3.5.13

Λευτέρης Βογιατζής: Το ύστατο... σήμερα

Το ύστατο... σήμερα

πηγή: www.tanea.gr

της Ρούλας Γεωργακοπούλου



Εχασε στα 68 του χρόνια τη μάχη με τον καρκίνο 

ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης


Οι φίλοι του έχασαν τον δικό τους άνθρωπο, το ελληνικό θέατρο έχασε το πιο χαρισματικό τέκνο του και η Αθήνα έχασε ένα από τα ελάχιστα σημεία αναφοράς που της είχαν απομείνει: το  πραγματικό σπίτι του Λευτέρη Βογιατζή, το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, σε μια στενωπό της Κυψέλης, εκεί όπου στέγασε τις ανησυχίες του και την ψυχή του. Τις τελευταίες ώρες της ζωής του εξέφρασε την επιθυμία αμέσως μετά τον θάνατό του η σορός του να μεταφερθεί στο θέατρό του και να παραμείνει εκεί για λίγο. Ζήτησε επίσης, μετά την κηδεία, ο τελικός αποχαιρετισμός του να γίνει στον ίδιο χώρο. Η συγκυρία που ζει η χώρα κάνει την απώλεια ακόμη πιο βαριά και περιορίζει τους «επικήδειους» στα απολύτως απαραίτητα. Ο Λευτέρης Βογιατζής άλλωστε, μέσα στη μοναχικότητά του, δεν ήταν άφαντος από τα εγκόσμια. Μπορούσες να τον δεις παντού όπου είχε νόημα να βρίσκεται κανείς. Στο σινεμά, σε ένα βιβλιοπωλείο, στο θέατρο κυρίως, να παρακολουθεί παραστάσεις και να μιλάει σε όποιον άγνωστο του απευθυνόταν, με μια οικειότητα και ένα φευγάτο χιούμορ που μόνο οι ευγενείς και οι δημοκράτες διαθέτουν σε μεγάλη επάρκεια. Ενας αριστοκράτης της δημοκρατίας, αυτό ήταν, στο μυαλό μου τουλάχιστον, ο Λευτέρης Βογιατζής κι ας μην ήμουν από τους τυχερούς που τον γνώρισαν καλά από κοντά. Διατηρώ ωστόσο μια ευχάριστη ανάμνηση από τα πηγαδάκια που κάναμε κάθε καλοκαίρι στο χαλίκι της Πειραιώς 260, μετά τις παραστάσεις του Ελληνικού Φεστιβάλ, καθώς και την τελευταία του «παραγγελία» λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του από το δωμάτιο του Υγεία όπου νοσηλευόταν. Προσπαθούσαμε να κλείσουμε ένα βολικό γι' αυτόν ραντεβού, μια συνέντευξη για τη νέα σεζόν του «Θερμοκηπίου» και τα καλοκαιρινά σχέδιά του για τον Οιδίποδα. Τι θέλετε να κάνουμε, του έλεγα, θα κάνουμε ό,τι μου πείτε. «Τι να θέλω; Ξέρεις τι θέλω εγώ τώρα; Ενα ψητό με πατάτες φούρνου». Ο ασθενής που πεινάει δεν πεθαίνει, λένε οι γιατροί, αλλά μήπως κι αυτοί τα ξέρουν όλα;
Πιτσιρίκια ακόμη με στρατιωτικά σακίδια, πέδιλα Μοναστηρακίου και τα πανό της μεταπολίτευσης να μας μπαζώνουν τον εγκέφαλο, τον είχαμε πάρει στο κατόπι παντού όπου παιζόταν η «Λυσιστράτη» του Σπύρου Ευαγγελάτου με άνδρες πρωταγωνιστές: Ηρώδειο, ταράτσα του «Αννα-Μαρία Καλουτά», δύο και τρεις φορές την εβδομάδα. Φορούσε ένα ψάθινο καπελάκι στολισμένο με φρούτα και όρκιζε τις Αθηναίες του Πελοποννησιακού Πολέμου σε ερωτική αποχή με τα λόγια του Αριστοφάνη μεταφρασμένα με τον τρόπο του Κώστα Ταχτσή: «Σε κανέναν αρσενικό, ούτ' εραστή ούτε στον άντρα μου δεν θα επιτρέψω να μου τον βάλει. Θα κάθομαι μέσα στο σπίτι αβάτευτη αλλά βαμμένη και ξεβράκωτη για να με βλέπει και ν' ανάβει από λαγνεία». Εγινε ποτέ ειρήνη από τέτοιου είδους απεργία; Η Λυσιστράτη του Βογιατζή πάντως τα έκανε όλα να φαίνονται εφικτά.

ΣΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΘΕΑΤΡΟ. Και ύστερα ήρθε η συμμετοχή του στο Ελεύθερο Θέατρο, εκεί πάνω στο τυχερό σανίδι του Αλσους Παγκρατίου όπου δοκιμάστηκε στους κώδικες της αθηναϊκής επιθεώρησης. Για μας, τα πρωτάκια του θεατρίζεσθαι ήταν σαν να βλέπαμε τον Αλέκο Λειβαδίτη σε rewind, σαν να βλέπαμε όλα αυτά που θα έπρεπε να ξέρουμε, αν η θνησιγενής τέχνη του θεάτρου γινόταν ποτέ να αποθησαυριστεί, να μπει στη συλλογική εμπειρία, να μην ξεκινάμε κάθε φορά από το μηδέν. Προσπαθώ να τον θυμηθώ να τραγουδάει από την ίδια παράσταση το «Yellow thlipsis», ένα συνταρακτικό σόλο για την τέχνη του θεάτρου, και η μνήμη μου σκοντάφτει στο ρεφρέν: «Και πήρα το τρενάκι, το μαύρο τρένο πήρα που βγάζει στη σκηνή, για πολικό αστέρα είχα τον προβολέα...». Και μετά τι;   
Μετά ήρθε η «Σπασμένη στάμνα» του Κλάιστ, με τον ίδιο και τον Βασίλη Παπαβασιλείου, και τότε φάνηκε ότι τα πράγματα άρχιζαν να σοβαρεύουν για μας. Τι είναι το θέατρο; Κέφι; Ατέλειωτο πανηγύρι; Αισθητικό ντελίριο συναισθημάτων και ιδεών ή κάτι πιο βαθύ που απαιτεί μαθητεία γιατί αν δεν μαθητεύσεις δεν έζησες ποτέ, ούτε μαζί με τους άλλους ούτε κατά μόνας; Τη «Σάρα» με την Ελλη Λαμπέτη δεν την είδα γιατί δεν ήθελα να δω τη Λαμπέτη στα τελευταία της. Τον ακολούθησα όμως σε όλα όσα ανέβασε στο θεατράκι της Οδού Κυκλάδων χωρίς ποτέ να βαρυγκωμήσω για τα θρυλικά στησίματά του και τη μέχρι τελευταίας πνοής πρόβα που επέβαλλε στους ηθοποιούς του, με αποτέλεσμα οι παραστάσεις να αρχίζουν την ώρα που κανονικά έπρεπε να τελειώνουν. Θυμάμαι τους «Αγροίκους» του Γκολντόνι και τις συζητήσεις της παρέας για το ποια στιγμή ήταν η πιο ξεκαρδιστική. Το «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Γκριμπογιέντοφ με τον Δημήτρη Καταλειφό να δίνει τα σκηνικά διαπιστευτήριά του. Τον «Κατζούρμπο» του Χορτάτζη με έναν εκτυφλωτικά νεανικό θίασο. Το «Σε φιλώ στη μούρη» και το «Bella Venezia» του Διαλεγμένου, το «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Δημήτρη Κεχαΐδη - Λένας Χαβιαρά και το «Σε σας που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, με τα οποία διέρρηξε τον πυρήνα του νέου ελληνικού έργου αναδεικνύοντας το υπαρξιακό φορτίο του.
Η εργογραφία του είναι πολύ μεγάλη. Προσωπικά διαλέγω τον τρόπο με τον οποίο διείσδυσε στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ και από τη μελαγχολία έβγαλε το ζουμί της, δηλαδή τον αυτοσαρκασμό και τον θυμό του ξεζουμισμένου ανθρώπου. Μα πιο πολύ τον αγάπησα για τη συνηγορία του στον παρεξηγημένο «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου. Εκεί ήταν που κατάλαβα στην (θεατρική) πράξη ότι ο Μολιέρος δεν είναι μόνο για να γελάς, αλλά και για να μένεις άναυδος από τη μη πολιτικά ορθή ματιά του μεγάλου κλασικιστή.  
Είναι τέτοια αυτή η στιγμή που επικρατούν στη μνήμη μου παραστάσεις του όπως «Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ, με τον μπαρμπέρη του Πειραιά να μαθαίνει για την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου στη Σικελία, ή η «Ημερη» του Ντοστογιέφσκι με τον ίδιο σε ένα συνταρακτικό σόλο που εφάμιλλό του δεν έχω ξαναδεί στο θέατρο, με εξαίρεση την «Ελένη» του Ρίτσου από τον Βασίλη Παπαβασιλείου.

Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ. Τελειώνει ο χώρος και δεν προλαβαίνουμε να πούμε ούτε τα βασικά. Το χιούμορ του πάνω απ' όλα. Τη συμμετοχή του στο νέο ελληνικό σινεμά με το «Μελόδραμα» και με τα «Οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου. Την πρώτη παράσταση έργου της Σάρας Κέιν στην Ελλάδα. Τον Μπέρνχαρτ και τη δουλειά του πάνω στο αρχαίο δράμα με το εργαστήρι για νέους ηθοποιούς. Το κύκνειον άσμα του με το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ και τους άλλους Πίντερ του. Τον «Τόκο» του Δημητριάδη, τη συμμετοχή του στα Επιδαύρια με τον περσινό  «Αμφιτρύωνα», την «Αντιγόνη» με την Αμαλία Μουτούση το 2006 ή, ακόμη παλαιότερα, με τους «Πέρσες». Μια παράσταση για την οποία το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) τον βράβευσε με διαγραφή επειδή παραβίαζε τα ωράρια των ηθοποιών. Η πατρίς ευγνωμονούσα...


Η Ανθούλα

πηγή: kostasoutsider.com

Image



Στην γειτονιά μου, ο Θεός να την κάνει γειτονιά δηλαδή αφού κανένας δεν καλημερίζει κανέναν, υπάρχει ένα πλάσμα ονόματι Ανθούλα που τριγυρνάει όλη μέρα στο δρόμο σαν εργατική μέλισσα και παρακαλεί με τον δικό της μοναδικό τρόπο, χαρίζοντας ανοιχτά χαμόγελα  και σκουντώντας σε ευγενικά, να της αγοράσεις ότι κρατάει στα χέρια της. Στο φούρνο πας η Ανθούλα είναι εκεί, στο σούπερ εκεί πάλι, και όταν έχει τις δικές της προμήθειες ευτυχίας, μπισκότα, τυρόπιτες, ξηρούς καρπούς, κάθεται τρισευτυχισμένη σε ένα παγκάκι επιδεικνύοντας με περηφάνια στους περαστικούς τα καλά που έχει να φάει. “Ε ε ε” σου φωνάζει και υψώνει τα χέρια της για να σου δείξει τι κρατά. “Μπράβο Ανθούλα” αρκεί να της πεις και θα αρχίζει να σου γελά και να σου κουνά το κεφάλι της χαρωπά, προσκαλώντας σε κοντά της, και φωνάζοντας σου “έλα έλα” ή για να δεις και να θαυμάσεις καλύτερα τα υπάρχοντά της ή για να σε κεράσει.
Η Ανθούλα είναι η προσωποποίηση της χαράς, χαρίζει χαμόγελα σε όλους και απαντά πάντα σε ότι την ρωτήσεις φτάνει να μην της αναφέρεις τη λέξη σπίτι. Μην τολμήσεις να της προτείνεις να πάει σπίτι της γιατί αρχίζει και γκαρίζει σα να τη σκότωνες. Βλέποντας την Ανθούλα με τα άφρο μαλλιά της, ντυμένη με ζακετάκια και φούστες και με μάτια λαμπερά σα μικρού παιδιού, σκέφτομαι πόσο τυχερή είναι που δεν την έχουν κλείσει σε κανένα ίδρυμα γιατί νομίζω εκεί θα μαράζωνε και θα χειροτέρευε η κατάσταση της. Αλλά δεν ήθελα να γράψω για αυτό, απλώς το αναφέρω, κάτι σαν πικρή διαπίστωση. Νομίζω η Ανθούλα είναι το πιο ευτυχισμένο άτομο που έχω δει τα τελευταία χρόνια και πραγματικά χαίρομαι για αυτή.
Η Ανθούλα λοιπόν με όσο μυαλό διαθέτει και μια στοιχειώδη αντίληψη, ξέρει πολύ καλά και μετά βεβαιότητας, ότι οι τοίχοι είναι πολύ κακά πράγματα. Αποφεύγει τους τοίχους όπως ο Διάολος το λιβάνι. Αυτό ήταν που με έκανε να την παρακολουθώ και να δω πως συμπεριφέρεται, η εμμονή της να βρίσκεται σε ανοιχτό χώρο και να χαρίζει χαμόγελα. Από αυτήν την άποψη θα έλεγα μάλλον πως η Ανθούλα είναι πολύ περισσότερο συνειδητοποιημένη από όλους εμάς, που αντίθετα, προτιμούμε την αρρωστημένη ασφάλεια των δικών μας τοίχων, κυριολεκτικά και μη…
Τοίχος, τοίχοι, απομόνωση, αποξένωση, παραγωγή φόβων και καθαρής τρέλας, και δεν είναι αναγκαίο να είναι υλικοί αυτοί οι τοίχοι, ξέρουμε πολύ καλά να “κλεινόμαστε” σε τοίχους ακόμα και όταν είμαστε μαζί με άλλους 500 παρέα. Και δεν βγάζω τον εαυτό μου απέξω… “Όχι!!!” μου απαντά η Ανθούλα και σκοτεινιάζει αίφνης το βλέμμα της, σχεδόν σα να με μισεί που της προτείνω να πάει σπίτι της, και αυτό το όχι είναι μέσα από την καρδιά της, είναι ένα όχι – ένστικτο, ένα όχι επιβίωσης, ένα όχι τελεσίδικο που δε χωρά αντιρρήσεις. Εμείς πόσο δυνατά λέμε τό όχι, όταν το ξεστομίζουμε τουλάχιστον;
Η Ανθούλα, είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που ξέρει τι θέλει και έχει ιεραρχήσει σοφά τις ανάγκες της. Ελευθερία, νόστιμα πραγματάκια να μασουλάει και να επικοινωνεί όπως μπορεί με το περιβάλλον της, εμάς δηλαδή. Εμείς που τα έχουμε 400 είμαστε άραγε τόσο σοφοί για να βάλουμε μια τάξη στις προτεραιότητες μας; Ξέρω, θα μου πεις ότι υπεραπλουστεύω τα θέματα, αλλά ρε φίλε σε όλα τα δύσκολα προβλήματα οι λύσεις είναι σχεδόν πάντα παιδικές, απλουστευμένες.
Αγαπώ Ανθούλα και αισθάνομαι τυχερός που μένει κοντά μου και τη βλέπω καθημερινά, με κάνει πάντα πιο ήρεμο και χαμογελαστό και έχω πάντα μια σκανδαλιάρική διάθεση να την πειράξω. Ξέρω που να σταματήσω, αρκεί να σκάσω στα γέλια για να της δώσω να καταλάβει ότι δεν σοβαρολογώ αλλά παίζω.
Για να είμαι δίκαιος τώρα όσο αφορά την όλη αλήθεια θα αναφέρω και τα σκοτεινά σημεία που αφορούν την Ανθούλα. Φήμες, φήμες, φήμες, οι φήμες πάντα με φόβιζαν γιατί δεν μπορούσα ποτέ να τις δω με σάρκα και οστά, απλά η τερατώδης τους μορφή είναι πολύ πιο ζωντανή στη φαντασία μου μέσα από φλύαρα και κουτσομπόλικα στόματα που γεννήθηκαν για να τις αμολάνε. Υπάρχουν φήμες λοιπόν πως η Ανθούλα κάποτε κάποτε ή και συχνά για ορισμένους, πέφτει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από αρρωστάκια, πραγματικά αρρωστάκια όμως. Και δεν θα είχα δώσει βάση σε αυτό αν δεν είχα κάνει ένα λάθος, να αρχίσω να έχω μια πιο ανθρώπινη επαφή με την Ανθούλα. Μη φανταστείς, κανένα επιδοκιμαστικό χτυπηματάκι στη πλάτη ή στον ώμο, τίποτα άλλο. Η Ανθούλα αμέσως άρχισε να με νιώθει πιο κοντά της προφανώς και μια μέρα αφού πέρασε από δίπλα μου σκουντώντας με ελαφρά και κοιτώντας με στα μάτια, πήγε λίγο πιο πέρα και μη παίρνοντας τα μάτια της από πάνω μου κάθισε να κατουρήσει στο πεζοδρόμιο. Κατάλαβα τι “παίζει” αμέσως και δεν σοκαρίστηκα, απλά απέσυρα τη ματιά μου και γύρισα την πλάτη για να της δώσω αρνητικό σήμα σε ότι και αν έιχε στο αγαθό της μυαλό.
Ότι και να έχει συμβεί, ότι και να συμβαίνει, η Ανθούλα δεν έχει καμία συναίσθηση περί τέτοιων θεμάτων, είναι σαν ένα μεγάλο μωρό που θέλει να είναι αρεστό σε όλους. Από την άλλη αυτές οι σκέψεις είναι απλές εικασίες και αυτό με αποτρέπει από το να απευθυνθώ σε κάποια οργάνωση ή κάποιον ειδικό. Γιατί αν κάνω λάθος τότε η Ανθούλα θα χάσει όλα όσα αγαπάει και τη γεμίζουν χαρά. Με πιάνεις; Θα την κλείσουν ίσως σε αυτό που πραγματικά μισεί, σε τοίχους…
Η Ανθούλα, που όταν δεν μασουλά κρατά πάντα ένα λουλούδι να το προσφέρει κάπου χαμογελώντας πρόσχαρα, η Ανθούλα, που πάντα έχει υπό μάλης μια γυναικεία τσάντα που τη σφίγγει όλο περηφάνια, η Ανθούλα, ο μόνος αληθινός άνθρωπος που μένεί στην γειτονιά μου, η Ανθούλα, ευλογημένη να είναι. Η Ανθούλα, που σου εκφράζει τη χαρά της απροκάλυπτα με μάτια και στόματα που γελάνε και ελευθερώνοντας στον αέρα δεκάδες λαρυγγισμούς αγνής ευχαρίστησης. Μήπως να γινόμαστε όλοι λίγο περισσότερο Ανθούλες μήπως και ανθίσουμε στο τέλος; Μήπως αφού γουστάρουμε τους τοίχους να πάμε εμείς οικειοθελώς σε κάποιο ίδρυμα; Μήπως ο πραγματικά αγγελικά φτιαγμένος κόσμος οφείλει να διαθέτει και μπόλικη παιδική αφέλεια; Μήπως ρε παιδιά να χαλαρώσουμε λίγο, πολύ σφικτοκώληδες δεν έχουμε γίνει;
Αν έχεις λίγο από Ανθούλα μέσα σου γράψε μου μια γραμμή, ψάχνω συνοδοιπόρους στην παιδική τρέλα.

