5.8.08

Κυκλοφορεί το καλοκαιρινό «Εντευκτήριο»





Ελληνική ποίηση και πεζογραφία,

ζωγραφική, φωτογραφικό ένθετο


τεύχος 81, Καλοκαίρι 2008, τιμή 10 ευρώ




Νέα ποιήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, του Μιχάλη Γκανά, του Αναστάση Βιστωνίτη, πεζά του Τάσου Χατζητάτση και της Λίλας Κονομάρα, ένα αφήγημα επιστημονικής φαντασίας του Ζαν-Πιερ Αντρεβόν για το τι θα συμβεί στον κόσμο μας όταν το πετρέλαιο θα έχει εξαφανιστεί (μετ.: Παύλος Μαύρος), παρουσίαση τριών σχετικά νέων συγγραφέων από την κεντρική και την ανατολική Ευρώπη, ένας μονόλογος του Λεωνίδα Προυσαλίδη αφιερωμένος στη Λούλα Αναγνωστάκη κι ένα δοκίμιο του Δ. Ν. Μαρωνίτη για τις ομηρικές γυναικείες μορφές στο αρχαίο δράμα είναι μερικά μόνο από τα περιεχόμενα του νέου, καλοκαιρινού τεύχους του «Εντευκτηρίου» (αριθ. 81, 176 σελ., 10 ευρώ), που μόλις κυκλοφόρησε.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Με τρία ποιήματα υπό τον κοινό τίτλο «Σκοτεινό νερό κι όμως σε φέγγει» επιμένει η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Γράφει στο πρώτο από αυτά: [...] Μην κρύβεσαι μην κλείνεσαι / Σαν λουλούδι της νύχτας / Σκοτεινό νερό και σε φέγγει / Εικόνα στη σκιά του σπιτιού σου / Εντός είσαι άγρυπνος και γυμνός // Έλα έλα // Στο στήθος σου άρωμα χύνω / Κόκκινα φιλιά με στόμα πορφυρό / Μιας αιματοβαμμένης μέρας


Υπάρχουν ποιητές, ελάχιστοι, πιστεύει ο Ηλίας Κεφάλας, που μιλούν την ιδιαίτερη φωνή του γενέθλιου τόπου με έναν τρόπο καθολικό και σχεδόν καταλυτικό, που αναδεικνύουν τους δεσμούς καταγωγής ως πιο ισχυρούς από τους δεσμούς του αίματος και που, πολλές φορές, τους συνταυτίζουν, συναντώνται κατά μια περίεργη φαινομενολογική συγκυρία σε ένα συνεχόμενο γεωγραφικό τόξο: πρόκειται για την άτμητη ενδοχώρα της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Το τόξο δηλαδή αρχίζει από τη «μικρότατη Άρτα» του Γιάννη Δάλλα, συμπαρασύρει στο ξεκίνημά του όλη την Ήπειρο των Μιχάλη Γκανά, Νίκου Χουλιαρά, Κώστα Κρυστάλλη, για να αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια ονόματα παλιά και καινούρια, περνά από τα φασματικά Τρίκαλα του Νίκου Παππά και τη χαμηλόβουνη Δεσκάτη του Χρίστου Μπράβου και καταλήγει στο «Μαύρο Δάσος» με τα Μακεδονίτικα πουλιά του Μάρκου Μέσκου. Τόνιζα τότε ότι οι ποιητές που έχουν τις βιολογικές αφετηρίες τους στο μισοφέγγαρο αυτό είναι άρρηκτα δεμένοι με τη γενέθλια γη. Ο εντόπιος χώρος λειτουργεί σαν ένα προστατευτικό κέλυφος πάνω από την καθημερινή τους ανάλωση. Οπωσδήποτε, όμως, το κέντρο της συμπάγειας αυτής είναι η Ήπειρος και οι Ηπειρώτες ποιητές είναι αυτοί που, κατά κύριο λόγο, επιβεβαιώνουν το φαινόμενο, κατακυρώνοντάς το ως ένα επί μέρους χαρακτηριστικό μέσα στο οικουμενικό άνοιγμα της ποίησής τους.
Από αυτή την οπτική ο Ηλίας Κεφάλας γράφει για τη «μαγνητική δύναμη της εντοπιότητας» και την εφαρμογή της στην περίπτωση του εξ Ηπείρου ποιητή.

Σ' αυτό το φόντο δημοσιεύονται τα τρία πεζόμορφα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά, που επιγράφονται στη γενική πτώση «Γυναικών»

Από την ανέκδοτη συλλογή του «Τα ρόδα της Αχερουσίας» αποσπά επτά ποιήματα ο Αναστάσης Βιστωνίτης.

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμη τα τελευταία, ίσως, ποιήματα του Χρίστου Λάσκαρη, που πέθανε στις αρχές του καλοκαιριού, καθώς και ποιήματα της Ουρανίας Κουνάγια και του πρωτοεμφανιζόμενου Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου.

Ο Τάσος Χατζητάτσης δημοσιεύει ένα νέο διήγημά του σε μορφή εξαιρετικά σύντομης σάγκας και η Λίλα Κονομάρα παρουσιάζει τον διαρκώς ερωτηματικό και σπειροειδή μονόλογο «Ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα απ’ την αρχή»· μονόλογο δημοσιεύει και ο θεατρικός συγγραφέας Λεωνίδας Προυσαλίδης, βασισμένο μάλιστα στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Διαμάντια και μπλουζ».


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δοκίμιο του Δ. Ν. Μαρωνίτη «Ομηρικές γυναίκες στο αρχαίο δράμα», που επιλεκτικά αλλά και αποτελεσματικά σχολιάζει την παραδειγματική εμπλοκή ηρωίδων από τα ομηρικά έπη (της Ελένης και της Κλυταιμνήστρας πρωτίστως), σε αρχαίες τραγωδίες।


Επίσης, το παιγνιώδες κείμενο του Σάκη Σερέφα για την έμπνευση και την ποίηση.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μισέλ Φάις, Τιτίκα Δημητρούλια, Μαρία Στασινοπούλου, Βενετία Αποστολίδου, Λίνα Πανταλέων, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Φίλιππος Φιλίππου, Δημήτρης Κόκορης, Βάνα Χαραλαμπίδου και Παναγιώτης Γούτας γράφουν για βιβλία των Γιώργου Κοροπούλη, Γιώργου Χρονά, Σταύρου Ζαφειρίου, Γιώργου Παναγιωτίδη, Γιάννη Ατζακά, Τόλη Νικηφόρου, Νίκου Μπακουνάκη, Έλσας Κορνέτη, Μαριάννας Κορομηλά και Πέτρου Τατσόπουλου· ακόμη, ο Βασίλης Τομανάς και ο Δημήτρης Η. Παστουρματζής προτείνουν βιβλία των Βίκτορ Σερζ και Γκυ Σαζέ, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.

ΣΧΟΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Στο «Καπνιστήριο», η Ελένη Κοσμά και ο Στέργιος Μήτας γράφουν για τη σχέση εβραϊσμού - λογοτεχνίας αλλά και για τη «διαρκή νεότητα της Σιμόν ντε Μπωβουάρ», ενώ η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη αναφέρεται σε μια μετάφραση του «Φάουστους» του Γκαίτε από τον Κόλριτζ.

Ακόμη, η Ελένη Χοντολίδου νεκρολογεί τον διανοητή, συγγραφέα και (μεταξύ άλλων ιδιοτήτων) εκδότη του περιοδικού «Ο Πολίτης», Άγγελο Ελεφάντη, και ο διευθυντής του «Εντευκτηρίου» αποχαιρετά δύο σπουδαίες φυσιογνωμίες της Θεσσαλονίκης, την ευεργέτρια Αλίκη Τέλλογλου (του ομώνυμου ιδρύματος) και την κριτικό της τέχνης (και συνεργάτιδα του περιοδικού) Σοφία Καζάζη, καθώς και τον πεζογράφο, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.


ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ












Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» ―με τη συνεργασία του Μανόλη Γιανναδάκη― κοσμούν έργα αποφοίτων του Εργαστηρίου Χαρακτικής της Σχολής Καλών Τεχνών Α.Π.Θ. Πρόκειται για τους: Χρύσα Μπεζιργιαννίδου (Ορεστιάδα, 1974), Γιώργο Πάλλη (Αθήνα, 1969), Ελένη Κυριακίδου (Κωνσταντινούπολη, 1968), Serhad (Serhad Tseliker Bapir, Κουρδιστάν, 1964), Δημήτρη Καρλαφτόπουλο (Αθήνα, 1971), Anna Maira Glownia (Πολωνία), Κριστιάνα Ηλιοπούλου (Ρουμανία, 1969), Ιωάννα Χάμου (Λάρισα, 1981), Παναγιώτη Καλογιάννη (Κλουζ, Ρουμανία, 1983), Ράνια Φραγκουλίδου (Κατερίνη, 1971), Ελένη Βλάχου (Θεσσαλονίκη, 1979), Ελένη Τσίρη (Καστοριά, 1967), Νένα Γεωργιάδου (Πτολεμαΐδα, 1977) και Κυριακή Φωτιάδου (Ηράκλειο, 1972).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ
Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου και παράγεται με τη χορηγική υποστήριξη της THINK BEAUTY, παρουσιάζεται το πορτφόλιο της Ένης Κούκουλα «Άλλος τόπος». 

Γράφει ο Βασίλης Αμανατίδης σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη εργασία της: « Στις φωτογραφίες της Ένης Κούκουλα, τα σώματα και τα πράγματα ―ολόκληρα ή σπαραγμένα― διακηρύσσουν με τον πιο βουβό και αθόρυβο τρόπο την απόσπασή τους από μια υποθετική ολότητα· στέκουν ως σιωπηλά μνημεία του απογαλακτισμού τους από το όλον που τα περιέχει· ασκούν, με μια αυτεξουσιότητα, το δικαίωμά τους να παραμείνουν λεπτομέρειες. Εδώ, η απόσπαση από το ενιαίο του κόσμου μνημειώνεται με την τήρηση ενός στρατηγήματος απομάκρυνσης: Oι εικονιζόμενες ανθρώπινες μορφές στρέφουν την πλάτη στο κάθε βλέμμα μας […]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τα αντικείμενα “αρνούνται” την πλήρη και ανεμπόδιστη θέασή τους, “προκρίνοντας” τη μερική και θραυσματική έκθεσή τους. Αυτή η συστροφή και αυτός ο επιμερισμός, ωστόσο, δε μας εμποδίζουν ποτέ να τα κατανοήσουμε. Αντίθετα, βοηθούν τον θεατή να καταλαγιάσει το σημερινό, αδηφάγο του βλέμμα και να πλησιάσει τα αποσπάσματα του κόσμου με την ίδια αργή σιωπή που του επιβάλλουν αυτοί οι διαιρεμένοι χώροι, αυτοί οι απομακρυσμένοι άνθρωποι και αυτά τα αποκομμένα αντικείμενα.»

15.7.08

Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Υπήρξα και παραμένω φανατικός αναγνώστης εφημερίδων και ―κυρίως― περιοδικών· και μάλιστα ευρέος φάσματος, δηλαδή όχι μόνο των λογοτεχνικών. Κι αν μερικά λογοτεχνικά περιοδικά, με την ποιότητά τους και την οπτική τους, με ώθησαν κάποια στιγμή στο να αποπειραθώ την έκδοση του Εντευκτηρίου, τα "άλλα" περιοδικά, τα μη λογοτεχνικά, ήταν εκείνα που διαμόρφωσαν την γραφιστική αισθητική μου, όπως αυτή εκφράζεται τώρα πια στις σελίδες του δικού μου περιοδικού.

Παρακολουθώ φυσικά με φανατισμό, τα τελευταία χρόνια, τα (λεγόμενα) freee press, αν και σε μερικά από αυτά η δημοσιευόμενη ύλη είναι το πρόσχημα για τη συγκέντρωση διαφημίσεων· και για τα περισσότερα δεν ξέρω πόσο ακριβώς free μπορούν να είναι, δέσμια ακριβώς των διαφημίσεων και παρόμοιων εξαρτήσεων.

Ανάμεσα στα free press ξεχωρίζω για την ποιότητα της ύλης της την Parallaxi, κι αυτό σε μεγάλο βαθμό (ελπίζω) άσχετα από το γεγονός ότι ο εκδότης της Γιώργος Τούλας είναι φίλος αλλά κι από το ότι η Parallaxi αρκετές φορές έχει αναφερθεί επαινετικά στο Εντευκτήριο και στο υποκείμενό μου.



