9.8.12

Ερρίκος Μπελιές: Σε πρώτο πρόσωπο

πηγή: www.diastixo.gr


ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ Η γνωριμία μου με το έργο του Τενεσί Ουίλιαμς ήταν τόσο τυχαία, που έχω φτάσει να τη θεωρώ μοιραία. Δεκαετία του ’90 είμαι για δουλειά στη Νέα Υόρκη με προοπτική να μείνω τρεις μήνες. Έχω αρχίσει να ψάχνω σχόλια και θεωρητικό υλικό για μερικά έργα του Σαίξπηρ που πρόκειται να δουλέψω στη συνέχεια, και καταφεύγω στο Drama Bookshop, ένα βιβλιοπωλείο που έχει μόνο βιβλία σχετικά με το θέατρο. Δίνω το χαρτάκι με τα στοιχεία που ήθελα στην υπάλληλο και περιμένω να μου πει σε ποιο ράφι θα ψάξω μέσα σ’ εκείνο το θεατρικό χάος. Από λάθος της με στέλνει στο ράφι «Ουίλιαμς», αντί «Ουίλιαμ Σαίξπηρ», και από αυτή τη σύμπτωση χαζεύω έργα του Αμερικανού δραματουργού. Πέφτω πάνω στα απομνημονεύματά του, φυλλομετράω τον ογκώδη τόμο με το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και –κλικ!– κολλάω εκεί. Αγοράζω το βιβλίο και τον επόμενο μήνα… αντίο, Σαίξπηρ, και γεια σου, Τενεσί.

Ο πρώτος τόμος που διάβασα μετά τα βιογραφικά ήταν τα διηγήματά του. Με πρόσφατες τις ποιητικές συλλογές που είχα βγάλει και την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση πεζογραφημάτων, είδα τα διηγήματα αυτά σαν τη συνέχεια μεγάλων Ευρωπαίων διηγηματογράφων που κατά καιρούς είχα διαβάσει και με είχαν συγκινήσει. Έτσι πήρα τη μεγάλη απόφαση: να μεταφράσω όσα διηγήματα μου φάνηκαν πιο ενδιαφέροντα στη Νέα Υόρκη, στον τόπο όπου ο Ουίλιαμς έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του.

Ταυτόχρονα πήγα σε καφέ όπου σύχναζε, στα θέατρα που ανέβασαν τις μεγάλες επιτυχίες του και περπάτησα επανειλημμένα στα στενά του Μπρόντγουεϊ. Παρ’ όλη τη συνεχή και αγχώδη δουλειά μου όλη την ημέρα –που κάθε άλλο παρά με την τέχνη είχε να κάνει–, κάθε βράδυ κλεινόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου και μετέφραζα.
Εκείνη τη χρονιά γύρισα με τρία ογκώδη τετράδια με χειρόγραφα τα οποία πέρασα σε γραφομηχανή στην Αθήνα και τα έδωσα για δημοσίευση. Και μετά ξανάπιασα τον Σαίξπηρ μου, ξεχνώντας και τον Ουίλιαμς και τη Νέα Υόρκη. Όμως την επόμενη χρονιά, όταν ξαναπάτησα το πόδι μου στη μεγαλούπολη, αντίο, Σαίξπηρ, και γεια σου, Τενεσί. Πάλι πήγα στο βιβλιοπωλείο, αυτή τη φορά πήρα πολλά θεατρικά του Ουίλιαμς, προγράμματα παραστάσεων, θεωρητικά βιβλία για το αμερικανικό θέατρο, μελέτες για τη σκοτεινή εποχή του μακαρθισμού στην Αμερική, μονογραφίες και κριτικές για τον μαγικό συγγραφέα. Ίδια διαδικασία, σκυλίσια δουλειά όλη μέρα, διάβασμα και μετάφραση θεατρικών το βράδυ.

ΒΙΒΛΙΑ

Αυτή η ιστορία με την Αμερική και τον Ουίλιαμς συνεχίστηκε πάνω από δέκα χρόνια και τα δεκατέσσερα έργα συν αρκετά μονόπρακτά του που έχω μεταφράσει τα έχω όλα δουλέψει στον τόπο του. Ένιωθα πως αυτή η πινακοθήκη ναυαγισμένων ηρώων –κυρίως ηρωίδων– μπορούσε να προσεγγιστεί από μένα μόνο στο περιβάλλον του δημιουργού, που, όσο και να είχε αλλάξει, κρατούσε ακόμη ζωντανά στοιχεία του παρελθόντος.
Τόσα χρόνια μετά, και έχοντας δουλέψει άλλους συγγραφείς, νιώθω φέτος την ανάγκη να ασχοληθώ ξανά με τον Ουίλιαμς και ήδη σχεδιάζω ποια έργα θα κάνω. Αυτή τη φορά θα έχω όλο το εικοσιτετράωρο δικό μου και θα αφοσιωθώ σε έργα του λιγότερο γνωστά στην Ελλάδα που, όμως, θα συμπληρώσουν την ιδέα που έχουμε γι’ αυτόν. Ελπίζω να το κάνω με την ίδια όρεξη που είχα όταν ξεκινούσα. Ίδωμεν.