Πέθανε ο Λευτέρης Βογιατζής


Magnify Image

πηγή: www.lifo.gr

Ήταν 68 χρονών / Διαβάστε την συνέντευξη στην οποία αφηγήθηκε τη ζωή του, πέρσι 

Την τελευταία του πνοή άφησε το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης ο γνωστός σκηνοθέτης και ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο.   
Την είδηση του θανάτου του επιβεβαώνει το νοσοκομείο Υγεία όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα, ενώ για το θανάτό του αναμένεται να εκδοθεί και σχετική ανακοίνωση.   
Το τελευταίο διάστημα ο Λευτέρης Βογιατζής ήταν πολύ καλύτερα και μάλιστα ετοίμαζε τη νέα του παράσταση. Θα ανέβαζε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον «Οιδίποδα Τύραννο» και όλοι περίμεναν πως θα ήταν το θεατρικό γεγονός του καλοκαιριού.   
Ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Φώτης Κουβέλης στη σχετική ανακοίνωση που εξώδεσε εκφράζει τα συλληπητήριά του για το χαμό του μεγάλου σκηνοθέτη .«Ενας σπουδαίος θεατράνθρωπος, ο Λευτέρης Βογιατζής, έφυγε σήμερα από κοντά μας. Ο Λευτέρης υπήρξε ένας πολυτάλαντος εργάτης του Θεάτρου, με ήθος, τόλμη και ασίγαστη ανησυχία.Υπηρέτησε το Θέατρο με ιδεώδη, την Τέχνη χωρίς σύνορα, χωρίς ταμπού, χωρίς στρατεύσεις και λαϊκισμό. Στην οικογένειά του τα θερμά μου συλλυπητήρια»      

 Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ ΣΤΗ LIFO, 21/3/2012   
Γεννήθηκα στην Καλλιθέα, όπου έμεινα μέχρι την Ε’ Δημοτικού. Δεν πολυέβγαινα απ’ το σπίτι. Αν πήγαινα δυο τετράγωνα παρακάτω, νόμιζα ότι πήγαινα δεν ξέρω κι εγώ πού. Κινδύνευα πολλές φορές να μη βρω το σπίτι μου, ενώ ήμουνα στον ίδιο δρόμο. Έχω κάτι περίεργες αναμνήσεις από αυτό το μέρος. Ανέβαινα σ’ ένα βουναλάκι, πίσω από το Πάντειο, και, κοιτώντας κάτω, νόμιζα ότι ήμουν σε μια μεγάλη κορυφή βουνού. Πριν από μερικά χρόνια, που είδα αυτή την ανηφορίτσα, μου φάνηκε ένα τίποτα. Έμενε εκεί η δασκάλα μουσικής του αδερφού μου - όχι δική μου, δυστυχώς. Εγώ ήμουν πολύ δειλός. Αν είχα αρχίσει μαθήματα μουσικής σε εκείνη την ηλικία, θα είχα σωθεί. Δεν θα είχα όλα αυτά τα προβλήματα αργότερα. Πολύ μυστήρια φύση είμαι. Μικρός τραγούδαγα τα πάντα. Επειδή ο αδερφός μου ασχολιόταν με την όπερα, ήξερα ατελείωτα κομμάτια απέξω. Μετά έπαψα.   

Επιφανειακά ήμουν ένα παιδί με αρχές, φόβους και ανατροφή. Αλλά διαφορετικό από κάτω. Όταν το κατάλαβα, ήταν λίγο αργά, αφού αυτή η ανατροφή είχε επικρατήσει. Η ανατροφή οριζόταν στα αγόρια ως ένα είδος συνετής συμπεριφοράς, καλών βαθμών στο σχολείο, να μην αργείς πάρα πολύ το βράδυ. Όλα αυτά τα έκανα χωρίς ν’ αναρωτιέμαι, αυτόματα, με αποτέλεσμα στην τελευταία τάξη του γυμνασίου από πρώτος μαθητής να γίνω τελευταίος. Απότομα. Σκέψου πόσο έντονα το ζούσα αυτό, ώστε να πάρω αυτή την απόφαση: να κάνω σκασιαρχεία, να μπλέξω με παρέες, ξενύχτια και τέτοια. Ένα απότομο ξέσπασμα. Τότε μπήκε σε σειρά ακόμα και αυτή η ώρα του ύπνου, που είναι πρωινή.   Παρόλη την επαναστατική διάθεση της δεκαετίας του ’60, εγώ χαρακτηριζόμουν από έναν συγκρατημό. Η πλευρά της «ανατροφής» επικρατούσε στο βάθος. Δεν έδινα διέξοδο σε πράγματα πολύ τολμηρά. Γι’ αυτό και τώρα αντιλαμβάνομαι τα πολύ τολμηρά πράγματα κάθετα. Έχει ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεις επιφανειακά την αίσθηση του κινδύνου. Τώρα την ξέρω την αίσθηση του κινδύνου από τη δουλειά μου. Παρόλο που επικράτησε η πλευρά του καλού παιδιού στη δουλειά, πρέπει συνεχώς να επαληθεύω ότι κινδυνεύω. Αλλιώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Είναι πολύ περίεργοι οι τρόποι που βρίσκει κανείς, ώστε να εφευρίσκει πράγματα και να τα συνθέτει. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έφτασα στη δουλειά που κάνω. Δεν ήταν κάτι που επιδίωκα φανερά. Αν το ήξερα πως αυτό ήθελα να κάνω, θα με χάλαγε. Οτιδήποτε, αν το ήξερα από πριν, με χάλαγε. Έπρεπε να πηγαίνω κάπου επειδή κάτι με οδηγεί. Πρώτη φορά έπαιξα μετά τον στρατό. Δεν ήταν κάτι που ήθελα. Με σπρώξανε. Ίσως φοβόμουνα την απόρριψη και την αποτυχία   Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν στο Ανοιχτό Θέατρο, που ήταν τότε εκεί που βρίσκεται τώρα το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Ήταν η κατά Γιώργο Μιχαηλίδη ιστορία του Βόιτσεκ, που ονομαζόταν Τα οράματα του Μπίχνερ». Μετά δούλεψα με το Αμφιθέατρο, ενώ ήταν να πάω στο Τέχνης. Λάτρευα τον Κουν και με λάτρευε, αλλά δεν συνεργαστήκαμε ποτέ. Τώρα, άμα κάτσω και το σκεφτώ, μπορώ να καταλάβω γιατί το έκανα. Μετά, έμεινα στο Αμφιθέατρο, στη συνέχεια στην επιθεώρηση με τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου, μετά στη Λαμπέτη και μετά έγινε η Σκηνή. Τέλος, έγινε Η νέα Σκηνή, όπως νέα ζωή.    