Στο τελευταίο τεύχος της λοιπόν η Parallaxi δημοσιεύει δύο τουλάχιστον εξαιρετικά κείμενα, που αποτελούν λαμπρά δείγματα της νέας δημοσιογραφικής λογοτεχνίας που ακμάζει στον τόπο μας και στον καιρό μας. Το ένα είναι το εκδοτικό σημείωμα του Γιώργου Τούλα, το δεύτερο είναι μια ιστορία που αφηγείται ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης (νομίζω ότι στο Εντευκτήριο πρωτοδημοσίευσε πεζό του).

Αναζητείστε το καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού και διαβάστε αυτά αλλά και τα υπόλοιπα κείμενά του.
Δείγματος χάριν, παραθέτω εδώ το κείμενο του Τούλα.
Γιώργος Κορδομενίδης


Το δικό της αλλιώτικο καλοκαίρι

Πάνε τρεις μήνες που ξενοίκιασε το σπίτι. Όχι τίποτε σπουδαίο, ένα δυάρι στη Ροτόντα. Τριακόσια είκοσι ευρώ με το χαρτόσημο. Πολυκατοικία του εξήντα. Το πλήρωναν από μισό με τον Παντελή. Δυόμιση χρόνια άντεξαν μαζί. Τελευταία πιο πολλές ήταν οι γκρίνιες για τα χρέη, παρά οι χαρές. Χώρισαν στην αρχή του χειμώνα. Με τα πρώτα πετρέλαια. Τα πρώτα ανεβασμένα κοινόχρηστα. Είπε να το κρατήσει μόνη. Είχε τη σκασίλα του χωρισμού, να γύρναγε και στη μάνα της… Έπιασε και τρίτη δουλειά. Το πρωί αναπληρώτρια σε ένα σχολείο στη Χαλάστρα, μίαμιση ώρα να πάει και μιάμιση νάρθει. Τρία απογεύματα τη βδομάδα ιδιαίτερα σε ένα πιτσιρίκι αδύναμο στα φιλολογικά και κάθε Σάββατο και Κυριακή κρατούσε δυο δίδυμα για να βγαίνουν οι γονείς τους. Τα βόλευε κάπως αν δε γλιστρούσε μια μέρα σε ένα πεζοδρόμιο και δεν έσπαγε τα δόντια. Κάτω γνάθος κατεστραμμένη. Στα καλά καθούμενα. Και ένα μήνα με μώλωπες μακριά από τη δουλειά και τα χρέη που συσωρεύτηκαν, μετρητό δεν έμπαινε καθόλου και μετά τα δόντια. Δύο οκτακόσια για να φτιαχτούν. Σε μέτριο οδοντίατρο στην Τούμπα και όχι στο φιρμάτο στη Μητροπόλεως, που την έστειλε η κυρία που της κρατούσε τα παιδιά. Η μόνη λύση για να τον πληρώσει ήταν το δάνειο. Ξενοίκιασε το σπίτι και γύρισε στο πατρικό. Παναγία Φανερωμένη. Η πολυκατοικία γεμάτη πια μετανάστες. Και το παιδικό της δωμάτιο τι να πρωτοχωρέσει. Καλοκαίριαζε πια. Τις εξόδους τις έκοψε εκ των πραγμάτων. Τα κορίτσια είπαν μια μέρα για Πέγκυ Ζήνα και Ρουβά. Πλάκα θα είχε. Το ξέχασε το ίδιο απόγευμα. Έβγαινε στο μπαλκόνι της πρασιάς και κάπνιζε. Είχε και τα μπάιπας του πατέρα της. Που να καπνίσεις μέσα στο σπίτι. Βγες καμιά βόλτα της έλεγε η μάνα της, θα μαραθείς. Καλοκαιρινά ρούχα είχε να πάρει δυο χρόνια. Πέρσι κράτησαν τα λεφτά με τον Παντελή και πήγαν δέκα μέρες σε κάμπινγκ στην Κρήτη. Φέτος λογάριαζε να πάει κάπου σε δωμάτιο. Μεγάλωσε και κουράστηκε να κοιμάται κατάχαμα. Τα λογάριασε και έτσι και αλλιώς δεν της έβγαινε. Και όταν οι άλλες έβγαλαν τα εισιτήρια για την Κω τους είπε να μην την υπολογίζουν φέτος. Το δάνειο την έπνιγε και ας της έλεγε ο πατέρας της να μη σκάει. Πως κάτι θα έκανε και κείνος. Τα εξακόσια ευρώ της σύνταξης το μήνα ήταν ανέκδοτο. Σκέφτηκε να πάει μια βδομάδα στην Πελλοπόνησο. Η μάνα της κατάγεται από ένα χωριό κοντά στη Ζαχάρω. Περνούσαν παλιά τα καλοκαίρια στο σπίτι του παππού. Ψηλοέρημο πια. Τηλεφώνησε στα ξαδέρφια της, λέω να κατέβω. Μην έρθεις της είπαν, θα μαυρίσει η ψυχή σου. Ένας χρόνος πέρασε και δεν έχουν κάνει τίποτε. Απορώ που πήγαν όλα εκείνα τα λεφτά που δίνατε πέρσι στους μαραθώνιους για τα καμένα. Την άδεια την έφαγε στο πήγαινε έλα. Μια μέρα σε μια πισίνα με κάτι συναδέλφους. Πήρε δυο ποτά και άραξε στον ήλιο. Ένα Σαββατοκύριακο στα Φλογητά στο σπίτι του αδερφού της με τα παιδιά και τα σκυλιά. Και τρεις μέρες στο κάμπινγκ το φοιτητικό, γκοτζάμ γαιδούρα. Ένα βράδυ την έπιασε το παράπονο στο μπαλκόνι και έκλαψε. Τι στο διάολο κάνω στραβά σκέφτηκε. Το Αύγουστο άρχισε να προγυμνάζει ένα μαθητή για την επόμενη χρονιά. Κάθε μέρα δυο ώρες. Και κρατούσε και τα δίδυμα τα απογεύματα που η μάνα τους έκανε βελονισμούς και τάι τσι. Μια νύχτα στην Παναγία Φανερωμένη ανέβηκε στην ταράτσα. Η νύχτα ήταν ξάστερη. Έκανε ένα τσιγάρο, είδε τους Ρώσους απέναντι να πίνουν μπύρες. Του χρόνου σκέφτηκε, αν δε σπάσω κανένα δόντι μια βδομάδα σε τετράστερο θα την πάω. Όσο και αν στοιχήσει. Να νοιώσω σαν τα κορίτσια των διαφημίσεων.

Γιώργος Τούλας

14.7.08

Πλαστικά όνειρα με δανεικό χρήμα (Μιγιούκι Μιγιάμπε)

Η αλλοτρίωση του ανθρώπου από την υπερκατανάλωση και τον αλόγιστο δανεισμό

Μιγιούκι Μιγιάμπε
Πύρινη άμαξα
Μετάφραση [από τα αγγλικά]: Βασίλης Πουλάκος
Αθήνα, εκδόσεις Printa 2007, 337 σελ.

γράφει ο διευθυντής του Εντευκτηρίου, Γιώργος Κορδομενίδης


«H καταναλωτική μανία των Ελλήνων έχει οδηγήσει τη χώρα μας στην πρώτη θέση των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών με το υψηλότερο ποσοστό καταναλωτικών δανείων στο σύνολο του δανεισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2006, το ποσοστό της καταναλωτικής δαπάνης ανήλθε στο 16,32% έναντι 7, 97 στην Ευρωζώνη και 8,31 στην Ευρώπη των 27». («Η Καθημερινή», 25 Μαΐου 2008)


Μέχρι πριν από τρεις δεκαετίες, ήταν ελάχιστοι οι σύγχρονοι Γιαπωνέζοι συγγραφείς που γνωρίζαμε, έστω και κατ’ όνομα. Κι ακόμα λιγότερα ήταν τα βιβλία τους που μπορούσαμε να διαβάσουμε στη γλώσσα μας· κυρίως του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα και του Γιασουνάρι Καουαμπάτα (βραβείο Νομπέλ 1968).
Η εκδοτική επιτυχία του βιβλίου του Γιούκιο Μισίμα «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» (μετ. Λουκά Θεοδωρακόπουλου, Οδυσσέας 1977) και το ευρύτερο ενδιαφέρον γύρω από τη ζωή και το έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα φαίνεται πως έστρεψαν την προσοχή των Ελλήνων εκδοτών στο έργο και άλλων σύγχρονων Γιαπωνέζων πεζογράφων. Έτσι, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, γνωρίσαμε, μεταξύ άλλων, τους Κατσούο Ισιγκούρο, Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, Σουσάκου Έντο, Σέισι Γοϊκομίρο, Μπανάνα Γιοσιμότο, Χαρούκι Μουρακάμι, Γιόκο Ογκάουα (ονόματα που συχνά μεταγράφονται στα ελληνικά με διαφορετικό τρόπο από τους ποικίλους μεταφραστές).
Η «Πύρινη άμαξα» της Μιγιούκι Μιγιάμπε δεν είναι το πρώτο γιαπωνέζικο αστυνομικό μυθιστόρημα που μεταφράζεται στα ελληνικά (η αστυνομική σειρά των εκδόσεων «Άγρα» περιλαμβάνει ήδη αρκετά βιβλία του είδους αυτού). Παρουσιάζει ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στο επίκεντρό του βρίσκεται η αλόγιστη χρήση καταναλωτικών καρτών και δανείων. Το φαινόμενο αυτό, που βρισκόταν στην κορύφωσή του στην Ιαπωνία στη δεκαετία του ’80, χαρακτηρίζει τώρα και την ελληνική οικονομία.
Κάθε άτομο που δεν μπορεί να απαντήσει τίμια στη βασική ερώτηση «ποιος είσαι;» είναι δυνατόν να εξαφανιστεί «σαν τις αράχνες που δεν αφήνουν πίσω τους ίχνη αλλά μονάχα έναν τέλειο ιστό». Όμως, όταν μια τέτοια εξαφάνιση συμβαίνει σε μια κοινωνία συμπαγή όπως η γιαπωνέζικη, όπως γίνεται στο γεμάτο διακυμάνσεις αστυνομικό μυθιστόρημα της Μιγιάμπε, τότε η εξαφάνιση μπορεί να αποδειχτεί ολοκληρωτική και μοιραία.
Αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το ξέρει ο έμπειρος ντετέκτιβ της αστυνομίας Σούνσουκε Χόνμα, που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια μετά από πυροβολισμό που δέχτηκε από έναν κακοποιό, όταν ανέλαβε ―κατά παράκληση του ανιψιού της συγχωρεμένης της γυναίκας του― να ερευνήσει την εξαφάνιση της αρραβωνιαστικιάς του. Εκ πρώτης όψεως, η Σόκο Σεκίνε εξαφανίστηκε για να μην ανακαλυφθεί ότι στο παρελθόν είχε ζητήσει και κηρύχθηκε σε ‘καταναλωτική πτώχευση’, εξαιτίας της υπέρμετρης χρήσης της πιστωτικής της κάρτας στην αρχή, των υπεραναλήψεων μετρητών κατόπιν, των διαδοχικών προκαταβολών από τον μισθό της κτλ.
Η ενδελεχέστερη έρευνα από τον ντετέκτιβ Χόνμα αυτής της εξαφάνισης καταλήγει σε μια απροσδόκητη ανακάλυψη: η (φερόμενη ως) ‘Σόκο Σεκίνε’ είχε οικειοποιηθεί την ταυτότητα και το βιογραφικό μιας άλλης γυναίκας, της οποίας μάλιστα ―κι αυτό είναι το χειρότερο― είχε αφαιρέσει τη ζωή.
Ο βασικός καμβάς της ιστορίας ξεκαθαρίζει αρκετά γρήγορα, όπως επίσης σχεδόν εξαρχής είναι προφανής η άτυχη κατάληξη της πραγματικής Σόκο. Ωστόσο, η Μιγιάμπε καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος, έτσι όπως ο ντετέκτιβ φέρνει στο φως τη μια λεπτομέρεια μετά την άλλη, για τις ζωές των δύο γυναικών. Στην έρευνά του παίζει ιδιαίτερο ρόλο το πολύπλοκο γραφειοκρατικό σύστημα με το οποίο το ιαπωνικό κράτος παρακολουθεί την οικογενειακή κατάσταση κάθε πολίτη, τον εκάστοτε τόπο διαμονής του, τη διαδοχική του κοινωνική ασφάλιση από εργοδότη σε εργοδότη.