«Διάστιχο»: ένα νέο περιοδικό για το βιβλίο


της Λαμπρινής Κουζέλη

πηγή: www.tobima.gr


Δεν ήρθε το τέλος του βιβλιοφιλικού Τύπου, 
μετακομίζει απλώς στην ψηφιακή γειτονιά



Ο κόσμος του βιβλίου αλλάζει. Την αλλαγή έφερνε σιγά σιγά, από χρόνια, η τεχνολογία. Την επίσπευσε η παγκοσμιοποίηση. Την επέβαλε η οικονομική κρίση. Και όπως αλλάζει η επικράτεια του βιβλίου, αλλάζουν και τα εργαλεία που χαρτογραφούν τον χώρο του βιβλίου: τα βιβλιοφιλικά περιοδικά.

Το «Διαβάζω», το κατεξοχήν τακτικό ενημερωτικό περιοδικό για το βιβλίο την τελευταία τριακονταπενταετία, ανέστειλε τον περασμένο μήνα την έκδοσή του. Το έντυπο free press «Bookpress» έγινε αποκλειστικά ηλεκτρονικό. Το μηνιαίο «Index» έγινε σταδιακά τριμηνιαίο, πέρασε στην ψηφιακή εποχή και στα έξι χρόνια του έπαυσε. Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, η ίδρυση ενός νέου ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο αποτελεί είδηση. Κυρίως όταν την πρωτοβουλία έχει αναλάβει κάποιος ο οποίος γνωρίζει τις δυσκολίες του εγχειρήματος.



Ο συγγραφέας Μάκης Τσίτας, αρχισυντάκτης, στο παρελθόν, του λογοτεχνικού περιοδικού «Περίπλους» και συνεκδότης του «Index», αποφάσισε, μετά τη διακοπή της έκδοσης του τελευταίου, την ίδρυση του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο «Διάστιχο» (www.diastixo.gr) πρώτα από όλα γιατί δεν φανταζόταν την καθημερινότητά του αλλιώς, γιατί, όπως λέει στο «Βήμα», «πάντα υπήρχε ένα περιοδικό στη ζωή μου». Επειτα γιατί έκρινε ότι λείπει «ένα περιοδικό ζωντανό που να παρακολουθεί από πολύ κοντά τον κόσμο του βιβλίου και τις νέες εκδόσεις σε όλους τους τομείς, τόσο από τους μεγάλους εκδότες του κέντρου όσο και από τους νέους ή τους μικρούς εκδότες ή τους εκδότες της περιφέρειας που δεν έχουν τη δυνατότητα να προβληθούν».

Το περιοδικό φιλοξενεί ειδήσεις για τις νέες κυκλοφορίες, από τους τόμους ποίησης ως τα βιβλία μαγειρικής και από την πεζογραφία ενηλίκων ως τις εκδόσεις για παιδιά. Περιλαμβάνει παρουσιάσεις, κριτικές, ρεπορτάζ και συνεντεύξεις. Συγγραφείς και άνθρωποι του βιβλίου αυτοπαρουσιάζονται. Προδημοσιεύονται συστηματικά αποσπάσματα από επικείμενες εκδόσεις και δημοσιεύονται στις σελίδες του ανέκδοτα ποιήματα, πεζά ή θεατρικά κείμενα, πρωτότυπα ή μεταφρασμένα. Τα επίκαιρα από τον κόσμο του βιβλίου και ειδήσεις από τις άλλες τέχνες συμπληρώνουν τις στήλες του, που υπογράφουν καταξιωμένοι, αλλά και νεόκοποι, συγγραφείς και κριτικοί.

Είκοσι νέα κείμενα εμπλουτίζουν κάθε βδομάδα το site του περιοδικού, που έκλεισε ήδη έναν μήνα λειτουργίας από τις 2 Ιουλίου. Από τον Σεπτέμβριο μαθαίνουμε ότι η ύλη του θα ανανεώνεται καθημερινά. Πρωτίστως ενημερωτικό, το περιοδικό απευθύνεται «σε ανθρώπους που έχουν σχέση με το βιβλίο, βιβλιοπώλες, βιβλιοθηκονόμους, εκδότες και βιβλιόφιλους, ταυτόχρονα όμως, με διαγωνισμούς κάθε εβδομάδα και με κείμενα έγκυρα αλλά απλά και κατανοητά από όλους, προσπαθούμε να προσελκύσουμε και τους μη συστηματικούς αναγνώστες, εκείνους που διαβάζουν ένα βιβλίο τον χρόνο», λέει ο Μάκης Τσίτας.

«Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα περιοδικό σύγχρονο στη μορφή και στο περιεχόμενο, που να μιλάει για το βιβλίο στην εποχή μας, μέσα από μια ιστοσελίδα φιλική στον χρήστη του διαδικτύου».
Το μέλλον, ειδικά στην ενημέρωση, ανήκει στο διαδίκτυο, είναι πεπεισμένος ο εκδότης του περιοδικού. «Οι εκδότες είναι ακόμη επιφυλακτικοί με το νέο μέσο, ίσως επειδή ταυτίζονται με το έντυπο βιβλίο. Πολλοί δεν έχουν καν δική τους ιστοσελίδα και διστάζουν να διαφημιστούν σε ένα ηλεκτρονικό μέσο. Σταδιακά όμως φαίνεται ότι αρχίζουν να εμπιστεύονται το ίντερνετ». Όσο για το κοινό; Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούν οι ειδήσεις για τα βιβλία ή, για να κυριολεκτήσουμε, από post σε post και από like σε like. Πλέον η ενημέρωση για το βιβλίο γίνεται μέσα από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, και αυτές αξιοποιεί ο νεαρός Γιώργος Φερμελετζής, ο γραφίστας του περιοδικού.

Ο τίτλος του περιοδικού, «Διάστιχο», όρος της παλαιογραφίας και της παραδοσιακής τυπογραφίας, άμεσα συνδεδεμένος με το γραπτό κείμενο, ο οποίος έχει επιβιώσει και στην ηλεκτρονική εποχή, παραπέμπει στη συνέχεια του έντυπου βιβλίου με το ψηφιακό του ισοδύναμο, στη διάρκεια του βιβλίου σε όλες τις εποχές.

«Ο κόσμος του βιβλίου έχει αλλάξει»,
παραδέχεται ο Μάκης Τσίτας, ο οποίος δεν υποτιμά τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει το βιβλίο και τα περιοδικά του στην Ελλάδα σήμερα. «Η κρίση έχει πλήξει σημαντικά τους δημόσιους υπαλλήλους, που αποτελούν παραδοσιακά τον βασικό κορμό του αναγνωστικού κοινού, και δεν αγοράζουν πλέον όσα βιβλία αγόραζαν στο παρελθόν. Προσέχουν πού και πώς θα ξοδέψουν τα χρήματά τους. Οι εκδότες ακολούθως “μαζεύονται”, εκδίδουν λιγότερους τίτλους. Το εκδοτικό τοπίο μεταβάλλεται. Λογοτεχνικά και βιβλιολογικά περιοδικά κλείνουν. Πρέπει όμως να πιστέψουμε ότι δεν ήρθε το τέλος του κόσμου. Ότι η ζωή συνεχίζεται και ότι το βιβλίο συνεχίζει τον δρόμο του». Απλώς, το βιβλίο και τα έντυπά του, σεργιανίζουν όλο και περισσότερο στις φωτεινές ψηφιακές γειτονιές.