Δεν είχα κανέναν λόγο να σκηνοθετήσω. Έγινε εκ των ενόντων. Είχαμε σκεφτεί κάποιον άλλον για τη Σκηνή. Μετά είπαμε, όμως, πώς θα μας σκηνοθετήσει κάποιος που δεν μας ξέρει; Κάπως έτσι έγινε κι έπεσα στα βαθιά. Αναγκάστηκα, δηλαδή, να δεχτώ κάτι που συνέβαινε. Από τότε είχα τον εαυτό μου ως ηθοποιό σε δεύτερη μοίρα, παρότι υπήρχαν στιγμές που απελευθερωνόταν ο ηθοποιός κι είχε κάποιες καλές στιγμές. Αφού βέβαια είχαν προχωρήσει οι πρόβες και η παράσταση. Αυτό έκανα ανελλιπώς μέχρι τώρα. Μόλις πρόσφατα βρήκα έναν τρόπο να χαλαρώσω και να φέρω τα πράγματα σε μια ισορροπία. Αυτό είναι άσχετο με τις επιτυχίες που είχα στο παρελθόν. Ακόμα και σήμερα δεν διατείνομαι ότι είμαι σκηνοθέτης. Δεν έχω σπουδάσει καν σκηνοθεσία. Βέβαια, βλέπουμε και τους σπουδαγμένους τι κάνουνε... Είμαι καθαρά εμπειρικός, δεν μπορώ να «μάθω» να σκηνοθετώ. Δεν μπορώ να πω ότι κάτι που έκανα σ’ ένα έργο μπορώ να το κάνω και στο επόμενο. Βρήκα ένα χαρτί μια μέρα, όπου έγραφα πώς πρέπει να γίνει μια βουβή σκηνή. Αυτό μπορούσε να οδηγήσει στη «μέθοδο Βογιατζή», πλην όμως δεν έγινε ποτέ.   

Έχω τεράστια ανάγκη την επαλήθευση για να προχωρήσω. Μην το εκλάβεις ως κάτι ορθολογικό. Η επαλήθευση είναι απαραίτητη τόσο στην επιστήμη όσο και στην τέχνη. Μιλάω καθαρά για την καλλιτεχνική δημιουργία. Επαληθεύεις ότι σωστά ανταποκρίνεται μέσα σου αυτό που κάνεις. Δεν μου αρέσουν οι μέθοδοι και η διδασκαλία. Δεν πιστεύω ότι μπορώ να σε μάθω κάτι. Μπορώ μόνο με πλάγιο τρόπο να δω αν εσύ σκαμπάζεις. Παλιότερα δεν το ήξερα, ήμουν πολύ επίμονος και μανιακός. Τότε, από την ανάγκη ν’ αποκτούν οι παραστάσεις μια ροή, μια αισθητική και μια υπόγεια μουσικότητα, μπορούσα να σου πω «κάνε αυτό ακριβώς».   

Μου αρέσουν περισσότερο οι πρόβες από την παράσταση. Όλη αυτή η διαδικασία της ανακάλυψης. Σε ενδιαφέρει να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, τι κάνουν οι άλλοι. Να αποκτήσεις αυτή την ευχαρίστηση που είναι μια πολύ μυστήρια έννοια, εφόσον μπορεί να τη νιώθουν και οι ατάλαντοι. Τι σημαίνει, όμως, ευχαρίστηση; Το ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Όμως όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε - και τότε ακριβώς είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αλλιώς, είμαστε ασύδοτοι.   Βεβαίως, θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο να σου πω να κάνεις αυτό ακριβώς. Στη χώρα μας και στον χώρο μας υπάρχει αυτή η υποκειμενική δυσκολία τού να ξέρεις ότι χρειάζεται να δουλέψεις. Δουλεύω σημαίνει μπαίνω σε περιοχές που δεν τις κατέχω. Βλέπω κάποιους ηθοποιούς στην τηλεόραση, που υποτίθεται ότι έχουν ταλέντο, και παραμένουν αναλλοίωτοι. Εντάξει, στην τηλεόραση δεν σου ζητάνε και τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά έτσι αρχίζεις και συνηθίζεις το να μη σου ζητάνε. Είναι όπως λέγανε παλιά για μια γνωστή ηθοποιό: «Μην κοιτάς που παίζει έτσι στην παράσταση, στις πρόβες είναι εκπληκτική. Αλλά στην παράσταση αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε αυτό που θέλει το κοινό». Δεν μπορεί να ισχύει αυτό το πράγμα. Αν αποφασίσεις να είσαι καλός, δεν μπορείς να κάνεις ύστερα εκπτώσεις.   

Δεν είμαι κανένας βαρεμένος που διατείνεται συνέχεια ότι τα πράγματα πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου. Η έννοια αυτή δεν περιέχεται στη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Για υψηλό επίπεδο και πνευματικότητα μιλά ο πάσα ένας. Έχουν χάσει το νόημά τους οι λέξεις. Ο καθένας έχει το δικό του μέτρο, το οποίο μπορεί να είναι αποδεκτό, μπορεί και όχι. Όμως κάπου υπάρχει μια περίεργη, υπόγεια αίσθηση μιας πιο αναλλοίωτης πραγματικότητας. Θα μπορούσα να τη συγκρίνω με αυτό που νιώθω για τους θεατές, όταν απογοητεύομαι από αυτούς. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι έχει μεγάλη σημασία να παίρνεις δύναμη απευθυνόμενος στον ιδανικό σου θεατή: σε αυτόν που με κατραπακιάζει μεν, όχι όμως όπως οι κριτικοί...   

Δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν. Έτσι οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια. Αποκτάς μια σιγουριά και γίνεσαι πρόχειρος. Δεν μπορείς να γράφεις ψέματα ότι σου αρέσει κάτι που στην πραγματικότητα δεν αξίζει. Για να μπορέσω να σε πείσω για κάτι που δεν αξίζει, μπαίνω στην ίδια διαδικασία που μπαίνει ένας ηθοποιός. Άμα το κάνω εκατό φορές, γίνομαι στο τέλος αυτό που παριστάνω. Έτσι, εγώ μεν πιστεύω αυτό που γράφεις, αλλά η τιμωρία σου είναι ότι γίνεσαι κακόγουστος. Αυτό είναι μέσα στην κοινωνία. Θέλαμε να σπουδάσουμε όλοι και να τι έγινε. Δεν είναι κακό αυτό, κακό είναι το να θες να γίνεις αγρότης και η μάνα σου να λέει «όχι κι αγρότης το παιδί μου!». Έμαθα ότι μια μητέρα ζήτησε ν’ αλλάξει το έργο που θα παιζόταν στο σχολείο, επειδή ο γιος της δεν είχε μεγάλο ρόλο. Αυτό πώς θα γίνει ν’ αλλάξει; Αλλάζουν οι γονείς; Προσωπικά π.χ. είχα πρόβλημα με τη μητέρα μου, δεν την άφηνα να έρθει να με δει. Μου έλεγε «στο Ηρώδειο, όμως, θα έρθω. Δεν θα με καταλάβεις σε τόσο κόσμο». «Κανείς λάθος», της απαντούσα, «εγώ έχω εθιστεί στο να ψάχνω να δω αν είσαι από κάτω ή όχι. Θα σε βρω και θα διακόψω την παράσταση». Με τον πατέρα μου δεν είχα πρόβλημα.   Η τελειομανία είναι συχνά κάτι στείρο. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή λέξη γι’ ανθρώπους που πραγματικά επιθυμούν να προχωρήσουν. Αλλά έχει όντως αρχίσει να καταντάει κάτι αρνητικό, ενώ είναι θετικότατο. Επειδή το αναφέρουν αρκετές φορές για μένα, σημασία έχει να σκέφτεσαι ποιοι είναι αυτοί που το γράφουν και γιατί. Δεν έχει σημασία να σκέφτεσαι αυτό που λένε. Αυτό είναι μια ευκολία. Παλιά με ενοχλούσαν αυτά που έγραφαν. Επειδή ήμουν πιο ανασφαλής. Τώρα δεν με νοιάζει, γιατί δεν θα με βάλει σε μια τέτοια ιστορία κάποιος που είναι τόσο μακριά από τα πράγματα.   

Μπορώ με κάποιον να προσπαθώ να συνεργαστώ για τρεις μήνες. Ε, όταν μπει ο τέταρτος, χάνεται η δυνατότητα. Έτσι γίνονται και οι πολλές παρεξηγήσεις. Αρρώστησα από αυτό το πράγμα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται να ζητάς από τον άλλον κάτι που δεν μπορεί να κάνει. Εμένα η ανάγκη μου ήταν πάντα να συνεργάζομαι με ανθρώπους που να βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, οπότε «ίδιο μήκος» σημαίνει κάτι άλλο πια. Δεν μπορώ να δουλεύω εγώ είκοσι ώρες κι εσύ δύο και να πιστεύουμε ότι είμαστε στο ίδιο μήκος. Ομαδικό σημαίνει να μπορεί να είναι ο καθένας αυτό που είναι. Δεν γίνεται με το ζόρι. Ομαδικό είναι να δέχομαι ότι εγώ δουλεύω είκοσι ώρες κι εσύ δύο. Η δουλειά είναι από τη φύση της ομαδική. Μη βλέπεις ότι είναι μοδάτο να μαζεύονται δέκα νέοι και να δουλεύουν. Από τη μεγάλη ανάγκη για ομαδικότητα έφτασα σήμερα να κάνω το αντίθετο... Ομαδικότητα είναι η αποδοχή τού τι ανήκει στον καθένα.    