Η Μιγιάμπε αποδεικνύεται πραγματική δεξιοτέχνης στην ψυχογράφηση του σύγχρονου Ιάπωνα μικρο- και μεσο-αστού που βρίσκεται καταχρεωμένος και τα χάνει όλα στην προσπάθειά του να γευτεί την ‘καλή ζωή’ που περιγράφουν τα lifestyle περιοδικά. Ταυτόχρονα, περιγράφει συνοπτικά όσο και εύστοχα το πώς λειτουργεί η ιαπωνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα: το κυνηγητό της δουλειάς, η σημασία της οικογένειας, η θέση της γυναίκας αλλά και το πώς αλλάζει η οικονομία όταν ο δανεισμός γίνεται ευκολότερος. Εκεί όμως όπου λάμπει η δεινότητά της είναι η σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα, του ντετέκτιβ Χόνμα, τον οποίο παρουσιάζει σαν έναν άνθρωπο που δείχνει μεγαλύτερος από τα 42 χρόνια του, άτομο ιδιαίτερα σκεπτόμενο και με βαθιές ανησυχίες, για τη ζωή του αλλά και για το μέλλον του 10χρονου αγοριού του.
Όλο αυτό το πλέγμα των επιμέρους θεμάτων κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον ένα ήδη συναρπαστικό μυθιστόρημα και κινητοποιεί την προσοχή του αναγνώστη πέρα και πάνω από την πετυχημένη πλοκή.

Γιώργος Κορδομενίδης

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή, 13.7.2008]

8.7.08

ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (Αλόν Χίλου)

Αλόν Χίλου
Ο θάνατος του μοναχού
Μετάφραση από τα εβραϊκά: Χρυσούλα Κ. Παπαδοπούλου
Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο 2007, 389 σελ.



Τον Φεβρουάριο του 1840, στην υπό οθωμανική κατοχή Δαμασκό, ξέσπασε μεγάλος διωγμός των Εβραίων όταν οι Χριστιανοί τους κατηγόρησαν ―αβάσιμα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων― ότι δολοφόνησαν για τελετουργικούς λόγους έναν μοναχό του Τάγματος των Καπουτσίνων και τον Έλληνα υπηρέτη του.
Γεννημένος το 1972 στη Γιάφα του Ισραήλ, ο Αλόν Χίλου, στο πρώτο του αυτό μυθιστόρημα χρησιμοποιεί ως βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως έχουν καταγραφεί σε μαρτυρίες της εποχής αλλά και σε μεταγενέστερες σχετικές ιστορικές έρευνες, ωστόσο αφηγείται την Υπόθεση της Δαμασκού από μια εκκεντρική σκοπιά: Ο Ατσλάν Φάρχι, ένας νεαρός, μαλθακός, Εβραίος, γόνος διακεκριμένης οικογένειας εμπόρων της πόλης, νιόπαντρος ήδη στα δεκάξι του χρόνια μήπως και έτσι ανδρωθεί, ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του στην αγκαλιά ενός κουρέα, στη φτωχική πλευρά της πόλης, και αρχίζει να συνειδητοποιεί την ισόβιά του καταδίκη σε μια απαγορευμένη από τη θρησκεία του και διωκώμενη από τον νόμο ερωτική έκφραση.

Στην αφήγηση του Χίλου, ο θάνατος του ηλικιωμένου μοναχού, που προκάλεσε την οργή των Χριστιανών κατά των Εβραίων, συνέβη στη διάρκεια της ερωτικής του συνεύρεσης με τον Ατσλάν· ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την αποκάλυψη της ερωτικής του ιδιαιτερότητας, τη συνακόλουθη διαπόμπευση και αποβολή από την εβραϊκή κοινότητα αλλά και την τιμωρία του από το δικαστήριο, διαμέλισε το πτώμα και εξαφάνισε τα μέλη του. Και σαν να μην έφτανε μόνον αυτό, όταν από αφέλεια ενεπλάκη στην υπόθεση, κατηγόρησε ενώπιον των Αρχών τον πατέρα του και άλλους επιφανείς Εβραίους ότι αυτοί, όντως, δολοφόνησαν τον πατέρα Τομάσο. Καθοριστικό ρόλο στην ψευδή καταγγελία του Ατσλάν έπαιξε ένας γοητευτικός ανακριτής, στο πρόσωπο του οποίου ο νεαρός Εβραίος αναγνώρισε την, εξωτικής ομορφιάς, “χορεύτρια” που τον είχε σαγηνεύσει πρίν λίγες ημέρες σε ένα καπηλειό.
Η καταγγελία του Αρτσλάν επιβεβαίωσε τις φήμες που κυκλοφορούσαν μεταξύ των Χριστιανών και προκάλεσε βιαιοπραγίες κατά των Εβραίων και λεηλασίες των περιουσιών τους, που πέρασαν στην ιστορία ως Υπόθεση της Δαμασκού.
Το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας που εισάγει ο Χίλου (και για το οποίο δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε καν μια απλή ιστορική ένδειξη) δίνει στο μυθιστόρημα διαχρονικό χαρακτήρα, καθώς ο νεαρός Εβραίος, ακριβώς όπως εκατομμύρια έφηβοι ανά τους αιώνες, αγωνίζεται να ανακαλύψει πρώτα, να αποδεχτεί έπειτα, να γευτεί τέλος την ερωτική του ιδιαιτερότητα. Η σύγχυσή του ―που αρκετές φορές εξελίσσεται σε φόβο― είναι έντονη, κάποτε γίνεται και μελοδραματική, αλλά αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να δικαιωθούν οι ακραίες ενέργειές του, δηλαδή οι βαριές κατηγορίες εναντίον του πατέρα του και του πεθερού του. Ο Ατσλάν ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εμφανίζεται ως πάσχων πρόσωπο, που πρώτα κατατρύχεται από αμφιβολίες για την ερωτική του υπόσταση και λίγο αργότερα γνωρίζει τις χαρές του έρωτα έμπλεως τρόμου για όσα δεινά τον περιμένουν αν/όταν αποκαλυφθεί η ερωτική του απόκλιση.
Την εξιστόρηση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Ατσλάν, ο οποίος όμως ―κι αυτό είναι αξιοσημείωτο― στις πιο δυσάρεστες για κείνον στιγμές επιλέγει να μιλήσει για τις πράξεις και τις παραλείψεις του σε τρίτο πρόσωπο, λες και του είναι ευκολότερο να αναφερθεί σ’ αυτές σαν να είναι ενέργειες κάποιου άλλου!



Το μεγάλο προσόν του βιβλίου είναι το στυλ του. Ο Χίλου χρησιμοποιεί μια πολυποίκιλτη, συχνά ποιητική γλώσσα, που παραπέμπει σε καθαρά ανατολίτικες, λυρικές, αφηγήσεις. Σχεδόν κάθε ουσιαστικό συνοδεύεται από κάποιο επίθετο, οι χρόνοι εναλλάσονται με άτακτη κανονικότητα, μερικές φορές και μέσα στην ίδια πρόταση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαινεθεί η εξαιρετική μεταφραστική εργασία της Χρυσούλας Κ. Παπαδοπούλου.
Πρόκειται για βιβλίο ασυνήθιστο, που ρίχνει ένα ιδιάζον, αν και αυθαίρετο, φως σε ένα συναρπαστικό επεισόδιο της ιστορίας αλλά και σε έναν τρόπο ζωής στη Μέση Ανατολή που έχει εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί από το πρόσωπο της γης· παράλληλα, είναι βιβλίο διασκεδαστικό (με τον τρόπο του), με κοφτερό χιούμορ, αλλά και πειστικό, καθώς ο συγγραφέας αξιοποιεί προς την κατεύθυνση που επέλεξε το πλούσιο σχετικό πραγματολογικό υλικό.
Ακόμη κι έτσι πάντως, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι Ο θάνατος του μοναχού τιμήθηκε με το Προεδρικό Βραβείο του Ισραήλ (2006). Δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς πως, στα καθ’ ημάς, υπήρξε βουλευτής (αργότερα διετέλεσε Υφυπουργός Πολιτισμού, προφανώς λόγω των “ανοιχτών” του πνευματικών οριζόντων) ο οποίος κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή επειδή βραβεύτηκε με κρατικό βραβείο πεζογραφίας το “πορνογραφικό”, κατά τη γνώμη του, Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές της Έρσης Σωτηροπούλου!

Γιώργος Κορδομενίδης

6.6.08

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΟΥΝΤ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Σελίδες από τη βιογραφία του Πάουντ,
ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία,
ζωγραφική και φωτογραφικό ένθετο




Ο Πάουντ είναι δεκαπέντε χρονών όταν αποφασίζει ότι θα γίνει ποιητής κι αρχίζει να εκπαιδεύεται αναλόγως. Η άποψή του είναι (όπως θα γράψει δώδεκα χρόνια αργότερα στο άρθρο του, «Πώς Ξεκίνησα») ότι το ορμέμφυτο, όπως το ονομάζει, είναι από τους θεούς ― η τεχνική όμως εναπόκειται στην απόλυτη ευθύνη του ανθρώπου⋅ κι έτσι αποφασίζει ότι μέχρι τα τριάντα πρέπει να γνωρίζει για την ποίηση περισσότερα από κάθε άλλον επί της γης: να διακρίνει το «δυναμικό περιεχόμενο» από το «κέλυφος», τι θεωρούν ποίηση παγκοσμίως, ποιο μέρος της είναι ακατάλυτο και δεν χάνεται στη μετάφραση, και ποιο άλλο είναι εφικτό μονάχα σε μία γλώσσα κι αμετάφραστο σε οποιαδήποτε άλλη. «Σ’ αυτήν την έρευνα έμαθα λίγο-πολύ εννέα ξένες γλώσσες, διάβασα έργα της Ανατολής σε μετάφραση, αγωνίσθηκα εναντίον των πανεπιστημιακών κανονισμών και των καθηγητών που επιχειρούσαν να με κάνουν να μάθω οτιδήποτε άλλο, και οι οποίοι με ενοχλούσαν με απαιτήσεις για βαθμούς.»
Μ᾽αυτά τα λόγια σκιαγραφεί την είσοδο του Πάουντ στα γράμματα ο Νόελ Στοκ στην υπό έκδοση και στα ελληνικά (μετάφραση Εριφύλης Μαρωνίτη) της βιογραφίας «Η ζωή του Έζρα Πάουντ», αποσπάσματα από την οποία προδημοσιεύονται στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (Νο 80) που μόλις κυκλοφόρησε. Στα θραύσματα της βιογραφίας που προδημοσιεύονται, ο Στοκ αναφέρεται στη συγκρότηση του λογοτεχνικού προφίλ του μεγάλου ποιητή του 20ού αιώνα, στην ηγετική του θέση στο κίνημα των Εικονιστών και στη σχέση του με τέσσερις άλλες, σύγχρονές του, μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Γέητς, τον Τζόις, τον Έλιοτ και τον Χεμινγουέι.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ Στο ίδιο τεύχος, πρωτοδημοσιεύονται: ποίηση των Θανάση Χατζόπουλου, Διονύση Καρατζά, Θανάση Ε. Μαρκόπουλου, Κούλας Αδαλόγλου, Στάθη Κουτσούνη, Σωτήρη Σαράκη, Γιώργου Γεωργούση, Νίκου Σπανού, Πετούνιας Εξακουστού, Χλόης Κουτσουμπέλη, Έλσας Κορνέτη, Γιουσέφ Αντάντ (μετάφραση Μερόπης Μορφούλη)· και πεζογραφία των Νίκου Δαββέτα, Κοσμά Χαρπαντίδη, Θοδωρή Γκόνη, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη (απόσπασμα από τον θεατρικό μονόλογο «Λα πουπέ», που παρουσιάζει η Άννα Κοκκίνου στο θέατρο «Σφενδόνη» της Αθήνας), Κώστα Κατσουλάρη, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Κώστα Καβανόζη, Αντώνη Γεωργίου, και Γιασουνάρι Καουαμπάτα (μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (μετάφραση Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη), για το προσωπικό του διά βίου ‘ταξίδι’ στην ‘καρδιά’ της Κούβας. Όπως γράφει, «η Κούβα δεν είναι μόνο μία χώρα. Είναι πολλές χώρες, η μια πάνω στην άλλη. Η μια κρύβει την άλλη, σε στρώματα που αλληλεπικαλύπονται και προστατεύουν από ματιές επιπόλαιες και βιαστικές».
Τέλος, το κείμενο του Γιώργου Βέλτσου «Αποφώνηση» (η αντιφώνησή του στο Εγκώμιο του Γάλλου Πρέσβη στην Ελλάδα, κατά την αναγόρευσή του σε Ιππότη του Τάγματος των Φοινίκων), είναι, μεταξύ άλλων, ένα σύντομο όσο και καίριο δοκίμιο περί φιλίας, ‘ακαδημαϊκής’ ιδιότητας και μονομανιών.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Λίνα Πανταλέων, Δημήτρης Κόκορης, Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης, Φίλιππος Φιλίππου, Έλενα Ψαραλίδου, Βασιλική Φυτώκα και Γιώργος Κορδομενίδης γράφουν για βιβλία των Γιώργου Βαρθαλίτη, Μαρίας Λαϊνά, Βασίλη Αμανατίδη, Μαίρης Μικέ, Γκύντερ Γκρας, Ορλάντο Φίτζες και Βίκτωρ Γεροφέγεφ, Κώστα Βούλγαρη, Μαρίας Μαρκουλή, Ντορίνας Παπαλιού, Ηλία Κεφάλα, Φοίβου Πιομπίνου και Γιαν Χένρικ Σβαν· τέλος, ο Στέλιος Κούκος γράφει για την ποίηση του Θανάση Γεωργιάδη, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος νεκρολογεί τον Ισπανό ποιητή Άνχελ Γκονθάλεθ (1925-2008), που έγραψε τα περίφημα ‘αντιποιήματα’, ποιήματα αιρετικά, ασεβή, φτιαγμένα από καθημερινές, σχεδόν αντιποιητικές λέξεις· ο Γαβρήλος Κοντομανίκης γράφει για τον ‘Πάπα’ του Νέου Μυθιστορήματος, Αλαίν Ρομπ-Γκριγιέ (1922-2008), ο Κώστας Δεσποινιάδης για τον ποιητή και πεζογράφο Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008) και ο διευθυντής του «Εντευκτηρίου» για τον ταλαντούχο μουσικό (και αφανή εθελοντή στο «Underground Εντευκτήριο») Δημήτρη Πλαζομίτη (1959-2008). Τέλος, ο Στέργιος Δελιαλής γράφει για τον φημισμένο designer Έττορε Σότσας (1917-2008), που μεταξύ άλλων σχεδίασε τη γραφομηχανή Valentine.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμούν έργα δύο ταλαντούχων νέων εικαστικών δημιουργών, της Ράνιας Εμμανουηλίδου (γεν. 1979) και του Άλκη Μπούτλη (γεν. 1978).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΠΑΡΙ ΦΕΛΝΤΜΑΝ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζεται το πορτφόλιο του Μπάρι Φέλντμαν «Δεκατρείς φωτογραφίες». Γράφει ο ίδιος: «Δεκατρείς φωτογραφίες, με πρόσωπα. Το να επιμελείται κανείς τη δουλειά του, με σκοπό να την παρουσιάσει στο κοινό, είναι μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα από το να τραβάει τις φωτογραφίες. Πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από την απλή ποιότητα κάθε μεμονωμένης εικόνας που τελικά δένει τις επιλεγμένες φωτογραφίες σε ένα σύνολο μεστό νοημάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για την παρουσία της ανθρώπινης μορφής σε εντελώς ανόμοιες εκφάνσεις.
Ωστόσο, ελπίζω κάθε φωτογραφία να αποτελεί ένα ανεξάρτητο θέμα και η δομή της κάθε μιας να αρκεί για να συντηρήσει τη μαγική αυτή στιγμή της παρατεταμένης σκέψης και απόλαυσης.»