«Οιδίπους» στη χώρα με τις στάχτες

του Γιώργου Σαρηγιάννη

πηγή: http://totetartokoudouni.blogspot.gr



Το έργο. Ο Οιδίπους, γιος του Πόλυβου, βασιλιά της Κορίνθου, που έφυγε από την πατρίδα του επειδή χρησμός προφήτευσε πως θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μάνα του, βασιλιάς της Θήβας αφότου απάλλαξε την πόλη από την Σφίγγα που την καταδυνάστευε και σύζυγος της βασίλισσας Ιοκάστης, χήρας του προηγούμενου βασιλιά Λάιου ο οποίος είχε σκοτωθεί από ληστές, ζητάει χρησμό από τους Δελφούς για να βρεθεί η αιτία που την πόλη του βασανίζει λοιμός φοβερός. Κατά τη χρησμοδότηση η πόλη θα απαλλαγεί αν βρεθεί ο φονιάς του Λάιου.
Ο Οιδίπους θα ξεκινήσει μια αναζήτηση που θα ανατρέψει όλη του τη ζωή με τρόπο τραγικό: αποδεικνύεται πως ο ίδιος είναι ο φονιάς του Λάιου _ ήταν ο γέροντας που σκότωσε έξω από την Θήβα, μετά από μια φιλονικία, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι _ , πως ο Λάιος ήταν ο πραγματικός πατέρας του που με την Ιοκάστη είχαν παραδώσει το γιο τους, βρέφος, σ’ ένα βοσκό, να το παρατήσει στον Κιθαιρώνα για να πεθάνει επειδή χρησμός είχε προφητεύσει πως θα γίνει φονιάς του πατέρα του, πως ο Πόλυβος απλώς τον είχε υιοθετήσει, όταν ο βοσκός που είχε λυπηθεί το μωρό το παρέδωσε σε υπηρέτη του βασιλιά της Κορίνθου, και, άρα, πως ο Οιδίπους έχει παντρευτεί τη μάνα του με την οποία έχουν κάνει τέσσερα παιδιά. Η μοίρα δεν αστειεύεται…
Η Ιοκάστη κρεμιέται, ο Οιδίπους βγάζει τα μάτια του για να μη βλέπει το φως της μέρας και ο γυναικάδελφός του, ο Κρέων, τον εξορίζει, όπως ο ίδιος το ζήτησε, από την Θήβα ως μίασμα.
Ο Σοφοκλής, με τον «Οιδίποδα τύραννο» (χρονολογείται μετά το 429 π.Χ.) άφησε το αρτιότερο από τα σωζόμενα αρχαία ελληνικά δράματα. Ένα αριστουργηματικό _ με τη σημερινή ορολογία _ θρίλερ, ένα υπόδειγμα σκηνικής οικονομίας, ένα πολυεπίπεδο έργο που μιλάει για τη μοίρα, που ανασκαλεύει τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης και που επιδέχεται πλήθος αναγνώσεων, από πολιτική μέχρι ψυχολογική _ ο «Οιδίπους» είναι ένα από τα ευαγγέλια της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής.
Η σκηνοθεσία. Ο εγκατεστημένος στην Ελλάδα Λιθουανός Τσέζαρις Γκραουζίνις που ανέλαβε τη σκηνοθεσία της παράστασης (συμπαραγωγή της «Αρτivities» του Αιμίλιου Χειλάκη και του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου με το Ελληνικό Φεστιβάλ) όχι μόνο αντιμετώπισε την πρώτη του επαφή με το αρχαίο δράμα και με τον ανοιχτό χώρο με μέτρο και σεμνότητα αλλά έκανε και τη φετινή έκπληξη: την παράστασή του τη θεωρώ όχι μόνο την καλύτερη του καλοκαιριού _ απ’ όσες είδα έως τώρα _ αλλά και μια σημαντική τομή στην ερμηνεία του αρχαίου δράματος. Μια πρόταση ουσιαστική που, ανάμεσα στις παραστάσεις που έχω δει τα τελευταία σαράντα πέντε, πάνω - κάτω, χρόνια, ισάξιές της _ ως προτάσεις _ έχω να θυμηθώ μόνο τον «Ορέστη» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, την «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή, ίσως και τις «Τρωάδες» του Γιάννη Τσαρούχη.
Ο Γκραουζίνις διάλεξε το δρόμο της λιτότητας και της θεατρικότητας. Χρησιμοποίησε την έξοχη, ανθεκτικότατη, ακόμα, μετάφραση του Μίνου Βολανάκη, διασκεύασε το κείμενο _ κάποιες περικοπές και μερικές μετατοπίσεις _ χωρίς να ανατρέψει την περίφημη δομή του και το ανέθεσε σε μια ομάδα ηθοποιών που προσέρχονται, εξαντλημένοι, βρώμικοι και κουρελήδες, στην ορχήστρα για να παίξουν τον «Οιδίποδα τύραννο»: μια δουλειά καθαρά ομαδική, με τους τρεις, συνολικά, υποκριτές να βγαίνουν από τον Χορό για να ερμηνεύσουν τους ρόλους τους και κατόπιν να υποχωρούν και πάλι στον Χορό.
Άξονας της άποψής του, η περηφάνεια με την οποία οι ήρωες _ αλλά και οι ηθοποιοί οι οποίοι τους ερμηνεύουν κάτω από τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζουν και που όλοι αντιμετωπίζουμε… _ έρχονται αντιμέτωποι με το αναπόδραστο της Μοίρας. Έτσι η τραγωδία του 5ου  π.Χ. αιώνα εμφανίζεται, πέρα από την οντολογική υφή της, πέρα από τα υπαρξικά ερωτήματα που θέτει και που καθόλου δεν τα αγνόησε η σκηνοθεσία, να μας αφορά άμεσα.
Ο Γκραουζίνις έχει σχεδίασει με άκρα λιτότητα ένα μοντέρνο σκηνοθετικό περίγραμμα χωρίς ούτε μια στιγμή να «μοντερνίζει», χωρίς ούτε μια στιγμή να θέλει να αποδείξει πως είναι εξυπνότερος από τον Σοφοκλή, χωρίς ούτε μια στιγμή να χρησιμοποιεί το εύρημα για το εύρημα _ όλα ενταγμένα, χωρίς να γίνεται κατάχρησή τους, κάθε άλλο, στη σύλληψή του _, χωρίς ούτε μια στιγμή να σε αφήνει να νοιώσεις πως αδιαφορεί για το κείμενο.