Όσο περνούν τα χρόνια, θέλω η παράσταση ν’ ανεβαίνει όσο πιο σύντομα γίνεται. Ακόμα κι ανέτοιμη. Από Ελληνες θεατρικούς συγγραφείς μού αρέσουν πάντα ο Διαλεγμένος και η Λούλα. Επίσης, ο Κεχαΐδης ο συγχωρεμένος. Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες φωνές τα τελευταία χρόνια, όπως ο Μιχάλης ο Βιρβιδάκης, που θα ανεβάσω έργο του του χρόνου. Θυμάμαι πως όταν έκανα το Σε φιλώ στη μούρη του Διαλεγμένου, διάβαζα το έργο κι έλεγα ότι αυτή είναι η γλώσσα μου. Δεν το καταλάβαινα. Αυτήν τη λέξη τη χρησιμοποιώ, την ακούω, τη λέω, στο θέατρο, όμως, μου είναι κάτι άγνωστο. Ξεκίνησα τη σχέση μου με τα ελληνικά έργα, διαπιστώνοντας ότι η γλώσσα μού είναι κάτι το άγνωστο. Και δεν ήταν λάθος, γιατί αν τη θεωρούσα γνωστή, θα έβγαινε κάτι πολύ κοινότοπο.   Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει. Παρόλο που μου αρέσει πάρα πολύ η Ζυρίχη. Έχει απίστευτα πράγματα αυτή η χώρα. Αθέατες οντότητες κρατούν κάτι. Γιατί οι γνωστές είναι καταβαραθρωτικές. Έχουν επικρατήσει ένας ζαμανφουτισμός και η καλλιέργεια αυτού του εγωιστικού και συμφεροντολογικού αισθήματος που δημιουργεί άλυτες καταστάσεις. Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες;     

Η συνέντευξη δόθηκε στον Σταύρο Δισοκουρίδη

2.5.13

πηγή: www.naftemporiki.gr


Απόπειρα επίθεσης σε βάρος του από τον βουλευτή της Χρυσής Αυγής, Γιώργο Γερμενή, κατήγγειλε ο δήμαρχος Αθηναίων, Γιώργος Καμίνης, μετά από τη ματαίωση της διανομής τροφίμων για Έλληνες στο Σύνταγμα.
«Η δημοκρατία θα νικήσει. Η λογική της ωμής βίας την οποία την είδαμε να εκδηλώνεται διπλά σήμερα και με το επεισόδιο δυστυχώς με βουλευτή εκλεγμένο από το λαό δεν πρόκειται να περάσει», διεμήνυσε ο κ. Καμίνης, σε δηλώσεις του μετά από το περιστατικό.
Αναφερόμενος στα πρωινά επεισόδια στο Σύνταγμα, δήλωσε ότι «η πλατεία Συντάγματος έχει μια μεγάλη συμβολή αξία για τη δημοκρατία. Το είχα δηλώσει ότι δεν πρόκειται να επιτρέψω διανομή αγαθών, σύσσιτια κ.λπ.».
Μιλώντας νωρίτερα στη ΝΕΤ για την επίθεση που δέχτηκε, ο κ. Καμίνης εξήγησε ότι ο βουλευτής «μπήκε λάθρα στο φρουραρχείο», όπου γινόταν διανομή αγαθών από τον δήμο Αθηναίων σε απόρους, και προσπάθησε να τον χτυπήσει.
Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ο βουλευτής δεν τα κατάφερε και χτύπησε ένα 12χρονο κοριτσάκι.
Μαρτυρίες αναφέρουν επίσης ότι ο επιτιθέμενος έφερε όπλο και προσπάθησε μάλιστα να το βγάλει, ενώ τον κρατούσε η ασφάλεια του δημάρχου.
YOUTUBE/NAFTEMPORIKIGR
Μαρτυρία για την επίθεση στον Γ. Καμίνη
«Οι άνθρωποι αυτοί το μόνο που ξέρουν είναι η γλώσσα της βίας», τόνισε ο κ. Καμίνης και επανέλαβε ότι «η γλώσσα του τσαμπουκά δεν περνάει».
Υπενθυμίζεται ότι το πρωί δεν επετράπη το προγραμματισμένο συσσίτιο της Χρυσής Αυγής στο Σύνταγμα παρά τις προσπάθειες του κόμματος που εμποδίστηκαν από την αστυνομία, η οποία προχώρησε και σε περιορισμένη χρήση χημικών.
«Η πόλη είναι όρθια. Υπάρχει δημοτική αρχή που αποφασίζει πώς θα διαθέτει τον κάθε χώρο», ανέφερε ο κ. Καμίνης και έκανε εκ νέου λόγο για «σόου» και «θέατρο» από μέρους της Χρυσής Αυγής.
«Όταν κάνεις φιλανθρωπία δεν το διατυμπανίζεις. Προς τι το σόου; Προς τι ο φαρισαϊσμός; H πείνα έχει διαβατήριο; Έχει εθνικότητα;», διερωτήθηκε, σχολιάζοντας τη διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή μόνο σε Έλληνες.
Ένταση το πρωί στο Σύνταγμα
YOUTUBE/NAFTEMPORIKIGR
Ένταση στο Σύνταγμα για το συσσίτιο της Χρυσής Αυγής
Η ένταση ξεκίνησε το πρωί όταν μέλη της Χρυσής Αυγής επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν το συσσίτιο που είχαν προγραμματίσει για σήμερα, παρά την προειδοποίηση του δημάρχου Αθηναίων ότι θα έκανε ό,τι επιβάλλεται για να μην γίνει αυτό.
Διμοιρίες των ΜΑΤ εμπόδισαν φορτηγό με τρόφιμα να προσεγγίσει στο σημείο και περίπου 40 μέλη της Χρυσής Αυγής επιχείρησαν να απωθήσουν τους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση, ενώ έκλεισαν οι λεωφόροι Αμαλίας και Βασ. Σοφίας.
Δεν υπήρξαν προσαγωγές ή συλλήψεις, ωστόσο σχηματίζεται δικογραφία η οποία αφορά σε προπηλακισμούς, εξίβρυση και άλλα αδικήματα από πλευράς των μελών της Χρυσής Αυγής, όταν επενέβησαν οι αστυνομικές δυνάμεις.
Η κατάσταση ομαλοποιήθηκε λίγο μετά τις 8 και οι δρόμοι άνοιξαν. Τα μέλη της Χρυσής Αυγής αποχώρησαν από το Σύνταγμα και μετέβησαν στα παλιά γραφεία τους στην οδό Δηλιγιάννη, όπου και γίνεται από τις 10 το πρωί η διανομή των τροφίμων.
Έντονη ήταν η αντίδραση της Χρυσής Αυγής, η οποία τόνισε ότι «το παράνομο και ανθελληνικό κράτος του Σαμαρά, του Καμίνη και των λαθρομεταναστών χτύπησε με χημικά, απόρους και πολυτέκνους».
«Το παράνομο κράτος των υπαλλήλων των τοκογλύφων έδειξε για μία ακόμη φορά το ανθελληνικό του πρόσωπο. Οι υπεύθυνοι για τις σημερινές αθλιότητες θα λογοδοτήσουν, όσο ψηλά και αν βρίσκονται», υποστήριξε στην ίδια ανακοίνωση.
Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως: Ούτε ελληνικό, ούτε χριστιανικό
Αυτό που κάνει η Χρυσή Αυγή δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε χριστιανικό, παρατήρησε ο μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος.
Ο ανθρωπισμός αφαιρεί δικαίωμα αποκλεισμού, δήλωσε στον Αlpha 989 ο μητροπολίτης, σχολιάζοντας το γεγονός ότι η διανομή τροφίμων της Χρυσής Αυγής απευθύνεται μόνο σε Έλληνες και την κάλεσε να μην προκαλεί άλλο την ελληνική κοινωνία. 