Γραφείτε σήμερα συνδρομητές στο «Εντευκτήριο» ή/και (αν εσείς είστε ήδη συνδρομητής) χαρίστε συνδρομές σε αγαπημένα σας πρόσωπα

Τα τέσσερα τεύχη ενός χρόνου κοστίζουν τουλάχιστον 40 ευρώ – Ωως συνδρομητές, τα έχετε κάθε τρεις μήνες στο σπίτι σας μόνο με 28 ευρώ ετησίως. Επίσης, μπορείτε να έχετε σημαντικές εκπτώσεις στα βιβλία και τα cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.

3.5.08

Σύγκλιση Αλεξάνδρειας και Λευκωσίας

Underground Εντευκτήριο
Δευτέρα 12 Μαϊου 2008, ώρα 9 μ.μ.



Ο Κύπριος ηθοποιός και ποιητής Κυριάκος Ευθυμίου
διαβάζει ποιήματα του Καβάφη και δικά του



Μια ιδιόρρυθμη, δίπτυχη εκδήλωση οργανώνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» στον χώρο του (Underground Εντευκτήριο, Δεσπεραί 9, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως) τη Δευτέρα 12 Μαΐου 2008, ώρα 9 το βράδυ: Ο Κύπριος ηθοποιός και ποιητής Κυριάκος Ευθυμίου θα παρουσιάσει τον ψηφιακό δίσκο «Κ. Π. Καβάφης. Ποιήματα», σε δική του επιμέλεια και ανάγνωση. Θα διαβάσει ποιήματα του Καβάφη (από τον θάνατο του οποίου μόλις συμπληρώθηκαν 75 χρόνια) και δικά του.



Ο Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης στην Αθήνα. Εργάστηκε ως ηθοποιός σε ελεύθερα σχήματα, κυρίως όμως συνεργάστηκε με τον [κρατικό] Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Δούλεψε με καταξιωμένους σκηνοθέτες: Νίκο Χαραλάμπους, Εύη Γαβριηλίδη, Αντρέα Πάντζη, Alexander Stillmark και πολλούς άλλους. Ερμήνευσε σημαντικούς ρόλους σε έργα των Μπέκετ, Φούγκαρτ, Μάμετ, Σέπαρντ και άλλων σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων, καθώς και ρόλους σε έργα του ελληνικού δραματολογίου: Αναγνωστάκη, Καμπανέλλη, Σκούρτη κ.ά. Έλαβε μέρος σε παραστάσεις αρχαίου δράματος με το κρατικό θέατρο της Κύπρου στην Επίδαυρο, σε πολλά φεστιβάλ στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό.
Έγραψε ποίηση (ποιήματά του δημοσιεύτηκαν και στο «Εντευκτήριο»), σενάρια και θέατρο.
Το θεατρικό του έργο «Έγινε κι αυτός ο πόλεμος» πήρε το πρώτο κρατικό βραβείο. Ανέβηκε από τον ΘΟΚ, το Θέατρο Τέχνης του Λονδίνου και από θίασο ομογενών στη Μελβούρνη, μεταφέρθηκε στην τηλεόραση και παρουσιάστηκε από το πρόγραμμα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (ΡΙΚ).
Πρόσφατα ολοκλήρωσε το θεατρικό «Οι μέρες που έρχονται δεν υπάρχουν», που ήδη μεταφράστηκε στα ισπανικά και τα αγγλικά. Έγραψε το σενάριο για τα 82 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς «Γραφείο Ταξί», στην οποία και πρωταγωνιστούσε. Ακόμη, έγραψε το σενάριο «I Wish it could rain», Cine Contact - Μόντρεαλ, Καναδάς.
Εργάστηκε ως παραγωγός προγραμμάτων στον πρώτο ιδιωτικό σταθμό της Κύπρου, το Ράδιο Σούπερ. Παρουσίασε πολλά αφιερώματα σε Έλληνες ποιητές και καλλιτέχνες (Σεφέρης, Καβάφης, Ελύτης, Γκάτσος, Κούν, Τσαρούχης, Λαμπέτη, Καραΐνδρου).
Μετά από ένα οδοιπορικό στην Κάτω Ιταλία, έκανε δέκα σαραντάλεπτες εκπομπές αφιερωμένες στην παράδοση των Ελληνόφωνων κατοίκων της περιοχής. Ακόμη, πολλές εκπομπές με Κύπριους μετανάστες στη Μ. Βρεττανία και τον Καναδά, καθώς και πλήθος συνεντεύξεων με καλλιτέχνες, πνευματικούς ανθρώπους αλλά και πρόσωπα του πολιτικού χώρου.



Το 2005 εξέδωσε τον ψηφιακό δίσκο «Κ. Π. Καβάφης: Ποιήματα», με 50 ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή, σε δική του επιμέλεια και ανάγνωση. Ο δίσκος παρουσιάστηκε στη Λευκωσία, στη Στοκχόλμη, στο Εθνολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης και στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Επίκεινται παρουσιάσεις του στο Λονδίνο αλλά και στη Βοστώνη.
Αυτή την περίοδο, με επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού, ο Κυριάκος Ευθυμίου εργάζεται για την παραγωγή 3 ψηφιακών δίσκων με ποίηση των Κύπριων ποιητών Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Παντελή Μηχανικού και Θεοδόση Νικολάου.

Το ταξίδι του Κυριάκου Ευθυμίου στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιείται με την υποστήριξη του κυπριακού Υπουργείου Πολιτισμού.

Χορηγός-ευεργέτης του Underground Εντευκτήριο για το 2008: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

9.4.08

Δημήτρης Πλαζομίτης (29.11.1959-5.3.2008)




Αθόρυβη παρουσία, ηχηρή απουσία


Μνημονεύοντας, στο γιορταστικό τεύχος της 20ετίας του Εντευκτηρίου (Νο 78), το όνομα του Δημήτρη Πλαζομίτη μεταξύ των φίλων που συνέδραμαν, χειρωνακτικά και συντροφικά, στη διανομή των τευχών του περιοδικού, δεν υποπτευόμουν πως τόσο σύντομα θα ήμουν υποχρεωμένος σ’ αυτόν τον οριστικό αποχωρισμό. Γιατί η ψυχή του «γελαστού παιδιού», που κέρδιζε τους πάντες με την πηγαία καλοσύνη του και με τη γενναιοδωρία των αισθημάτων του, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σώμα που τα τελευταία τρία χρόνια ταλαιπωρήθηκε ανελέητα από τον καρκίνο. Τα πλούσια ψυχικά του χαρίσματα, σε συνδυασμό με μια έμφυτη σεμνότητα και τη διάθεση για ανιδιοτελή προσφορά, τον είχαν καταστήσει μοναδικό και αξιόπιστο φίλο, και έμπιστο συνεργάτη. Γιατί, εκτός από τη σπάνια φιλία του που είχα το προνόμιο να γευτώ (και που επιβεβαιώθηκε πολλές φορές και ποικιλοτρόπως, προς όφελός μου και του Εντευκτηρίου συνήθως ― τα τελευταία χρόνια μάλιστα από κοινού με τη σύζυγό του, δικηγόρο Λένα Μαυρογένους), ευτύχησα να συνεργαστώ μαζί του και επαγγελματικά, στο πλαίσιο της κοινής μας βιοποριστικής απασχόλησης.
Τα εργο-βιογραφικά στοιχεία που ακολουθούν, απλώς συμπληρώνουν το πορτραίτο ενός ιδιαίτερα δημιουργικού όσο και χαμηλόφωνου ανθρώπου και σκιαγραφούν το σύντομο πέρασμά του από τον κόσμο μας, έναν κόσμο που για όσους αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε τον Δημήτρη είναι τώρα αισθητά φτωχότερος.
Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, μέχρι την πρόωρη αποχώρησή του για λόγους υγείας, το 2005. Διδάχτηκε θεωρία και βυζαντινή μουσική από τους πρωτοψάλτες Δ. Σουρλαντζή, Ν. Παπαλεξίου και Θρ. Παπανικολάου. Ήταν δραστήριο μέλος της Χορωδίας του Ακαδημαϊκού Μουσικού Συνδέσμου Θεσσαλονικέων.
Από τον Νοέμβριο του 1994 ως τον Ιανουάριο του 1997 διετέλεσε διευθυντής διοικητικού του τηλεοπτικού σταθμού της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης.
Το 1981 άρχισε να συνθέτει μουσική σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έγραψε μουσική για πολλά ντοκυμανταίρ (με θέμα την Κερκίνη, την ιστορία, τη φύση και τον πολιτισμό της Μακεδονίας και της Θράκης, το σπήλαιο των Πετραλώνων, τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης), που προβλήθηκαν από την ΕΤ3, τη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης ΤV 100 και τον τηλεοπτικό σταθμό της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης· επίσης, για τη σειρά της ΕΤ3 «Θεσσαλονίκη: Τόπος, Ιστορία», για εκθέσεις, εικαστικά δρώμενα, θεατρικές παραστάσεις και πολυθεάματα. Ακόμη, συνεργάστηκε με τους συνθέτες Πέτρο Θεοδώρου στο Musica Praktika και Γιώργο Χριστιανάκη στα έργα του Φάροι και Τέμπλο.
Κυκλοφορούν, συνολικά, 13 δίσκοι με μουσική του. Ο τελευταίος, με τον (προφητικό;) τίτλο Χαίρε.