Ο Κέννυ ΜακΛέλαν υπηρετεί έξοχα με τα σκηνικά και τα κοστούμια του τη σκηνοθετική γραμμή της λιτότητας _ ένα τεφρό τοπίο, ρούχα σαν απομεινάρια μιας καταστροφής, σαν βουτηγμένα στη στάχτη _, εκφράζοντας απόλυτα το εξωτερικό τοπίο _ του τόπου στον οποίο η παράσταση πραγματοποιείται σήμερα… _ αλλά και το εσωτερικό _ του κειμένου και των ηθοποιών _ με υψηλή αισθητική. Τα ελάχιστα σκηνικά στοιχεία, όπως οι δυο παλιές, ξύλινες πόρτες και η κουρτίνα που μετακινούν και τοποθετούν οι ίδιοι ηθοποιοί καθώς παίζουν τον «Οιδίποδα τύραννο» _ ένα θέατρο εν θεάτρω _, τονώνουν τη θεατρικότητα της παράστασης η οποία φωτίζεται καθώς της πρέπει από τον Νίκο Βλασόπουλο: αχνά, πένθιμα, μεταφυσικά.
Επίτευγμα και οι έξοχες μουσικές του Δημήτρη Θεοχάρη. Αν και δεν συμπαθώ την υπερβολική δόση μουσικής στο θέατρο, ομολογώ πως τύλιξαν τη σκηνική πραγμάτωση της τραγωδίας, είτε ηχογραφημένες είτε ζωντανά εκτελεσμένες, με τρόπο συναρπαστικό.
Οι ερμηνείες. Οι ηθοποιοί και ο Χορός ακολουθούν το δρόμο της λιτότητας χωρίς ούτε μία στιγμή να φαίνονται ή να ακούγονται «άδειοι». Ο Χρήστος Σαπουντζής, ηθοποιός με μέγεθος, έχει νομίζω την καλύτερη απόδοσή του ως Εξάγγελος. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, με φωνή που χρειάζεται ενδυνάμωση, υπηρετεί τη σκηνοθετική άποψη αλλά ο Τειρεσίας του αφήνει να φαίνεται το προσχέδιο του ρόλου. Καλύτερος στην Ιοκάστη, δίνει με δύναμη _ συγκλονιστική στιγμή της παράστασης _ την  κατάρρευσή της, όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, καθώς γλιστράει, μέσα από την εκπληκτική _ τεράστιο έντομο θυμίζει η Ιοκάστη _ εσθήτα με την οποία τον έχουν ενδύσει, από το αναπηρικό αμαξίδιο όπου κάθεται. Αλλά στον Θεράποντα κάνει την καλύτερη πιστεύω ερμηνεία του _ μια έκπληξη, σ’ ένα ρόλο μακριά από την ιδιοσυγκρασία του.
Στο Χορό με εντυπωσίασε το άψογο δέσιμό του που επιτυγχάνεται μάλιστα μέσα από την ανομοιογένεια των μελών του. Εξαίρετος ο Κορυφαίος του Κώστα Κορωναίου που επωμίζεται και το μεγαλύτερο βάρος. Για τον Αιμίλο Χειλάκη χρειάζονται πολλές λέξεις. Ηθοποιός με μέγεθος, με ιδανικό παράστημα, με έξοχη φωνή με την οποία ευτυχώς δεν ναρκισσεύεται Ηθοποιός Πλήρης _, δίνει έναν συγκλονιστικό Οιδίποδα. Όπου η περιβόητη σωματικότητα, που χρησιμοποιείται κατά κόρον πια καταλήγοντας μανιέρα, βρήκε τη γνήσια έκφρασή της. Η πορεία του, από τις μικρές «πόζες» της αλαζονείας πάνω στην καρέκλα της εξουσίας μέχρι τη μεταφυσική απορία και αγωνία και από την  αγωνία και το κεφάλι που συχνά στρέφεται προς τον ουρανό αναμένοντας, εκλιπαρώντας τη βοήθεια κάποιου θεού ο οποίος, όμως, αποδεικνύεται αμείλικτος μέχρι τη φρίκη της αποκάλυψης, το θρίαμβο της Μοίρας και την παραδοχή της ήττας που ο σκηνοθέτης ζήτησε να δίνεται πλάτη προς το κοινό και όπου οι κρεμασμένοι, παραιτημένοι ώμοι μιλούν, προβάλλεται με αίσθηση του μέτρου, χωρίς ίχνος στόμφου, με μια λιτότητα που συναρπάζει.
Ο Οιδίπους του Χειλάκη οδηγείται στην αλήθεια που τυφλώνει, με απόλυτη αξιοπρέπεια που τον καθιστά συνάνθρωπό μας. Και όχι ήρωα τραγωδίας. Και το φινάλε του, όπου τα βγαλμένα μάτια υποδηλώνονται, χωρίς αίματα, χωρίς γάζες, μόνο με δυο βραχίονες στρεβλωμένους και με ανοιχτά, μαγκωμένα τα δάχτυλα να καλύπτουν, άκαμπτοι, αγκυλωμένοι, τα μάτια του σαν δυο ξερά κλαδιά, χέρια που ο Κορυφαίος αγωνίζεται να λυγίσει κι όταν το καταφέρνει γυρίζουν άγρια στη θέση τους, θα με ακολουθεί για πάντα. Μια Μεγάλη Ερμηνεία. Καταλυτική.
Το συμπέρασμα. Αυτή την παράσταση πρέπει, οφείλετε να τη δείτε. Κι αυτή την ερμηνεία θα είστε τυχεροί αν δεν τη χάσετε. Μια πολύ σημαντική στιγμή του ελληνικού θεάτρου κι ένας σταθμός στην ερμηνεία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στον τόπο μας. Αν σας αρέσει όσο κι εμένα μη διστάσετε να φωνάξετε «μπράβο».
Υ.Γ. Είδα την παράσταση στο Άργος μ’ ένα λαϊκό κοινό _ πολλά κορίτσια και γυναίκες που είχαν έρθει, προφανώς, να δουν από κοντά τους «τηλεοπτικούς» Μαρκουλάκη – Χειλάκη, να πάρουν αυτόγραφα και να φωτογραφηθούν μαζί τους. Είδα αυτό, το ίδιο, κοινό να καθηλώνεται επί μιάμιση ώρα, να μην βγάζει ούτε κιχ και στο τέλος της παράστασης, η οποία κανένα μέσο για να το εντυπωσιάσει και να το ξυπάσει δεν μεταχειρίζεται, να σηκώνεται όρθιο, _ γεγονός καθόλου συνηθισμένο στην Ελλάδα και από ένα κοινό απαίδευτο _, να χειροκροτεί παταγωδώς για πολλή ώρα και να φωνάζει «μπράβο». Ίσως αυτό τα λέει όλα για το συγκεκριμένο παραστασιακό αποτέλεσμα. Και δίνει ένα μέτρο σύγκρισης για ορισμένες παραστάσεις που κυκλοφορούν φέτος το καλοκαίρι…
Στο Αρχαίο Θέατρο Άργους, 2 Αυγούστου 2012.