Το σκληρόκαρδο Πάσχα

του Γιάννη Κοτσιφού

πηγή: www.parallaximag.gr




Ως παιδί αφομοίωσα τη μυθολογία του Πάσχα μαζί με όλη την αντιφατική συμπεριφορά της αστικής οικογένειας που διατήρησε με τη θρησκεία και την Εκκλησία σχέσεις συμβατικές. Κληρονόμησε μια συνήθεια πίστης δοκιμασμένη από την κατοχική βιωμένη ανάμνηση της αδικίας, την βούτηξε μέσα στο πανηγυρικό κουρκούτι της χούντας κι όταν την έβγαλε από κει είχε ήδη αρχίσει να την ξεψαχνίζει η ευδαιμονική γοητεία του ’80, επιστρατεύοντας και το καταλυτικό εκείνο μείγμα που εφάρμοσε παντού σαν κόλλα γενική χρήσης: αριστερή ρητορεία, ελληνικότητα βγαλμένη από τα αδειασμένα σακούλια της γενιάς του ’30 και γερή δόση τρεντ (πριν ακόμη ο όρος επινοηθεί). Το ξωκκλήσι στο νησί ήταν ανεκτή προδιαγραφή θρησκευτικότητας, αρκεί να συνδύαζε μια γραφική γαγιά με τσεμπέρι δίπλα σε παρέα κυριών με χρυσαφιά ψηλοτάκουνα και ετοιμοπόλεμα μπικίνι κάτω από χρυσαφιά παρεό. Με οτιδήποτε από αυτά σχέση δεν είχαμε.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, έβλεπα στο σινεμά τον Ιησού του Τζεφιρέλι σε συνέχειες, στους σχολικούς εκκλησιασμούς ήμουν τακτικός και πάντα με λευκό πουκάμισο, τη Μεγάλη Πέμπτη αφήναμε την ΥΕΝΕΔ ανοιχτή να «παίζει εκκλησία», έτρωγα βαμμένα αυγά σε αλλοπρόσαλλες ώρες. Τα πρωινά, δίχως σχολείο, έκλεινα τα παντζούρια, περνούσα στο πορτάκι μιας βαριάς μεταλλικής μηχανής προβολής το φιλμ, γυρνούσα τον μικρό τροχό στο πλάι, μιάμιση στροφή και κεντράριζαν πάνω στην υπόλευκη ντουλάπα του δωματίου τα ζωγραφιστά καρέ από τα Πάθη του Χριστού. Στην εικόνα με την Ανάσταση, τα χρώματα περίσσευαν, το πρόσωπό Του όμως ήταν παράξενα ανέκφραστο, αγνώριστο σε σχέση με την εικόνα στα καρέ της Σταύρωσης, ιδίως σε κείνο που κολλούσα διαβάζοντας ξανά και ξανά τον υποτιτλισμένο σπαραγμό: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Τη νύχτα η ακατανόητη αυτή εγκατάλειψη τάραζε σαν ξεχασμένο φως τον ύπνο μου. Μα πόσο σκληρόκαρδος πατέρας ήταν αυτός που, αν και παντοδύναμος, άφηνε να πάθει ό γιος του τέτοια φρικτά πράγματα και στο τέλος να π ε θ ά ν ε ι.
Για τον κόσμο μου εκείνων των χρόνων η Ανάσταση ήταν απλώς κακότεχνο, ανώφελο εφέ. Και το πρόσωπο σε κείνο το καρέ ήταν έτσι ανέκφραστο γιατί δεν πάει να αναστηθείς δέκα φορές, αν σ’ έχουν εγκαταλείψει έτσι μία, αυτήν την εγκατάλειψη κουβαλάς για πάντα στο βλέμμα σου, γι’ αυτό και είναι έτσι παραιτημένο κι αδιάφορο. Για τον κόσμο μου εκείνων των χρόνων ο θάνατος δεν άγγιζε τη σάρκα, ήταν αδιάφορη λοιπόν η ανάσταση. Τα πάθη όμως, το αγκάθινο στεφάνι, τα καρφιά, την άγγιζαν και την έγδερναν και τη μάτωναν, και αυτό για το παιδί που ήμουν τότε ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον…
Στον προθάλαμο της εφηβείας η έννοια της θυσίας ματαίως αποπειράθηκε να εξηγήσει τα πράγματα. Αν η ανάσταση ήταν η ανταμοιβή της, γιατί στους Τρεις Συντρόφους του Ρεμάρκ η Πατρίσια Χόλμαν πεθαίνει μια για πάντα, κι ας ξεπούλησαν όλα τους τα υπάρχοντα ο Όττο Καίστερ και ο Ρόμπερτ Τέιλορ, κι ας έκαναν τόσα αφηνιασμένα χιλιόμετρα μέσα στη νύχτα για να φτάσουν στο σανατόριο των Άλπεων, όπου νοσηλευόταν; Ο θάνατος άγγιζε πια σάρκα, εγώ όχι. Εγώ περνούσα τα πρωινά των πασχαλινών διακοπών διαβάζοντας, ένα παιδί της πόλης εγκατελειμμένο από φίλους που σίγουρα ήταν ήδη σε κάποιο χωριό σαν εκείνα των αναγνωστικών. Ένα παιδί ανίκανο να ερμηνεύσει τις οσμές της άνοιξης, που είναι πάντα σκληρόκαρδη με τα παιδιά. Ιδίως αυτά που τα βράδια ξαγρυπνούν μήπως αναστηθεί μπροστά τους το αβέβαιο σώμα της Πατρίσιας Χόλμαν, κι ας τρέμει από τον πυρετό.
Στα επόμενα χρόνια, όταν πια η λογοτεχνία περίσσευε και τα ποιήματα γράφονταν κατά δεκάδες, κι αφού ο δυτικός Έλιοτ επαλήθευσε για τη σκληρότητα του Απρίλη όσα η ορθόδοξη ανατολή αποτύπωνε σ’ ένα ανέκφραστο αναστημένο πρόσωπο που παραδόξως γεννά ανείπωτη χαρά το πρόκριμα της εγκατάλειψης στον τρόπο που αντιλαμβανόμουν το Πάσχα δέθηκε οριστικά με το αστικό τοπίο που σταθερά με περιέβαλε. Ούτε πασχαλιές, ούτε ανοιξιάτικη βροχή. Αστικοί θρύλοι για τον Μοσκώφ να πίνει ατέλειωτα ούζα στο Μοδιάνο και να εκστομίζει τη λέξη «χαρμολύπη», αναπτυσσόμενη παραφιλολογία για μια νεορθόδοξη εναλλακτική χαρτογράφηση των επιταφίων στην πόλη -- στην ακατανόητη κούρσα θανάτου της Μεγάλης Εβδομάδας μπορούσες να ποντάρεις κάμποσο αχώνευτο ρομαντισμό, αν έβρισκες βεβαίως καμιά παρέα στα μισοάδεια στέκια για να τον παζαρέψεις… Οι φοιτητές φευγάτοι, οι ντόπιοι εξαφανισμένοι. Οι άδειοι δρόμοι μόνο ήταν μια κάποια παρηγοριά, το αυτοκίνητο κατάπινε χιλιόμετρα σε spleen περιπλάνηση με τη λυτρωτική υπερβολή που χαρακτηρίζει τους εθισμούς. Η ανάσταση φάνταζε μάταιο τερτίπι μπροστά και στον χειρότερο στίχο του Μέσκου, της Καρέλλη ή του Τρακλ.
Αν τα Χριστούγεννα είναι ένας εναπομένων (εκβιαστικός έστω τώρα) δεσμός μας με την ευδαιμονική Δύση, το Πάσχα, είναι η πιο εσωστρεφής υπόμνηση της απομονωμένης ανατολικής μας ουτοπίας. Η ελκυστική ρομαντική ρητορική του, που στην καθολική Δύση γέννησε μεγαλειώδη σκοτεινά σκηνικά για να χωρέσει, σε μας αρκούσε να αντικριστεί με την εκμαυλιστική ανοιξιάτικη πρόκληση του υπαρκτού σκηνικού μας.
Στην άκρη του εκμαυλισμού, όμως, παραμονεύει πάντα η σκληρόκαρδη εγκατάλειψη. Το παιδί που μεγάλωσε σε νοικιασμένα σπίτια πάνω στη Βασιλίσσης Όλγας, που για χρόνια αναζητούσε ανοιχτά σινεμά τα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας κι αργότερα έρημη άσφαλτο, δεν γίνεται να μπει ποτέ στον πειρασμό να δοκιμάσει την αναστάσιμη χαρά. Είναι πάντα βέβαιο ότι ο ανοιξιάτικος άνεμος του επόμενου πρωινού δεν θα ανακατεύει τα δικά του μαλλιά, δεν θα φουσκώνει το δικό του λευκό πουκάμισο.

Ο θάνατός μας δεν τους αφορά


του Χρήστου Χωμενίδη


πηγή: www.protagon.gr
photo: tanakawho@Flickr
photo: tanakawho@Flickr
Η ψευδής είδηση περί θανάτου του Λευτέρη Βογιατζή, μου θύμισε μία ακόμα πιο μακάβρια προσωπική μου εμπειρία: Πριν από δέκα σχεδόν χρόνια, ένας αδελφικός μου φίλος, μου έκανε τη μέγιστη τιμή να με καλέσει να ξεπροβοδίσουμε μαζί τον πατέρα του. Ο πατέρας του, πρόσωπο διάσημο αλλά κυρίως σημαντικό, περνούσε τις στερνές του ώρες στην εντατική ενός μεγάλου αθηναϊκού νοσοκομείου. Μπήκαμε και σταθήκαμε πλάι στο κρεβάτι του. Οι δυο μας και ο γιατρός. Δεν υπήρχε περιθώριο για κουβέντες. Κοιτούσαμε περιδεείς μία την οθόνη που κατέγραφε τους σφυγμούς να αραιώνουν αργά αλλά σταθερά, μία τον άνθρωπο που αναχωρούσε. Αίφνης λαμβάνω μήνυμα στο κινητό από έναν άλλο φίλο:

«Ο Θ. πέθανε», μου ανακοινώνει. «Δεν πέθανε!», πληκτρολογώ βιαστικά. «Πέθανε», επιμένει εκείνος. «Το λένε στις ειδήσεις».