Γιωργος Κορδομενιδης

(προδημοσίευση από το τεύχος 80 του περιοδικού Εντευκτήριο, που κυκλοφορεί στις 23.4.2008)

24.3.08

ΑΣΠΡΟ ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΜΕΛΙ

Ο Άκης Δήμου και η Πέμη Ζούνη πρωτοσυναντήθηκαν το 2002, όταν εκείνη έπαιξε την ηρωίδα του μονολόγου του «Αιώνες μακριά απ' την Αλάσκα», σκηνοθετημένη από τον Σταμάτη Φασουλή, στο πλαίσιο των μονολόγων της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας· η παράσταση, αναθεωρημένη, περιόδευσε πρόπερσι σε πολλές ελληνικές πόλεις. Το 2004 βρεθήκαν ξανά, με αφορμή τη «Μαργαρίτα Γκωτιέ», που ο Δήμου έγραψε ειδικά για τη Ζούνη, μεταγράφοντας για το θέατρο το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά.

Το βράδυ της 31ης Μαρτίου 2008, ώρα 9, στο «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη, περιοχή Δεθ), θα προσπαθήσουν να ανιχνεύσουν τον χώρο όπου συναντιούνται το θέατρο με τη ζωή.
Με αφορμή το άπαιχτο θεατρικό έργο του Δήμου «Άσπρο ψωμί και μέλι», που φέρνει στη σκηνή δυο αγαπημένα, εμβληματικά φαντάσματα του θεάτρου, τον Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ και την ηρωίδα του «Βυσσινόκηπου» Αγάπη Αντρέεβνα Ρανιέφσκαγια, θα διασταυρώσουν λόγια και βλέμματα, διαδίδοντας όσα μυστικά αντέχουν. Δεν ξέρουν αν θα τα καταφέρουν. Αλλά ακόμη κι αν αποτύχουν, η αποτυχία τους θα είναι... σε κοινή θέα.

Την εκδήλωση οργανώνει το περιοδικό «Εντευκτήριο», σε συνεργασία με το Α Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

15.3.08

Ποιήματα που αγαπάμε

Αυτοσχέδιες αναγνώσεις και μελοποιημένη ποίηση
στην καθιερωμένη ετήσια εκδήλωση που οργανώνει
το περιοδικό «Εντευκτήριο», σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και το
Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης



«Ελάτε να διαβάσετε το ποίημα που αγαπάτε. Όχι πλέον μόνο θεατές, αλλά
συμμέτοχοι!» Με αυτό το σύνθημα, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, το περιοδικό
«Εντευκτήριο» και το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης καλούν
τους φίλους της ποίησης, είτε γράφουν οι ίδιοι είτε όχι, να διαβάσουν το
ποίημα που αγαπούν, δικό τους ή ξένο, ελληνικό ή μεταφρασμένο. Η συμμετοχή
κάθε ενδιαφερόμενου είναι όχι μόνο ελεύθερη αλλά και καλοδεχούμενη, με σκοπό
να προκύψει μια ελεύθερη και αυτοσχέδια αναγνωστική σκυταλοδρομία με κάθε
λογής και προέλευσης ποιητικές φωνές αλλά και αναγνωστικές προσεγγίσεις.
Όσοι δεν προσέλθουν στη βραδιά με προεπιλεγμένα ποιήματα, θα μπορούν να
διαλέξουν επιτόπου ένα από τα ποιήματα που έχουν ανθολογήσει συνεργάτες του
«Εντευκτηρίου».
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21 Μαρτίου 2008,
ώρα 9 μ.μ., στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη.
Μελοποιημένη ποίηση θα παρουσιάσουν η Ελληνίδα τραγουδίστρια Μαρία Ζότελε,
που ζει μονίμως στη Στοκχόλμη, και οι μουσικοί Κωνσταντίνος Μπιζόπουλος
(κιθάρα) και Ρόμπερτ Φελς (Σουηδός που ζει στη Θεσσαλονίκη, μπουζούκι).
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

14.2.08

Μη χάσετε το νέο «Εντευκτήριο»

Η Ρουάντα των βιασμών και του AIDS, ξένη
και ελληνική ποίηση και πεζογραφία,
σχέδια του Πικάσο στο νέο «Εντευκτήριο»



Δύο άγνωστα ποιήματα του Σκωτσέζου Χιου ΜακΝτιάρμιντ (1892-1978) που αναφέρονται στη Θεσσαλονίκη μεταφράζει ο Σάκης Σερέφας στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (Νο 79, Δεκέμβριος 2007) που μόλις κυκλοφόρησε. Εμπνευσμένα από το διάστημα που ο ΜακΝτιάρμιντ υπηρέτησε (και) στη Θεσσαλονίκη ως λοχίας του βρετανικού Royal Army Medical Corps (1915-1919), τα ποιήματα μιλούν για τη σαγηνευτική εξ αποστάσεως όψη της Θεσσαλονίκης σε αντίθεση με τη θανατερή πραγματικότητα του πολέμου, τη σύφιλη, τη δυσεντερία και την ελονοσία που μάστιζαν τους ξένους στρατιώτες. Τα ποιήματα συνοδεύονται από χρήσιμα ερμηνευτικά-πραγματολογικά σχόλια και εκτενές βιογραφικό του ποιητή.

Στο ίδιο τεύχος, ο Θωμάς Κοροβίνης μεταφράζει δώδεκα ποιήματα του αυλικού ποιητή της οθωμανικής αυτοκρατορίας Νεντίμ (1680-1730), πού ήταν ο σημαντικότερος δημιουργός της λεγόμενης «εποχής της τουλίπας ή των λαλέδων» (1718-1730), όταν το σαράι και η άρχουσα τάξη της εποχής ζούσαν αμέριμνα μέσα σε διαρκή κραιπάλη και ερωτικά όργια. Τα ποιήματα του Νεντίμ υμνούν τις απολαύσεις της ζωής αλλά και τις φυσικές ομορφιές της Κωνσταντινούπολης.
Να δύο ποιήματα του Νεντίμ, στη μετάφραση του Θωμά Κοροβίνη:

TO TPAΓOYΔI THΣ ΣTAMΠOYΛ
[απόσπασμα]

Μια πέτρα της Σταμπούλ, της ασύγκριτης και ανεκτίμητης πόλης, αξίζει όσο ολόκληρη η Περσία.
Αυτό το τέλειο κόσμημα ανάμεσα σε δυο θάλασσες είναι άξιο να συγκριθεί μονάχα με τον ήλιο που φωτίζει αυτόν τον κόσμο.
Άραγε ο Παράδεισος είναι πιο ψηλά ή πιο χαμηλά από δω;
Στ’ αλήθεια ο παράδεισος είναι εδώ. Τι νερό και τι αγέρας είναι αυτός;
Κάθε κήπος της είναι μια πανδαισία ομορφιάς, κάθε γωνιά της μια σπατάλη ευτυχίας και τέρψης.
Είναι αμαρτία να την συγκρίνεις με τον κόσμο. Κι είναι λάθος να παρομοιάζεις τον παράδεισο με τους τριανταφυλλώνες της.
Εδώ ο καθένας χορταίνει τους λογής πόθους του.
Γι’ αυτό οι τεκέδες της1 είναι για όλους καταφύγιο.
Στις αγορές της πουλιέται το «ύφασμα της γνώσης».
Είναι πηγή των σοφών και παζάρι κάθε τέχνης.
Κάθε τζαμί της είναι ιερό σαν το όρος που φανερώθηκε ο Θεός.
Και το ιερό του βήμα μοιάζει με φρύδι αγγέλου.


[ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ]

Με τις παλιές αγάπες ας τα ξαναφτιάξουμε,
Έλα να το γιορτάσουμε οι δυό μας, φεγγαράκι,
Να σε ποτίσω με κρασί, να σε μεθύσω.

Με κομμάτιασαν τα χαντζάρια αυτά, τα φρύδια σου,
Μάτωσες, φεγγαράκι, την καρδιά μου,
Τα μάτια μου από έρωτα μεθύσαν

Έκλαψε για τον χωρισμό η φτωχή καρδιά,
θρήνησε για το φάντασμά σου. Τόσο,
το κέφι μου μια μέρα ας γινόταν.

Ποθεί η καρδιά το σμίξιμο μαζί σου.
Η πεθυμιά σου ύπνο δεν μου φέρνει,
Θυσία θα γίνω, φεγγαράκι μου, για σένα.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ / ΠΟΙΗΣΗ Εκλεκτές όμως είναι και οι σελίδες ελληνικής και ξένης πεζογραφία και ποίησης που συγκροτούν τον “κορμό” του τεύχους. Τα πεζά υπογράφουν οι: Στρατής Χαβιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σπύρος Καρυδάκης, Τατιάνα Αβέρωφ, Λεωνίδας Προυσαλίδης (θεατρικός μονόλογος), Γιώργος Βέλτσος, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ζακ Τουρνιέ (μετ. Φοίβου Πιομπίνου), ενώ τα ποιήματα οι: Δημήτρης Καλοκύρης, Αργύρης Χιόνης (δημοσιεύεται και άρθρο του Σταύρου Ζαφειρίου για το σύνολο του ποιητικού του έργου), Φρανσές Παρσερίσας (μετ. Μαρίας Λαϊνά), Π. Σωτηρίου, Θεόδωρος Ρακόπουλος, Σπύρος Κατσίμης, Γιώργος Θεοχάρης, Μαρία Καρδάτου, Αντώνης Ρίζος, Τσέζαρε Παβέζε (μετ. Ελένης Κοσμά), Τριστάν Κορμπιέρ (μετ. Στέργιου Μήτα), Γιώργος Αλισάνογλου, Νίκος Λευκαδίτης, Πετούνια Εξακουστού, Ιωσήφ ντε Τσάβες.


ΔΟΚΙΜΑ ΓΙΑ ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ, ΦΙΛΙΠ ΛΑΡΚΙΝ, ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα δοκίμια του τεύχους. Η Τζένη Μαστοράκη δημοσιεύει μια ανοιχτή επιστολή στον Μένη Κουμανταρέα, μέ αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Τα μηχανάκια· ο Διονύσης Καψάλης γράφει για τα επίσης 30χρονα από τη δημοσίευση ενός από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, του φημισμένου πλέον «Aubade» του Φίλιπ Λάρκιν (1922-1985)· και η Μαρία Φραγκούλη θυμίζει τη φλεγόμενη ερωτική ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου (1914-1987).

Η ΦΡΙΚΗ ΤΗΣ ΡΟΥΑΝΤΑ Αξίζει, τέλος, ιδιαίτερης προσοχής το συγκλονιστικό οδοιπορικό της πεζογράφου Σοφίας Νικολαΐδου στη Ρουάντα, μετά από πρόσκληση της βελγικής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

Στα κέντρα υγείας της αφρικανικής αυτής χώρας μπορεί να κάνει κανείς τον απολογισμό των μακροχρόνιων συνεπειών της γενοκτονίας που διαπράχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν δολοφονήθηκαν πάνω από 500.000 άνθρωποι (μερικοί διπλασιάζουν αυτόν τον αριθμό), βιάστηκαν 250.000 – 500.000 γυναίκες, κορίτσια, παιδιά και νήπια, ενώ το 69% των βιασμένων γυναικών προσβλήθηκε από τον ιό του AIDS.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βασίλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Μισέλ Φάις, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Γιάννης Κοντός, Παντελής Απέργης και Δήμητρα Μήττα γράφουν για βιβλία των Μιχάλη Γκανά, Αργύρη Χιόνη, Κυριάκου Συφιλτζόγλου και Αργύρη Παλούκα, Νίκης Χατζηδημητρίου, Κώστα Ακρίβου, Θανάση Θ. Νιάρχου, Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου και Γ. Μ. Σηφάκη. Ακόμη, γράφουν: η Βάνα Χαραλαμπίδου για τη σύγχρονη αιγυπτιακή πεζογραφία σε ελληνική μετάφραση, η 14χρονη Ιωάννα Μπαρτσίδη για το φαινόμενο Χάρι Πότερ (από εφηβική ματιά), ο Δημήτρης Κόκκορης για βιβλία των Δημήτρη Μίγγα, Θεόδωρου Γρηγοριάδη, Αλεξάνδρας Σαμουήλ και Κώστα Γιαννόπουλου, ο Βασίλης Τομανάς για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο Κώστας Θεολόγου για το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ· τέλος, στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε πρόσφατες εκδόσεις.