Δυο αγόρια που φιλήθηκαν τα ξημερώματα

Μια ιστορία σαν διήγημα ― ή το αντίστροφο!

του Γιάννη Αλμπάνη


πηγή: http://yalmpanis.wordpress.com

Δεν τον γνώρισα στην αρχή. Μού μίλησε στην είσοδο του Φεστιβάλ με την εγκαρδιότητα του παλιού γνωστού. Όσο όμως και αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να θυμηθώ από πού γνωριζόμαστε, γιατί γνωριζόμαστε σίγουρα, αφού με φώναξε με τ’ όνομά μου. Τον χαιρέτισα λοιπόν κι εγώ με αυτό το ύφος της ευπροσήγορης ενοχικής αμηχανίας που συνήθως παίρνουμε όταν προσπαθούμε να κρύψουμε ότι δεν θυμόμαστε κάποιον που κατά τα φαινόμενα θα έπρεπε να γνωρίζουμε. Η αδυναμία της μνήμης σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί πράξη υποτίμησης κι έκφραση αλαζονείας.



Κι όπως συμβαίνει πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις, ο τύπος κατάλαβε ότι δεν τον θυμόμουν, πράγμα που μ’ έριξε σε ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία. «Δεν με θυμάσαι ρε μαλάκα; Ο … είμαι από το σχολείο.» Έβγαλα βέβαια το πομπώδες «α!» που συνοδεύει πάντοτε αυτές τις εξ αποκαλύψεως ενεργοποιήσεις της μνήμης, όμως το θεσμικά καθιερωμένο «α!» δεν συνοδεύτηκε από τα τεράστια χαμόγελα και τις διαχυτικές αγκαλιές , όπως αυτές ορίζονται από την αυστηρή εθιμοτυπία των συμπτωματικών reunion. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό, παγωμένο στο τελείωμα του «α!» Τι διάολο ήθελε αυτός στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ;

Με τον… ήμαστε μαζί στο σχολείο. Δεν θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στην εποχή, γιατί τα «καλύτερά μας χρόνια» μού προκαλούν ανατριχίλα φρίκης και μόνο στο άκουσμά τους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για χρόνια ερμητικού εγκλεισμού χωρίς προαυλισμό και αδιάκοπης δουλειάς χωρίς ωράριο. Είναι επίσης χρόνια που χτίζονται «παντοτινές φιλίες», οι οποίες ευτυχώς αποσυντίθενται με την ανάρτηση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών –«ανάρτηση»: την εποχή στην οποία αναφέρομαι δεν υπήρχε internet, οπότε τα αποτελέσματα των εξετάσεων τα διάβαζες τοιχοκολλημένα, τη μουσική την αντέγραφες σε κασέτες και τις τσόντες τις έκανες download από τον περιπτερά.

