Καζαντζάκης προς τον νεαρό φίλο του, νομικό και λόγιο Νικόλαο Πάτρα (γενν. Καβάλα, 1905), σε μία από τις πέντε επιστολές του της περιόδου 1931-1933 που δημοσιεύονται για πρώτη φορά στο νέο τεύχος του «Εντευκτηρίου», παρουσιασμένες από τον Χρήστο Καββαδά.

Επιστολικό δελτάριο του Καζαντζάκη προς τον Νικόλαο Πάτρα

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ΔΟΚΙΜΙΑ – ΑΡΘΡΑ Στο ίδιο τεύχος: Πεζά των Δημήτρη Νόλλα, Θανάση Θ. Νιάρχου (αποσπάσματα από ανέκδοτο ημερολόγιο), Πάμπλο Γκουτιέρεθ (μετάφραση Γιάννη Θεοδοσίου), Χρήστου Μπήτσικα (δύο θεατρικοί μονόλογοι)· ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Μιχάλη Γκανά (και άρθρα της Πάολα Μαρία Μινούτσι και Κούλας Αδαλόγλου για το έργο του), Γιάννη Κοντού, Νατάσας Χατζιδάκι, Νάκη Σκορδίλη, Μεχμέτ Αλή Οτσομπανλάρ (γενν. Εσκισεχίρ, Τουρκία, 1984, μετάφραση Θωμά Κοροβίνη), Θοδωρή Ρακόπουλου, Ρέζα Σιρμάζ (γενν. Τεχεράνη, Ιράν, 1974, μετάφραση Σαντάγκ Χαντζάνι)· ακόμη, δύο άρθρα, της Κατερίνας Κωστίου και του Άρη Στυλιανού, για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη.

Επίσης, μικρό αφιέρωμα στον ποιητή, κριτικό και βιβλιογράφο Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Γράφουν οι Χ. Λ. Καράογλου, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Γεωργούσης και Νικήτας Παρίσης, ενώ ο τιμώμενος προδημοσιεύει σελίδες από ανέκδοτο αυτοβιογραφικό χρονικό, με αναφορές στις σχέσεις του με τον Στρατή Τσίρκα, τον Γ. Π. Σαββίδη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Τίμο Μαλάνο, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και τον Οδυσσέα Ελύτη.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος (αριστερά)
με τον ζωγράφο και συγγραφέα Κώστα Λαχά (κέντρο)
και τον (συνάδελφό του στην Εθνική Τράπεζα) Γιώργο Κορδομενίδη, 
Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, δεκαετία του ’80

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ  Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων. Γράφουν: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για τον Χρήστο Αστερίου), Τιτίκα Δημητρούλια (για τον Γιάννη Ευσταθιάδη), Μαρία Στασινοπούλου (για τον Γιώργο Μητά), Λίνα Πανταλέων (για τη Βασιλική Πέτσα), Αλεξάνδρα Δεληγιώργη (για τον Γιάννη Μπασκόζο), Θωμάς Κοροβίνης (για τον Θοδωρή Γκόνη), Τζένη Μαστοράκη (για τον Ζαφείρη Νικήτα), Χάρης Ψαρράς (για τον Χάρη Βλαβιανό), Πέτρος Μαρτινίδης (για τον Λεωνίδα Κακάρογλου), Βάνα Χαραλαμπίδου (για τον Αλέξανδρο Μασσαβέτα), Ιωάννα Ναούμ (για τον Στάνισλαβ Μαριάνοβιτς). Στη στήλη «1x3x163 (λέξεις)», ο Βασίλης Αμανατίδης σχολιάζει τρία βιβλία ποίησης (κυρίως) με ισάριθμα σημειώματα 163 λέξεων το καθένα, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», ο διευθυντής του περιοδικού ρίχνει λοξές ματιές σε 85 νέα βιβλία, καθώς και στα πρόσφατα τεύχη 7 περιοδικών.

ΚΑΠΝΙΣΤΗΡΙΟ   Η Ζωή Βερβεροπούλου κρίνει πρόσφατες θεατρικές παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, ο Άρις Γεωργίου δημοσιεύει έναν επινοημένο διάλογο μεταξύ δύο φιλότεχνων σε γκαλερί ενώπιον μιας καλλιτεχνικής φωτογραφίας, και ο Άκης Παπαντώνης γράφει από την Οξφόρδη για την αρχιτεκτονική του έργου του Ζωρζ Περέκ (1936-1982).

Ο Ζωρζ Περέκ


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ  Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, παρουσιάζεται το πορτφόλιο της Τζίνας [Τρισεύγενης] Άρχοντα «Λίγο πιο κοντά».


Ο Στέργιος Καράβατος παρατηρεί: «Εικόνες σαν αυθόρμητα στιχάκια, είτε πρόκειται για την οικογένειά της, είτε για σκηνές στον δρόμο, σε μια περιπλάνηση που ποτέ δεν έχει ως μόνο σκοπό τη φωτογραφία. Στις φωτογραφίες της δεν φοβάται το κουνημένο ή το άκομψο, αλλά ούτε και τα επιδιώκει. Την τραβά το χρώμα και το φωτογραφίζει για να δει πώς φαίνονται αντικείμενα και άνθρωποι μέσα του. Το προσωπικό της άλμπουμ ―και η έκθεσή του― της δίνει την ευκαιρία να πλησιάσει λίγο περισσότερο. Γιατί αν η απόσταση που “κρατάει” η φωτογραφία στη σχέση της με τον κόσμο είναι πάντα τοπική και χρονική, η εγγύτητα που “φέρνει” μπορεί να είναι μόνο νοητική, σχεδόν συναισθητική. Τόσο για τη φωτογράφο όσο και για τον θεατή.»