ΣΧΕΔΙΑ ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΟ Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν σχέδια του Πάμπλο Πικάσο, από τη φημισμένη Suite 347, που εκτίθεται μέχρι τις 16.4.2008 στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ· για τη σειρά αυτή σχεδίων του Πικάσο γράφει στο τεύχος ο Παναγιώτης Μπίκας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΡΙΚ ΕΜΟ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου (χορηγός της παραγωγής του η Vivartia ΑΕ), παρουσιάζεται το πορτφόλιο του Ερίκ Εμό «Σαραμπάντα», το οποίο σχολιάζει ο Γιοακίμ Μπουφλέ, παρατηρώντας μεταξύ άλλων: « Από εικόνα σε εικόνα, ο Ερίκ Εμό μάς παρασύρει σε ένα παιγνιώδες γαϊτανάκι που, αν το κοιτάξουμε προσεκτικότερα, μάλλον μοιάζει με μακάβριο χορό.
[...] Oρισμένες μορφές απεικόνισης κλείνουν ωστόσο το μάτι προς τη ζωή, τον πλούτο της, την ευθυμία της, κάποτε μάλιστα και τον αισθησιασμό της, όντας ισάριθμες σκωπτικές γκριμάτσες προς τον θάνατο. Πρισματικοί κατοπτρισμοί των αγωνιών ή των πόθων μας, παραμορφωτικά ―και όχι απαραιτήτως― κάτοπτρα, μας παραπέμπουν στον εαυτό μας και στον άλλον, σε μια συνένοχη κατάφαση στο μη λεκτόν.»


Γραφείτε σήμερα συνδρομητές στο «Εντευκτήριο» ή/και (αν εσείς είστε ήδη συνδρομητής) χαρίστε συνδρομές σε αγαπημένα σας πρόσωπα

Τα τέσσερα τεύχη ενός χρόνου κοστίζουν τουλάχιστον 40 ευρώ – Ως συνδρομητές, τα έχετε κάθε τρεις μήνες στο σπίτι σας μόνο με 28 ευρώ ετησίως. Επίσης, μπορείτε να έχετε σημαντικές εκπτώσεις στα βιβλία και τα cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.

27.1.08

ΗΛΙΟΣ ΣΤΗ ΣΚΩΤΙΑ

αναγνωστική σκυταλοδρομία
από τον ποιητή Μίμη Σουλιώτη
και την Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων


γράφει η ΕΛΕΝΗ ΧΟΝΤΟΛΙΔΟΥ


Στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 8.30μμ. ο Γιώργος Κορδομενίδης μας κάλεσε στο «Underground Εντευκτήριο» για μία ακόμη φορά. Σε συνεργασία με το Α΄ Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης, ο Μίμης Σουλιώτης διαβάζει ποιήματά του και υποβαστάζει η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων.
Παραπάνω από δύο λόγοι να παρευρεθώ: έχω εντάξει τις βραδιές αυτές στο πρόγραμμά μου όποτε μπορώ, είτε για να φωτογραφίσω, είτε για να κάνω support στο «βιβλιοπωλείο» του «Εντευκτηρίου», είτε και για τα δύο – και φυσικά για να παρακολουθήσω τα όσα διαδραματίζονται στον φιλόξενο αυτό χώρο που επιμένει χρόνια τώρα να μας χαρίζει σπάνιες, ενίοτε, στιγμές.


Τη φορά αυτή ο καλεσμένος είναι αγαπημένος δάσκαλος των εφηβικών μου χρόνων και νυν εκλεκτός συνάδελφος, συνδιοργανώνει το Α΄ Διαμέρισμα (έχω ψηφίσει την εκδήλωση αυτή σε αντίθεση με πάμπολλες άλλες που έρχονται για έγκριση στο Διαμέρισμα και καταψηφίζω χωρίς δεύτερη σκέψη) και, τέλος, θέλω να δω πώς υποβαστάζει αυτή η περίεργη Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων (δηλαδή: Πτολεμαΐδας) την ποίηση του Σουλιώτη, το «γεωγραφικό μήκος» του.
Ομότεχνοι, φίλοι, συνάδελφοι, το σταθερό κοινό του «Εντευκτηρίου» αλλά και καινούριοι θεατές-ακροατές, για μία ώρα περίπου, παρακολούθησαν (με διακριτική εξαιρετικής ποιότητας μουσική υπόκρουση) την ανάγνωση ποιημάτων του Σουλιώτη από τον ίδιο και από τους ερασιτέχνες –και ουχί φιλολόγους ή λογίους όπως μας πληροφόρησε μέλος της ομάδας στο τέλος της εκδήλωσης– που συναντιούνται κάθε Πέμπτη και διαβάζουν ποίηση!


Περίεργα πράγματα συμβαίνουν στην ελληνική επαρχία καμιά φορά. Κάτι ξέρει ο Σουλιώτης που επιμένει εκεί, στη μακρινή και ακριτική Φλώρινα, με τον τρόπο του χρόνια τώρα... Και τελικά, κλείνοντας τη βραδιά ο ποιητής: «ο Ηρακλής σημείωσε νίκη επί του ΠΑΟΚ»!
Μίμη Σουλιώτη, Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων και Γιώργο Κορδομενίδη, σας ευχαριστούμε για τη διαρκή παρουσία, την εντοπιότητα, την κατάθεση της περιουσίας.



24.1.08

Ο ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΣΤΟ UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

μαζί με την Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων

Ποιήματα από όλες τις συλλογές του ποιητή Μίμη Σουλιώτη θα αναγνώσει η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων και ο ποιητής, στη βραδιά που διοργανώνει προς τιμήν του το περιοδικό «Εντευκτήριο» στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη – περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως, τηλ. 2310 283.223) την Παρασκευή 25 Ιανουαρίου, ώρα 8.30 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Α΄ Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης
Παρουσιάζοντας την τελευταία συλλογή του Παλιές ηλικίες (Το Βήμα, 13 Απρ. 2003) ο Πάνος Θεοδωρίδης εντοπίζει τα στοιχεία που έρχεται να προσθέσει ο ποιητής στο προηγούμενο έργο του: «Η αναμέτρηση με τον θάνατο και η τάση για ξεθώριασμα έχουν τη μορφή μιας ανάσας πριν από την τελική πτώση που προβλέπεται και εκτίθεται λεπτομερειακά. Το άγγιγμα των γυναικών γίνεται ανάερο, τα τοπωνύμια που τον βασάνισαν αφήνονται ανερμήνευτα, υπάρχει κάπου κάπου και μια έπαρση αναγραφής σιβυλλικών για τους αγεωγράφητους, παραθεμάτων που μπορεί να αρέσκονται στην αστική τοπογραφία, αλλά νομίζουν ότι πέραν των Αμπελοκήπων κατοικούν βραδύγλωσσοι κομιτατζήδες. Το ζήτημα είναι ότι οι Σουλιώτες δεν είχαν ποτέ πρόβλημα με την Αθήνα, ενώ χειμάζονται στη Θεσσαλονίκη».
«Από μια πολίχνη των 12.000 δημοτών, που από την απελευθέρωσή του 1912 μέχρι τώρα δεν αυξάνονται και μήτε λιγοστεύουν, κι από ένα Νομό των μόλις 50.000 κατοίκων, πόση λογοτεχνία μπορεί να προσδοκά κανείς.» προειδοποιεί ο ποιητής στον τόμο Φλώρινα. Μια πόλη στη λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία τελικά τι προσδοκά κανείς, παρά τι βρίσκει. Και εκεί «βορειοδυτικά του χάρτη» ο σύγχρονος σκαπανέας της ποίησης, δηλ. ο μοναχικός και σπάνιος αναγνώστης της, βρίσκει τον Σουλιώτη: «Όταν πέσει το χιόνι, δεν αιωρείται η σκόνη στους δρόμους παρά υψώνεται παντού μια παραμυθένια διαύγεια. Τότε η πολίχνη μένει σιωπηλή, με δρόμους σιωπηλούς, με όλους εκείνους που συνεχώς χαιρετούσαν, φώναζαν και φλυαρούσαν αποκλεισμένους μες στα σπίτια τους.. Τότε ο δρόμος ανήκει σ’ αυτούς που τον διαβαίνουν» (Ελευθεροτυπία, «Βιβλιοθήκη», 19 Ιανουαρίου 2001).
Όθεν ανήκει στους ποιητές. Στους ποιητές που «στην εποχή του ακροτελεύτιου καταναλωτισμού έχουν να γράψουν τη μη αναλώσιμη ποίηση: […] μήτε όμορφη, μήτε άσχημη: στην ώρα της, όπως μεταρσιώνεται από την καθημερινή κουβέντα». Γιατί «Ποίηση που αξίζει είναι αυτή που λέει ότι εδώ ζήσαν άνθρωποι, την τάδε Πέμπτη, που ανάπνεαν, πονούσαν, γελούσαν, μιλούσαν και δεν γινόντουσαν βαρετοί».



Ο Μίμης Σουλιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βουδαπέστη. Διαμένει «μονιμότερα από προσωρινά» στην Φλώρινα, όπου διδάσκει λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Σχολή. Κυριότερες αυτοτελείς εκδόσεις έργων του:
Αυτοτελείς λογοτεχνικές εκδόσεις:
58 Σχόλια στον Καβάφη (λογοτεχνική κριτική), εκδ. «Ύψιλον», Αθήνα 1991
Οχτώ Παραμύθια της Φλώρινας, εκδ. «Πρέσπες» 1994
Αλφαβητάριο για την Ποίηση (κριτική-μελέτη), εκδ. Α.Π.Θ.
Παιδαριώδη, «Ελληνικά Γράμματα», 2000
Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα, «Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός», 2000.
Φλώρινα. Μια πόλη στη λογοτεχνία, (επιμέλεια και ανθολόγηση), «Μεταίχμιο», Αθήνα 2002.
Ποιητικές συλλογές:
Σβούρα, εκδ. «Τραμ», Θεσσαλονίκη 1972
Ποιήματα εν Παρόδω, εκδ. «Τραμ», Θεσσαλονίκη 1974
Βαθιά επιφάνεια, εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1992
Αβγά Μάταια, εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1998
Περί Ποιητικής, εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1999
Υγρά, εκδ. «Ερμής», Αθήνα 2000
Ήλιος στην Σκοτία, «Ερμής», Αθήνα 2001
Παλιές Ηλικίες, «Ερμής», Αθήνα 2002
Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες (αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, σερβικά, σλαβο-μακεδονικά) καθώς και στο περ. Harvard Review. Έχει μεταφράσει λίγα ποιήματα του Κάτουλλου και του Νετζατί Τζουμαλί. Δημοσιεύει βιβλιοκρισίες, άρθρα και μελετήματα για θέματα λογοτεχνικά και ιστοριοδιφικά σε εφημερίδες και περιοδικά της Φλώρινας, της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Διευθύνει την σειρά ποιητικών εκδόσεων «Ανθολόγος Ερμής».

Η Απαγγελτική Ομάδα Καΐλαρίων ξεκίνησε τις συναντήσεις της ως Εργαστήρι Απαγγελίας δι’ εραστάς του Λόγου τον Οκτώβριο του 2002 με την παρουσία του ποιητή και καθηγητή της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, Μίμη Σουλιώτη. Έχει ως τώρα παρουσιάσει ποίηση Κ.Π.Καβάφη, Ανδρέα Εμπειρίκου, τους ποιητές Αργύρη Χιόνη και Μίμη Σουλιώτη, και την πεζογράφο Σοφία Νικολαϊδου. Από το φθινόπωρο του 2006 πραγματοποιεί τις «Κυριακές των Παραμυθιών», με αφηγήσεις παραμυθιών για παιδιά. Συμμετέχει στο πρόγραμμα «Λέσχες Ανάγνωσης» του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Εστία της Απαγγελτικής Ομάδας, χώρος συνάντησης και φιλοξενίας συγγραφέων, είναι το Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πτολεμαΐδας.
Έχει συνεργαστεί με το Ευρωβαλκανικό Άσυλο Ποίησης, το Βιβλιολογείο της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης (Κοζάνη) και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

25.12.07

Στην κόψη του ξυραφιού

Ιστορίες ανθρώπων στο χείλος του κοινωνικού περιθωρίου

Γιαν Χένρικ Σβαν
Οι περιπλανώμενοι
Μετάφραση [από τα σουηδικά]: Θεοφανώ Καλογιάννη
Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος 2007, 417 σελ.


του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗ*


Προτού καν συμπληρώσει τα 50, ο Σουηδός συγγραφέας Γιαν Χένρικ Σβαν έχει εντυπωσιακό βιογραφικό: Γεννημένος στη Λουντ, μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη, φοίτησε στα πανεπιστήμια της Σορβόνης και της Στοκχόλμης, έχει εκδώσει οκτώ μυθιστορήματα, μεταφράζει λογοτεχνία από τα δανέζικα, τα γαλλικά, τα πολωνικά και τα ελληνικά (πρόσφατα κυκλοφόρησε στη Σουηδία μια ανθολογία ελληνικού διηγήματος με δική του επιμέλεια καί μετάφραση), συνεργάζεται με μεγάλες εφημερίδες της πατρίδας του, διετέλεσε διευθυντής του έγκυρου λογοτεχνικού περιοδικού της Σουηδίας BLM.