Δεν ξέρω εάν κάποιοι νοσοκομειακοί υπάλληλοι χαρτζιλικώνονται από δημοσιογράφους για να τους ενημερώνουν πρώτους-πρώτους σχετικά με θανάτους «επωνύμων» κι ενίοτε δείχνουν υπερβάλλοντα ζήλο. Δεν με ενδιαφέρει εάν τα κανάλια και οι εφημερίδες έχουν έτοιμες νεκρολογίες ώστε να μην τρέχουν την τελευταία στιγμή. Εάν οι παρουσιαστές ειδήσεων φυλάνε στην ντουλάπα τους μαύρες γραβάτες κι έχουν προβάρει το πένθιμο ύφος που παίρνουν όποτε αναγγέλλουν κάποιο μοιραίο. Ο θάνατος εξάπτει προφανώς τους ανθρώπους, όσο σχεδόν και το σεξ. Στην εποχή της κυριαρχίας των mass και των social media, ο θάνατος όχι απλώς πουλάει, αλλά και ξεπουλιέται μαζικά. Το ζητούμενο είναι πώς εμείς θα προφυλαχθούμε, ζωντανοί ή νεκροί.

Εάν σας τύχει να πεθάνετε, κυρίες και κύριοι, κατά τρόπο βίαιο ή έστω ιδιαίτερα ασυνήθιστο, μην αμφιβάλλετε πως θα γίνετε αυτοστιγμεί είδηση. Ρεπόρτερς θα περιγράψουν με ασθμαίνοντα -γλαφυρό δήθεν- τρόπο τις τελευταίες σας στιγμές, το πού και πώς σάς βρήκε το κακό. Επιχειρηματίες της ενημέρωσης θα χρυσοπληρώσουν για να σας απαθανατίσουν -σκοπίμως χρησιμοποιώ το αντιφατικό ετούτο ρήμα- στο νεκροκρέβατο είτε στο μάρμαρο του νεκροτομείου. (Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη δισέλιδη δημοσίευση σε μεγάλη εφημερίδα φωτογραφίας του «συναρμολογημένου» πτώματος μιας νεαρής γυναίκας, που ο άντρας της την είχε κατατεμαχίσει…) Ευφάνταστοι δημοσιογράφοι θα εξυφάνουν τα πλέον τερατώδη σενάρια, ώστε το τέλος σας να φαντάζει σκοτεινό και ύποπτο και να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο στην επικαιρότητα.

Εάν αφήσετε πίσω σας κάποιο -περιορισμένο έστω- έργο, αυτοστιγμεί θα ανακηρυχθείτε σε σπουδαίο καλλιτέχνη, σε υπεραθλητή, σε αναντικατάστατο «πνευματικό άνθρωπο». Η Ελλάδα -δήθεν- θα σας θρηνεί, οι ομότεχνοί σας αλλά κυρίως το φιλόμουσο κοινό θα αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν τη μεγίστη απώλεια. Αντάμα βέβαια και τα κόμματα, τα οποία θα σπεύσουν να εκδώσουν ανακοινώσεις που θα βρίθουν από κοινοτοπίες. Τύποι που ενδεχομένως απεχθανόσασταν εν ζωή θα συρρεύσουν στην κηδεία σας, θα εκφωνήσουν λόγους και θα ποζάρουν με σκούρα γυαλιά, τα οποία θα καλύπτουν τα βουρκωμένα -υποτίθεται- μάτια τους. Στα τριήμερα πάνω, οι φυλλάδες και τα μπλογκς θα αποκαλύψουν το μεγάλο σας μυστικό, το σαράκι που σας έτρωγε και σας οδήγησε στον τάφο. Κάποιος κρυφός -μάλλον ανύπαρκτος- έρωτας… Ένα παράπονο, το οποίο ποτέ δεν εκφράσατε -διότι απλώς ποτέ δεν είχατε- από την πολιτεία… Το δε πιο εξωφρενικό θα είναι ότι οι δημόσιες μοιρολογίστρες σας, όχι απλώς θα αγνοούν μα και θα αδιαφορούν παγερά σχετικά με το έργο και με την όποια παρακαταθήκη σας. Τη δουλίτσα τους θα κάνουν απλώς, όπως τόσες και τόσες φορές…

Μπορεί κάποιος στην εποχή μας να θωρακιστεί απέναντι στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας διαπόμπευσης; Να προστατεύσει αν μη τι άλλο τους δικούς του από το να γίνουν βορά στα νύχια των εμπόρων και των περίεργων;

Νομίζω ότι μπορεί. Η αναγγελία του θανάτου δεν είναι -όπως η προαναγγελία του γάμου- υποχρεωτική. Ο χρόνος και ο τόπος της κηδείας δεν επιβάλλεται να γνωστοποιούνται με δημοσίευση στις εφημερίδες. Το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν» δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ανοιχτό γεγονός με ελεύθερη είσοδο στον καθένα.

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, οι άνθρωποι αποχαιρετούσαν τους δικούς τους σε στενούς ή και ευρύτερους κύκλους, που όμως συμμετείχαν ολόψυχα στο πένθος, έδειχναν δέος, απόλυτο αν μη τι άλλο σεβασμό. Το παλιό ήθος και έθος θα έπρεπε να επανέλθει. Παρόντες στο κατευόδιο να είναι μονάχα εκείνοι που θα έχει, ο νεκρός και οι πολύ οικείοι του, εκ των προτέρων επιλέξει. Μικρόφωνα, κάμερες, εκπρόσωποι της κοινής γνώμης να αποκλείονται αυστηρά από ναούς και κοιμητήρια. Η αποδημία να ανακοινώνεται δημόσια εκ των υστέρων, όταν δεν θα είναι πλέον δυνατόν να μετατραπεί σε θέαμα. Το αληθινό άλλωστε πένθος δεν έχει να κάνει τόσο με την έκλειψη, όσο με την έλλειψη. Με τη διαρκή απουσία.

«Ο θάνατός μας δεν μας αφορά», είχε πει ο Επίκουρος, εννοώντας πως όταν αυτός θα έρθει, εμείς θα λείπουμε. «Ο θάνατός μας δεν τους αφορά», θα συμπλήρωνε σήμερα. Μακάρι να λείπουν κι εκείνοι.

Μεγάλη Πέμπτη

του Τέλλου Φίλη

πηγή: http://saloniqueuberrealism.blogspot.gr





Των μυστικών, των κρυφών και των ανομολόγητων. Γεμάτη η Γεθσημανή από προσκυνητές, τους ίδιους που με κυνισμό πατούν delete στα chat της μοναξιάς τους.Που σε ρωτούν με αναίδεια και προστυχιά τις πιο διαφυλαγμένες σου ευαισθησίες να καταθέσεις. Που σου  υπόσχονται να κάνουν το αίμα σου κρασί  και το  ψωμί σου σώμα. 

Σαν σήμερα ήταν η ημέρα που το φέρετρο μέσα στο οποίο είχε τοποθετηθεί η σωρός του λόρδου Βύρωνα, μαζί με το κιβώτιο που περιείχε την καρδιά και τον εγκέφαλό του, μεταφέρονται στη Ζάκυνθο για να ταφούν. Ημέρα ταφής των ονειροπόλων ποιητών. Ή ημέρα της σκύλευσης των νεκρών, της διαπόμπευσης των ζωντανών, από λόμπι που αρνούνται τη φύση τους. Ημέρα που ο Αϊνστάιν παρουσιάζει στο κοινό της Νέας Υόρκης τη Θεωρία της Σχετικότητας. Η πρακτική εφαρμογή της μια  πανωλεθρία.  Και τότε τα λομπι νίκησαν. Όπως και σήμερα τα λόμπι νικούν παντού, κανένας δεν γιορτάζει την ημέρα που αποφασίζεται η εφαρμογή του 8ώρου τμηματικά, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των διαφόρων εταιριών. Να,ι σε αυτή τη χώρα έγινε. Μια χώρα ήττας. Μια ημέρα μυστικών δείπνων. Ζόμπι-Λόμπι. 