Ο … ήταν μιαν από αυτές τις «παντοτινές φιλίες» που παίρνουν απολυτήριο το καλοκαίρι της ενηλικίωσης. Για την ακρίβεια, ο συγκεκριμένος, ως φίλος, είχε αποφοιτήσει νωρίτερα. Αρχικά κάναμε αρκετή παρέα. Τον είχα γνωρίσει στην κατάληψη (όπως και όλους τους άλλους), άκουγε ροκ (πράγμα σπάνιο για την εποχή μετά Κοσκωτά και προ Κουρτ  Κομπέιν), πλακωνόταν με τα ΜΑΤ στο γήπεδο (τουλάχιστον έτσι έλεγε…), έπινε αρντάν (και όχι μόνο), και γενικά ήταν εναντίον του συστήματος –γαμώ τη φάση του. Δυστυχώς, ο γράφων εκείνη την εποχή είχε επηρεαστεί πολύ από τον «Ντέμιαν» που είχε διαβάσει, καθώς και από ένα απόσπασμα του Μαρκούζε που δεν είχε διαβάσει (αν κι έλεγε το αντίθετο),αλλά το είχε ακούσει σε μια εκδήλωση σχετικά με κάτι το οποίο αδυνατεί πλέον να θυμηθεί. Ο εν λόγω συμμαθητής λοιπόν αποτελούσε αναμφίβολα το αρχέτυπο της εξεγερσιακής περιθωριοποιημένης νεολαίας που κατοικεί στην ενδοχώρα του Αβραξά, πολύ πέρα από τη μεθόριο της μεσοαστικής κανονικότητας. Επίσης, ήταν πολύ ωραία γκόμενα η αδερφή του, πράγμα που όπως και να το κάνουμε, διευκόλυνε την επιδιωκόμενη συνάντηση της πολιτικής πρωτοπορίας με το κοινωνικό υποκείμενο.

Όταν όμως τελείωσαν οριστικά οι καταλήψεις κι εξίσου οριστικά άρχισε η Μακεδονία μαζί με τα συλλαλητήρια και τους Σέρβους αδερφούς, ο τύπος άρχισε να λέει κάτι περίεργα. Στην αρχή για τα δίκαια της Σερβίας και την απειλή του μουσουλμανικού τόξου (τι τερατώδεις μαλακίες έχουμε ακούσεις σε αυτή τη χώρα…), μετά για τους Αλβανούς που μας παίρνουν τις δουλειές και μας κλέβουν, στο τέλος τον τσιμπήσαμε να διαβάζει και τη Χρυσή Αυγή, οπότε επήλθε η ισόβια στέρηση της φιλάθλου ιδιότητας και η αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων του. Στο σχετικό δικαστικό συμβούλιο κρίθηκε βλάκας και καμένος από τα χάπια, οπότε απορρίφθηκε η χρήση ισχύος εναντίον του –συνέτεινε και το ελαφρυντικό της ωραίας αδερφής. Ωστόσο, οφείλω να σημειώσω ότι ο front man του hardcore μουσικού σχήματος του σχολείου, ο οποίος ήταν άρρωστος και απουσίασε από το κονγκλάβιο, έσπασε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης τη γραμμή και τον πλάκωσε σε κανά δυο κλωτσιές , την ώρα που το μαθητικό σύνολο προσερχόταν για τον πρωινό εκκλησιασμό.

Κατόπιν της όλης εξιστορήσεως, υποθέτω ότι γίνεται κατανοητό γιατί έμεινα σύξυλος όταν τον είδα στο Αντιρατσιστικό. Πόσο μάλλον που φαινόταν τελείως νορμάλ, κουλ τύπος και καθόλου βλάκας ή καμένος. Όμως η αρχική μου έκπληξη μετατράπηκε σε πραγματική εμπειρία θρησκευτικής έκστασης, όταν μού σύστησε το τυπάκι που ήταν δίπλα του (και μαλακωδώς εγώ δεν είχα καταλάβει ότι ήταν παρέα του) ως κολλητό του. Ο κολλητός εκτός από κολλητός, είχε αραβικό όνομα, και κατά πάσα πιθανότητα ερχόταν από κάποια χώρα του Μαγκρέμπ. Εν ολίγοις, ο φασίστας συμμαθητής μου ήρθε στο Αντιρατσιστικό, παρέα με μετανάστη, και δη μουσουλμάνο… Αν τώρα συνυπολογίσουμε ότι κόντεψε να γίνει πρωθυπουργός ο Τσίπρας, εύλογα γκρεμίζονται και οι τελευταίες αμφιβολίες για το ότι έχουν φτάσει τα ύστερα του κόσμου, πράγμα που με σαφήνεια είχαν προβλέψει οι Μάγια για το 2012.

Μετά την γκράντε αποκάλυψη, ακολουθήσαμε αυτή τη φορά κατά γράμμα το εθιμοτυπικό πρωτόκολλο των συμπτωματικών reunion, και είπαμε όλα τα άνευ νοήματος «με τι ασχολείσαι», «έχεις παιδιά» κτλ κτλ. Στο τέλος αυτοί τράβηξαν κατά μέσα να δουν το Φεστιβάλ, κι εγώ έξω στο δρόμο να βιγλίσω μη μας την πέσουν οι χρυσαυγίτες. «Όλα εντάξει στην πάνω είσοδο», είπα στο γουόκι τόκι, κάνοντας εκείνη τη στιγμή τη στερεοτυπική, σε βαθμό κακουργηματικής βλακείας, σκέψη: «ρε παιδάκι μου πώς αλλάζουν τα πράγματα.»