Εύκολα θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για συγγραφέα του “κατεστημένου”, με ανάλογες επιλογές βίου και θεματογραφίας. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: πολλά από τα μυθιστορήματα του Σβαν (ο οποίος στον ελεύθερο χρόνο του προσφέρει εθελοντική εργασία στο ανοιχτό σπίτι για τις άστεγες και τοξικομανείς γυναίκες του Ιδρύματος Κλαραγκόρντεν στη Στοκχόλμη) έχουν ως ήρωες πρόσωπα που κινούνται στο όριο του κοινωνικού βίου ή και στο περιθώριο, με τη ζωή τους να συνθλίβεται από μια διαρκή αίσθηση ματαιότητας, στερήσεις και οικονομική ανέχεια, σε έναν συνδυασμό που κορυφώνει τα ψυχολογικά και υπαρξιακά τους αδιέξοδα.
Γνωρίσαμε τον Σβαν με το μυθιστόρημά του Η καταραμένη χαρά (1987, μετάφραση Γιάννη Αλεξάκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2002), όπου το κεντρικό πρόσωπο ήταν ένας αποτυχημένος παλιατζής, άβουλος χαρακτήρας, που ζει μέσα στη βρωμιά και στο αλκοόλ. Ήρωες ταπεινούς και καταφρονεμένους συναντάμε και στο μυθιστόρημά του Ζητιάνοι (1999). Πρόκειται για τον καρπό της τριήμερης εμπειρίας του συγγραφέα κοντά στους άστεγους της Στοκχόλμης, όταν δέχτηκε να κάνει ένα σχετικό ρεπορτάζ για λογαριασμό της μεγαλύτερης σουηδικής εφημερίδας, Ντάγκενς Νύχετερ.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το προτελευταίο μυθιστόρημα του Σβαν, Οι περιπλανώμενοι (2001). (Το για την ώρα τελευταίο του, Η Δράκαινα, που βγήκε το 2005, είναι ελληνικής θεματολογίας.) Σκηνικό της αφήγησης είναι η Στοκχόλμη. Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι άνθρωποι που βρίσκονται σε οριακή κατάσταση, λίγο προτού διολισθήσουν στο κοινωνικό περιθώριο. Κατά σειρά εμφανίσεως: Η Μάρθα, μια τσιγγάνα μετανάστρια από την Πολωνία, απελπισμένη που την άφησε ο μη-τσιγγάνος εραστής της, αναζητεί τα ίχνη του πατέρα της αλλά και κάποιον τρόπο για να επιστρέψει στην πατρίδα της. Ο Έμιλ, ένας νέος άντρας που δεν έχει να πληρώσει το νοίκι και ελπίζει να σωθεί όταν κληρώνεται αναπληρωματικός σε ριάλιτι της τηλεόρασης. Μια χοντρή γυναίκα, εγκαταλειμμένη κι από τον ίδιο της τον εαυτό γυναίκα, η Έντιτ, μόνη κι ανέγγιχτη επί δυο δεκαετίες, λες και δεν υπάρχουν στον κόσμο άλλοι άνθρωποι, με αποκλειστική της ενασχόληση να μαζεύει παράταιρα, ξεχασμένα γάντια, μέχρις ότου την ερωτεύεται ένας νεότερός της, εμφανίσιμος άντρας· πρόκειται για τον Νιλς, τον μόνο που τα προβλήματά του είναι κυρίως υπαρξιακά, έναν μελαχρινό Σουηδό που αισθάνεται ξένος στον τόπο του. Τελευταία, αλλά όχι σε λιγότερο δεινή θέση, η Σεσίλια, μητέρα ενός αυτιστικού αγοριού, εγκαταλειμμένη από τον πατέρα του όταν αποκαλύφθηκε το “πρόβλημα”, φορτωμένη επιπλέον με τη φροντίδα ενός πατέρα με παροδικές άνοιες.



Αυτό που ενώνει τους βαθιά μοναχικούς και στριμωγμένους από τή ζωή “ήρωες” του Σβαν που ζουν στη Στοκχόλμη πίσω από την πρόσοψη της ευμάρειας, της καθαριότητας και της τάξης, είναι ένα περίεργο λεωφορείο που διατρέχει τους νυχτερινούς δρόμους· ο οδηγός του τους παροτρύνει να ανεβούν, με μοναδικό ναύλο να αφηγηθεί ο καθένας την ιστορία του.
Χρησιμοποιώντας υποδόριο χιούμορ και ρεαλιστική αφήγηση, ο συγγραφέας φιλοτεχνεί τα πορτραίτα των περιπλανώμενων με επιδεξιότητα και ευαισθησία αλλά και γνώση της ανθρώπινης ψυχής· καταφέρνει μάλιστα να μετατρέψει σε ευ-ανάγνωστο ένα εκ πρώτης όψεως καταθλιπτικό θέμα, καθιστώντας τους ήρωές του συμπαθητικούς, σχεδόν ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Γιατί δεν πρόκειται για ακραίες περιπτώσεις (ανεπιστρεπτί αλκοολικούς ή τοξικομανείς, ας πούμε) αλλά για ανθρώπους που δεν μοιράζονται με την πλειονότητα τον ίδιο κοινωνικό κώδικα. Και που όλοι τους νιώθουν έντονη τη στέρηση του ερωτικού χαδιού στο σώμα τους και στην καρδιά τους.
Κατά κανόνα, η εξιστόρηση της ζωής καθενός γίνεται σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς συναισθηματικές υπερβολές, διδακτισμό ή άμεση κοινωνική κριτική. Κι αυτό που μας συμφιλιώνει ευκολότερα με τους σπαρακτικά μοναχικούς ήρωες του Σβαν είναι ο τρόπος με τον οποίο βρίσκουν τον τρόπο να ζήσουν ―άλλοτε με στωικότητα κι άλλοτε με ήρεμη, αξιοπρεπή απελπισία― τον βαρύ κλήρο που τους έλαχε.
Η μετάφραση της Θεοφανώς Καλογιάννη (που προφανώς γνωρίζει όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη σουηδική πραγματικότητα) μεταφέρει με πολύ καλά αποτελέσματα στα ελληνικά τον σταθερό ρυθμό και την ακριβολογία του πρωτοτύπου.


* Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι εκδότης-διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο»

29.11.07

Η ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΤΟ UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ




την Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007, 8.30 μ.μ.

Αποσπάσματα από το καινούριο της βιβλίο «Το Νόημα», που μόλις κυκλοφόρησε, παλαιότερα ποιήματα και πεζά της θα διαβάσει η Μαρία Λαϊνά στη βραδιά που θα γίνει προς τιμήν της στον χώρο εκδηλώσεων του περιοδικού «Εντευκτήριο» («Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη – περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως, τηλ. 2310 283.223) την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου, ώρα 8.30 μ.μ.. Η συγγραφέας θα απαντήσει σε ερωτήσεις που τυχόν θα της γίνουν, και θα τη συνοδεύουν οι φωτογραφίες της ΄Ένης Κούκουλα.
Την εκδήλωση οργανώνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, με την υποστήριξη του Α΄ Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Θεσσαλονίκης. Είσοδος ελεύθερη.



Σε μια συνέντευξή της στον Γιώργο Πηλιχό (Τα Νέα, 5.5.1983), η ίδια η Λαϊνά έλεγε: «Αν η ποίηση υποχρεωνόταν ν’ αντανακλά και μόνο την πραγματικότητα, να δείχνει τον κόσμο όπως είναι και μόνο, δεν θα ’ταν και σπουδαίο το έργο που θα επιτελούσε. Εμένα προσωπικά μια πραγματικότητα μου είναι αρκετή. Βέβαια, μακριά από μένα και η σκέψη πως ο καλλιτέχνης έχει δικαίωμα ν’ αγνοεί την πραγματικότητα και να λειτουργεί ερήμην της. Δεν διακρίνω άλλωστε κανένα που να τα κατάφερε. Δεν πιστεύω στα κάτοπτρα της πραγματικότητας, πέρα απ’ όλα αυτά. Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι δείχνει τον κόσμο όπως είναι, συνήθως δεν τον περιγράφει απλώς. Και το λέω αυτό γιατί πιστεύω ότι μια εντελής περιγραφή μπορεί όχι να καθρεφτίσει ―οι διαστάσεις της πραγματικότητας δεν συντάσσονται εύκολα― αλλά ν’ αποκαλύψει την πραγματικότητα.»

Η Μαρία Λαϊνά γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά. Δούλεψε στη διαφήμιση, στην επιμέλεια βιβλίων, στη διδασκαλία γλώσσας και λογοτεχνίας σε αμερικάνικα κολέγια, σε παραγωγή και παρουσίαση ραδιοφωνικών λογοτεχνικών εκπομπών, σε γραφή σεναρίων για την τηλεόραση. Έχει εκδώσει 14 βιβλία (6 θεατρικά και 8 ποιητικές συλλογές). Της έχουν δοθεί τρία βραβεία, [Κρατικό (1993), Καβάφη και Ραδιοφώνου]. Τα θεατρικά της έχουν παιχτεί σε κεντρικές σκηνές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις ευρωπαïκές γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σουηδικά, ιταλικά, ισπανικά, κ.α.). Η μετάφραση ποιημάτων της στα γερμανικά βραβεύτηκε με το βραβείο Μονάχου το 1995. Η ίδια μετέφρασε στα ελληνικά, Πάουντ, Έλιοτ, Μάνσφηλντ, Γουόρτον, Xάισμιθ, Σαρλότ Μπροντέ, Τέννεσσυ Ουίλλιαμς, Άρθουρ Μίλλερ κ.ά. To έργο της έχει παρουσιαστεί σε πανεπιστήμια και διεθνή φεστιβάλ ποίησης.

15.11.07

ΜΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ;

Του Ανταίου Χρυσοστομίδη

«Δεν ήταν εύκολα τα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τότε. Και δυστυχώς τα χρόνια που ακολουθούν φαίνεται πως θα είναι ακόμη δυσκολότερα. Η αίσθησή μου είναι ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται στη ζωή τους τα λογοτεχνικά περιοδικά...»
Ο Γιώργος Κορδομενίδης, ο δημιουργός του «Εντευκτηρίου», του λογοτεχνικού περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη, είναι, όπως όλοι σχεδόν οι ευφυείς άνθρωποι, απαισιόδοξος εν τη αισιοδοξία του, ακόμα κι όταν γιορτάζει τα γενέθλια του εντύπου του. Ογδόντα άτομα δηλώνουν την παρουσία τους σε αυτό το γιορταστικό τεύχος, άλλος με κείμενο, άλλος με σκίτσο, άλλος με ποίημα. Και γιορτάζουν κυρίως το πείσμα ενός ανθρώπου που είχε και έχει όραμα.
Όμως: χρειαζόμαστε αλήθεια τα λογοτεχνικά περιοδικά; Ιδού το ενδιαφέρον ερώτημα που θέτει ο Κορδομενίδης όχι μόνο στον πρόλογο του επετειακού του τεύχους αλλά και σε μια τηλεοπτική εκπομπή (της Μπήλιως Τσουκαλά) που έτυχε να παρακολουθήσω. Σε αυτή την τελευταία, μάλιστα, προχωρούσε ακόμα περισσότερο: τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι υπολείμματα μιας άλλης εποχής, εξακολουθούμε να τα βγάζουμε αλλά ανήκουν σε μια άλλη εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί.
Δεν έχει όμως άδικο ο Κορδομενίδης. Στην εποχή όμως των blogs (όπου οι παρέες αντί να τηλεφωνιούνται μεταξύ τους ή να βρίσκονται σε φιλικά σπίτια, συνομιλούν μέσω Διαδικτύου σε ένα περισσότερο ή λιγότερο οικογενειακό κλίμα, και με όλους τους καβγάδες που χαρακτηρίζουν τις καλές οικογένειες), στην εποχή που κανένα λογοτεχνικό ή αισθητικό ρεύμα δεν ενώνει ή δεν χωρίζει τους ανθρώπους, τι χρειάζονται τα λογοτεχνικά περιοδικά;
Η αλήθεια είναι πως πάει πολύς καιρός που κάποιο από τα γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά δεν τάραξε τα νερά ― ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Καμιά νέα ιδέα, κανένας ασυνήθιστος διάλογος, καμιά νέα σπίθα. Τα λογοτεχνικά περιοδικά εξακολουθούν να διατηρούν περισσότερο ή λιγότερο το καλό τους επίπεδο, να δίνουν χώρο σε εργασίες που δύσκολα θα έβρισκαν χώρο και τρόπο να εκφραστούν (ιδιαίτερα στο χώρο της ποίησης), να παρακολουθούν έστω και με κάποια καθυστέρηση όσα γίνονται συνήθως ερήμην τους. Η πιο σοβαρή συνεισφορά τους, τα τελευταία χρόνια, είναι τα αφιερώματα που κάνουν: νομίζω ότι όλα τα γνωστά περιοδικά του χώρου (από τη «Λέξη» στο «Δέντρο», από το «Εντευκτήριο» στην «Οδό Πανός» και από τη «Νέα Εστία» στο «Διαβάζω», για να αναφέρω τα πιο γνωστά) δίνουν πολύ ενδιαφέροντα αφιερώματα, που λειτουργούν συμπληρωματικά στον δύσκολο έτσι κι αλλιώς βηματισμό του βιβλίου στην Ελλάδα.
Άλλο όμως είναι αυτό που με συγκινεί στα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι ακριβώς αυτή η εμμονή σε ένα χωροχρόνο που μοιάζει καταδικασμένος από τη σύγχρονη ταχύτητα. Είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια να διασωθεί μια αίσθηση συλλογικής ανάγνωσης, η προσπάθεια να δημιουργήσουν σύνολα αναγνωστών σε ένα περιβάλλον που εχθρεύεται τη συλλογικότητα. Είναι, τελικά, η ίδια η ουτοπική τους φύση για τη λογοτεχνία και την κοινωνία αυτή που τα κρατάει ζωντανά.