Μια ήπειρος παραχαραγμένων  σημαιών, τι να πιστέψεις, ποιοι μπήκαν πρώτοι στο ναζιστικό Βερολίνο, οι Αμερικάνοι με τον Μπενίνι, η οι Ρώσοι του Στάλιν; Στο τέλος, μόνο οι «αιμάτινες σκιές από απόσταση» θα γίνουν η αληθινή ζωή μας. Ένα τραγούδι. Μια μνήμη. Ένα στιχάκι από ποίημα. Ένα βλέμμα ξενιτεμένου φίλου. Κι ο Γολγοθάς στο φόντο. Ασημοχρυσαφο-πορτοκαλής σα χαλί της Μοιραράκη σε τηλεπώληση. Αυτή ακριβώς είναι η ζωή. Απομένει να δούμε αν έχουμε περιέργεια να ανακαλύψουμε τι είναι ο θάνατος. Ο πραγματικός. Γιατί χωρίς αυτόν Ανάσταση δεν θα 'χει. 

Μεγάλη Πέμπτη των Ευαγγελίων, καθένα και μια άποψη, σαν τρικομματική κυβέρνηση στο Όρος των Ελαιών. Και τριγύρω κοιμισμένοι μαθητές και πάνοπολοι ληστές με τα αργύρια στα χέρια. Το παιχνίδι είναι μια όπερα μπούφα.
 
Ακούς τα γέλια στα καπηλειά της Ιερουσαλήμ; 
Τ’ ακούς; 
Για σένα είναι.


Χορευτικό χάπενινγκ στη Μόσχα

c="http://www.youtube.com/embed/KgoapkOo4vg" frameborder="0" allowfullscreen>

1.5.13

Παναγιώτης Ευαγγελίδης: «Λάμπουν στο σκοτάδι»


της Αγγελικής Στελλάκη

πηγή: www.in.gr


O σκηνοθέτης Παναγιώτης Ευαγγελίδης μιλά για το βραβευμένο ντοκιμαντέρ του Λάμπουν στο σκοτάδι

  • 8
Προβλήθηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και απέσπασε το βραβείο της επιτροπής Fipresci, των ξένων κριτικών. Και όχι άδικα. Το «Λάμπουν στο Σκοτάδι» που θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Μ.Πέμπτη, αποτελεί ένα συγκινητικό πορτραίτο της ζωής δύο ομοφυλόφιλων φίλων, του Τζιμ και του Μάικλ που προσπαθούν να τα φέρουν βόλτα στην Νέα Ορλεάνη, στη μετά Κατρίνα εποχή.

Ο σκηνοθέτης, Παναγιώτης Ευαγγελίδης, μίλησε στο in.gr για τους δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας του, τη μαγευτική Νέα Ορλεάνη και το πόσο δύσκολο είναι να χτιστεί εμπιστοσύνη ανάμεσα στον δημιουργό ενός ντοκιμαντέρ και τους ανθρώπους που αυτό «παρακολουθεί».

  • Πώς προέκυψε η γνωριμία σας με τον Μάικλ και τον Τζιμ, τους δύο πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ σας;
Τον Μάικλ τον είχα γνωρίσει στην Αθήνα πριν από δώδεκα χρόνια όταν ερχόταν μια εποχή στην Ελλάδα και περνούσε κάποια διαστήματα. Είχαμε χαθεί για πάνω από δέκα χρόνια όταν μια μέρα μου έστειλε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο και τότε μου γεννήθηκε η ιδέα να κάνω κάτι με αυτόν ως θέμα. Τον Τζιμ τον γνώρισα όταν έφτασα πια στην Νέα Ορλεάνη για να αρχίσω γυρίσματα.

  • Αν και το ντοκιμαντέρ διαδραματίζεται στη Νέα Ορλεάνη –της μετά Κατρίνα εποχής- και ο Μάικλ και ο Τζιμ μιλούν γι’ αυτήν, την βλέπουμε σχεδόν ελάχιστα και τη γνωρίζουμε κυρίως μέσα από τα λόγια των δύο ανδρών. Πώς αποφασίσατε η ταινία να εκτυλίσσεται στο σπίτι, όπου περνούν σχεδόν όλο το χρόνο τους οι Μάικλ και Τζιμ και όχι στους δρόμους της πόλης;
Κατ αρχάς, ακριβώς για τον λόγο που αναφέρατε κι εσείς, ότι ο Τζιμ και ο Μάικλ περνάνε σχεδόν όλο τους τον χρόνο κλεισμένοι στο σπίτι. Κατά δεύτερο, πραγματικά είναι μια ταινία δωματίου, πράγμα που σημαίνει ότι με ενδιαφέρει πιο πολύ η εσωτερική ζωή των ηρώων και μόνο η αποσπασματική κατάδειξη μιας πόλης που κι αυτή όπως και εκείνοι είναι μια πληγωμένη πόλη που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Τα κομμάτια, η ατμόσφαιρα, το χρώμα της σαν σεγόντο στα σκαμπανεβάσματα της ψυχικής ζωής των ηρώων είναι εκείνο που με ενδιαφέρει και όχι η πραγματική πόλη της Νέας Ορλεάνης.

  • Ο Μάικλ και ο Τζιμ δεν διστάζουν να μοιραστούν εμπειρίες, αναμνήσεις, ακόμα και τη σωματική τους φθορά μπροστά στην κάμερα. Πώς αναπτύσσεται η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αυτόν που γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ και σε αυτόν που είναι το θέμα του;
Αυτό είναι γενικότερα το μυστήριο των ανθρώπινων σχέσεων και η γοητεία τους. Ένα ντοκιμαντέρ σαν αυτά που κάνω εγώ είναι εξ ορισμού μια περιπέτεια γνωριμίας, επικοινωνίας και εμπιστοσύνης, ένα στοίχημα που δεν γνωρίζεις εκ των προτέρων αν θα κερδηθεί. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το στοίχημα κερδήθηκε σχεδόν απ την αρχή και ενσωματώθηκα στο σπιτικό τους όντας ταυτόχρονα ένας καταλύτης για τις σκέψεις και τις αναμνήσεις τους και μαζύ ένας αόρατος άνθρωπος.

  • Πώς θα περιγράφατε τη Νέα Ορλεάνη που γνωρίσατε;
Σαν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες απ τις πόλεις της Αμερικής που εγώ γνωρίζω, ως ατμόσφαιρα, ιδιαιτερότητα, ανθρώπινη συνθήκη επικοινωνίας και τρόπος και στυλ ζωής. Αλλά πρωτίστως για μένα η πόλη είναι η αντίστιξη στο εσωτερικό του περίκλειστου κόσμου του σπιτιού των ηρώων, είναι το έξω ενός μέσα που όμως αντικατοπτρίζει το μέσα και γίνεται το σύμβολό του.

  • Τελικά θέλατε να κάνετε μια ταινία για τον αγώνα της επιβίωσης, για τη ζωή δύο ομοφυλόφιλων φίλων, ή για τη ζωή στη Νέα Ορλεάνη;
Τα πρόσωπα και η επιθυμία να τα γνωρίσω και να φτάσω όσο το δυνατόν σε μία πιο βαθιά και άμεση επικοινωνία μαζί τους είναι αυτό που με οδηγεί. Το τι ακριβώς θα είναι η ταινία δεν το γνωρίζω ποτέ από την αρχή, ούτε καν όταν έχω ολοκληρώσει τα γυρίσματα αλλά την εποχή πλέον που κάνω μοντάζ και παίζω με τις πολλές δυνατότητες που μου δίνει το υλικό που έχω στα χέρια μου. Αυτή είναι μια ταινία για τον Μάικλ και τον Τζιμ, τα Σκοτάδια και την Λάμψη τους.

  • Ο Μάικλ και ο Τζιμ είδαν το ντοκιμαντέρ; Πώς τους φάνηκε;
Είναι πάντα δύσκολο να βλέπει κανείς τον εαυτό του και μάλιστα σε μια τέτοια εξομολογητική και προσωπική ταινία. Είδαν την ταινία και πέρασαν από διάφορες φάσεις γιατί βέβαια ποτέ αυτό που φαντάζεται κανείς όταν τον κινηματογραφούν δεν είναι αυτό που βλέπει ως τελικό αποτέλεσμα και καμιά φορά αυτό τον απογοητεύει ή τον κάνει να παραπονιέται που πολλά έμειναν απέξω, ίσως εκείνα που αυτός θεωρεί τα πιο καλά του κομμάτια. Σήμερα πια έχουν αρχίσει νομίζω να βλέπουν κι αυτοί την ταινία ως κάτι τρίτο απ αυτούς που όμως είναι πλασμένο με την δική τους σάρκα και τον λόγο.

  • Έχετε βρει το επόμενο θέμα σας;
Έχω ήδη γυρίσει το επόμενο ντοκιμαντέρ εδώ κι ένα χρόνο και ετοιμάζομαι ν' αρχίσω μοντάζ. Είναι το πορτραίτο ενός νεαρού άντρα στην Βαρκελώνη της Ισπανίας.

* Η ταινία θα προβάλλεται από τις 2 Μαΐου αποκλειστικά στον κινηματογράφο Δαναό, μαζί με το Roughcut της Ελιάνας Αμπραβανέλ

Αγγελική Στελλάκη
Newsroom ΔΟΛ