28.10.07

View master

μικρό πεζό
του Γιώργου Αδαμίδη

πρώτη δημοσίευση

Φοράει μαύρο στηθόδεσμο και κίτρινο σορτάκι. Ωραίο σώμα, μέτριο ανάστημα. Ωραίο πρόσωπο. Όταν σηκώνεται από την πλαστική καρέκλα, εκείνος απλώνει το ηλιοκαμένο, γυμνασμένο μπράτσο του και την σταματάει, περνάει μετά το χέρι του στη μέση της και την τραβάει με ήρεμη δύναμη προς το μέρος του, τότε σκύβει και τη φιλάει στην κοιλιά.
Είναι ψηλός και μυώδης, πολύ κοντοκουρεμένα μαλλιά, ίσως ξυρισμένα που άρχισαν να μεγαλώνουν. Φοράει γαλάζιο μαγιό σλιπάκι με δύο λοξές άσπρες λωρίδες που ανάμεσά τους διακρίνονται τα αντρικά του προσόντα.
Περνάει από κοντά μου με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι· τη δίνει σε έναν νεαρό από το διπλανό τραπέζι. Επιστρέφει κοντά της και την ξαναγκαλιάζει. Ποζάρουν. «Άλλη μια, για κάθε ενδεχόμενο» λέει με το πιο φωτεινό χαμόγελο που έχω δει όλες αυτές τις μέρες στη Σκόπελο. Και τρίτη, τέταρτη φωτογραφία.
Στο ανοιγοκλείσιμο των ματιών μου η φωτογραφία γίνεται θλιβερό δίστηλο “χτυπημένο” στην πρώτη σελίδα της δευτεριάτικης εφημερίδας: Η τελευταία ευτυχισμένη στιγμή της Λέλας Τ., που την παρέσυρε απρόσεκτος μεθυσμένος οδηγός και την εγκατέλειψε αβοήθητη.
Το περήφανο χαμόγελό της δίπλα στον μοντελοειδή συνοδό της έχει παγώσει στον αιώνα τον άπαντα. Το δικό του, πιο συγκρατημένο, σχεδόν αινιγματικό, στην τρίτη ή την τέταρτη λήψη που τύπωσε η εφημερίδα, έχει μια δόση αβεβαιότητας ίσως και μελαγχολίας για το μάταιο των πραγμάτων και για τα απρόσμενα της ζωής. Πόσο καιρό θα τη θρηνήσει προτού χωθεί σε μια καινούρια τρυφερή αγκαλιά;
Το βλέμμα μου ψηλαφεί κάθε λεπτομέρεια του κορμιού του, επίμονα όσο και αργά. Τελείωσαν το φαγητό τους και μοιράζονται τώρα ένα παγωτό Status σοκολάτα με επικάλυψη σοκολάτα υγείας. Τους παρατηρώ καθώς βάζουν τα πράγματά τους σε ένα σακίδιο και μια ψάθινη τσάντα με ξεθωριασμένες καροτί λωρίδες εναλλάξ με άσπρες.
Δεν έχω καμιά τύψη για το αποτρόπαιο σενάριο που έγραψα πίνοντας φρέντο καπουτσίνο στο Λιμνονάρι. Ίσως επειδή ξέρω πως δεν πρόκειται να επαληθευτεί.

8.10.07

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΣΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ






Το «Εντευκτήριο» έκλεισε τα είκοσι χρόνια
και τα γιορτάζει μ’ ένα πανηγυρικό τεύχος

νέα, ανέκδοτα κείμενα των τακτικών συνεργατών του
και πλούσια εικονογράφηση από γνωστούς εικαστικούς δημιουργούς

Με ένα ιδιαίτερα πλούσιο στη σύνθεσή του και πολυσέλιδο τεύχος (αριθ. 78, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2007, 272 σελ., 12 ευρώ), που κυκλοφορεί τη Δευτέρα 15 Οκτωβρίου, το περιοδικό «Εντευκτήριο» γιορτάζει τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων ανελλιπούς έκδοσης και παρουσίας στα ελληνικά γράμματα.

1987-2007 Γράφει, μεταξύ άλλων, στο εκδοτικό σημείωμά του ο διευθυντής του περιοδικού, Γιώργος Κορδομενίδης: Tο πρώτο τεύχος του «Eντευκτηρίου» κυκλοφόρησε στις αρχές Nοεμβρίου 1987. Tυπώθηκε σε 3.000 αντίτυπα και αριθμούσε 112 σελίδες [...] Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν, πολλοί από τους εθελοντές, τους συγγραφείς και τους συνεργάτες του πρώτου εκείνου τεύχους βγήκαν από τη ζωή του περιοδικού. Kάποιοι άλλοι επιμένουν ακόμη / Στο ίδιο διάστημα, με μεγάλες θυσίες στο παρελθόν και διαρκές κόστος στο παρόν, το «Eντευκτήριο» αξιώθηκε να βρει μια κάποια, έστω και υπόγεια, στέγη [...] Δεν ήταν εύκολα τα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τότε· και δυστυχώς τα χρόνια που ακολουθούν φαίνεται πως θα είναι ακόμη δυσκολότερα / H αίσθησή μου είναι ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται στη ζωή τους τα λογοτεχνικά περιοδικά [...] Φυσικά, η μακροβιότητα ενός περιοδικού από μόνη της δεν σημαίνει τίποτε, αν το περιοδικό δεν κατορθώνει να ανανεώνεται.

Πεζογραφία – Ποίηση Στο τεύχος αυτό δημοσιεύουν νέα, ανέκδοτα κείμενά τους, πεζογραφήματα κυρίως, μερικά ποιήματα και δοκίμια, (με αλφαβητική σειρά) οι: Γιώργος Αδαμίδης, Βασίλης Αμανατίδης, Νόρα Αναγνωστάκη (σχέδιο), Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Βαρβέρης, Άρις Γεωργίου, Μιχάλης Γκανάς, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τιτίκα Δημητρούλια, Κική Δημουλά, Ιωάννης Επαμεινώνδας, Μαρία Ευσταθιάδη, Γιάννης Ευσταθιάδης, Πάνος Θεοδωρίδης, Αλέξανδρος Ίσαρης, Κατερίνα Καριζώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Μαρία Λαϊνά, Άρης Μαραγκόπουλος, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ανθή Μαρωνίτη, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Κώστας Μαυρουδής, Δημήτρης Μίγγας, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Σοφία Νικολαϊδου, Δημήτρης Νόλλας, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Γ. Ξυδάκης, Γιάννης Πατίλης, Τίτος Πατρίκιος, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Γιαν Χένρικ Σβαν (μετ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), Σάκης Σερέφας, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Μαρία Στασινοπούλου, Έρση Σωτηροπούλου, Κάρολος Τσίζεκ, Μισέλ Φάις, Τάσος Χατζητάτσης, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Χρήστος Χρυσόπουλος.

Απουσιολόγιο Ο Κ. Ν Πλαστήρας νεκρολογεί τον πεζογράφο, δοκιμιογράφο και για πάνω από 50 χρόνια εκδότη του περιοδικού «Νέα Πορεία», Τηλέμαχο Αλαβέρα, ενώ ο Σταύρος Ζαφειρίου δημοσιεύει ένα μικρό πεζό του στη μνήμη του Γιώργου Κάτου.

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις. Γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Αλέξανδρος Αργυρίου, Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης, Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Γιώργος Συμπάρδης, Ιωάννα Λαλιώτου, Κατερίνα Καριζώνη, Παναγιώτης Γούτας, Μιχ. Γ. Μπακογιάννης και ο Γιώργος Κορδομενίδης, με τη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο».

Εικονογράφηση - Φωτογραφικό ένθετο Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν με σχέδια και ζωγραφιές τους οι: Χρήστος Αλαβέρας, Καλλιόπη Ασαργιωτάκη, Γιάννης Βαρελάς, Αλέξης Βερούκας, Μανόλης Γιανναδάκης, Περικλής Γουλάκος, Μανώλης Ζαχαριουδάκης, Ναταλία Θωμαϊδη, Απόστολος Κιλεσσόπουλος, Χάρης Κοντοσφύρης, Ξενοφών Μπήτσικας, Χρήστος Μποκόρος, Νίκος Ναυρίδης, Δημήτρης Ξόνογλου, Μαρία Τσακάλη, Αλέξης Ψυχούλης.

Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia AE, δημοσιεύεται το πορτφόλιο της Ιωάννας Ράλλη «Οι Μεγάλοι μου Φίλοι». Όπως παρατηρεί η Ζαϊρα Παπαληγούρα, «Η στάση μας [έναντι των ηλικιωμένων] είναι συχνά αντιφατική, καθώς ταυτόχρονα τους βλέπουμε ως σοφούς αλλά και ξεμωραμένους, καλοσυνάτους αλλά και γκρινιάρηδες. […] Τους προσπερνούμε σαν να μην υπάρχουν, προτιμούμε να αρνιόμαστε την πραγματικότητα και εφευρίσκουμε τρόπους να γαντζωνόμαστε με αγωνία στη νεότητα. [...] Oι φωτογραφίες της Ιωάννας Ράλλη μας λένε [...] ότι τά γηρατειά δεν σημαίνουν μόνο μοναξιά, πλήξη, θλίψη, ανημποριά αλλά και χαρά, συντροφικότητα, έκπληξη, σοφία, σωφροσύνη, περιέργεια, ελευθερία.»

6.10.07

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ: «ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΓΚΑΛΙΑΣΩ ΚΑΠΟΙΟΝ», του Νίκου Ερηνάκη

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

μια γυναίκα που έκανε έκτρωση
έναν στρατιώτη που έχασε το πόδι του
ένα μωρό εγκαταλελειμμένο από γονείς
μία γιαγιά σε φτηνό γηροκομείο

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

ένα αγόρι που κλέβει τους γονείς του
μια κοπέλα που μεγάλωσε νωρίς
έναν άντρα που χάνει την οικογένεια του
μία γυναίκα που ξέχασε να ονειρεύεται

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

ένα πρεζόνι χωρίς την επόμενη δόση του
μια πόρνη που μόλις κόλλησε aids
έναν αθώο που μπαίνει φυλακή
έναν τρελό που γεννιέται στον κόσμο αυτό


Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

που πονάει περισσότερο από μένα,
δεν θα τον σώσω, δεν μπορώ
δεν υπήρξα ποτέ άγγελος,
ίσως ούτε καν καλός άνθρωπος

Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε

που με θάρρος δακρύζει
κυνηγάει τον πόνο, τον αγγίζει
να κολυμπήσουμε σε όνειρα
και να χορέψουμε σε στάχτες


Θέλω να αγκαλιάσω κάποιον,
οποιονδήποτε..

Νίκος Ερηνάκης

[αναδημοσίευση από το τεύχος 77 του περιοδικού «Εντευκτήριο», Ιούνιος 2007, αφιέρωμα «14 νέες φωνές»]

Ο Νίκος Ερηνάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι δευτεροετής φοιτητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.