Όμως το ότι τα πράγματα αλλάζουν άρδην στην εποχή του Μνημονίου, δεν σημαίνει ότι δεν διατηρούνται και ορισμένες σταθερές. Μια από αυτές τις αναλλοίωτες σταθερές είναι ότι το Αντιρατσιστικό σφυράει οριστική λήξη τα ξημερώματα. Γενικά η μάζα σπάει με το τέλος της συναυλίας, οι υπόλοιποι κατά τις 4:00, αλλά πάντοτε υπάρχει εκείνη η συνειδητή και αποφασισμένη πρωτοπορία, η οποία κατά το πρότυπο των τελευταίων υπερασπιστών της Φαλούτζα, παραμένει αμετακίνητη στις φεστιβαλικές επάλξεις μέχρι τελευταίας ρανίδας μπίρας∙ αυτοί οι happy few που παίρνουν τη μεγάλη απόφαση της τακτικής (φευ! επ’ ουδενί στρατηγικής όμως!) αναδίπλωσης με το χάραγμα της καινούργιας ημέρας.

Εκείνη λοιπόν την ώρα που οι happy few την κάνουν, το πορτοκαλί της καινούργιας μέρας αναμετράται με το μοβ τη φθίνουσας νύχτας, και ακόμα και οι κομμουνιστές επιτρέπουν στον εαυτό τους να αναρωτηθεί τι θα συνέβαινε, αν το μοβ νικούσε για μια φορά και το πορτοκαλί υποχωρούσε κατηφές, εκείνη λοιπόν την ώρα των μεγάλων ελπίδων και των ακόμα μεγαλύτερων διαψεύσεων, τους είδα ξανά. Περπάταγαν πλάι πλάι, τρεκλίζοντας λίγο και γελώντας πολύ, κάνοντας ο ένας στον άλλο τις μπούρδες πειράγματα που ταιριάζουν στις μικρές ώρες και τις πολλές μπίρες. Στην έξοδο πια, όταν πλέον είχε γίνει φανερό ότι το μοβ θα έχανε για μια ακόμα φορά τη μάχη με το πορτοκαλί, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Ήταν ένα εκκωφαντικά μοβ φιλί, που μπορούν να το δώσουν μόνο όσοι πρόκειται σε λίγο «στον έρωτα να δοθούν ευτυχείς», μόνοι όσοι δονούνται από την ακλόνητη πίστη ότι η δική τους αγάπη θα αντέξει και δεν θα «ξωκείλει τελικά στους υφάλους της καθημερινότητας».

«Όλα εντάξει στην πάω είσοδο», είπα στο γουόκι τόκι, αναρωτώμενος αν ήταν ο έρωτας που έκανε τον παλιό συμμαθητή μου ν’ αλλάξει γνώμη για τους μετανάστες. Το πιο πιθανό βέβαια είναι ότι ο νεοφασμός του ήταν μια από τις εφηβικές εμμονές που χάνονται με την ενηλικίωση. Δεν μπορούσα όμως να αντισταθώ στην υπόθεση ότι εν προκειμένω τα πράγματα μπορεί να μην είχαν ακολουθήσει την πεπατημένη. Ίσως κάποια άλλα ξημερώματα, την ώρα των μοβ ελπίδων και των πορτοκαλί διαψεύσεων, τα χείλη από το Μαγκρέμπ να κατίσχυσαν του μίσους και της προκατάληψης. Μ’ άρεσε πολύ αυτή η εκδοχή, η λιγότερο πιθανή.

Τα όρια του «όμαιμου»

Tου Παντελή Μπουκάλα

πηγή: www.kathimerini.gr                  


Και να ’θελε να το σκηνοθετήσει κάποιος και να το παραστήσει ως τυχαίο και συμπτωματικό, θα το ξανασκεφτόταν. Και θα το απέρριπτε στο τέλος, για να μην κατακριθεί ως υπερβολικά ευφάνταστος. Και όμως συνέβη. Συνέβη, δηλαδή, να κατακτήσουν μετάλλιο στο Λονδίνο και όχι με μεγάλη χρονική απόσταση, δύο αθλητές που αλλού κι αλλιώς ξεκίνησε το ταξίδι της ζωής τους και με άλλα εθνικά χρώματα αγωνίστηκαν και βραβεύτηκαν. Μιλάω για τον Ηλία Ηλιάδη και τον Σιδέρη Τασιάδη. Για τον τζουντόκα που κατετάγη τρίτος κι έδειχνε με περηφάνια το ελληνικό εθνόσημο και για τον ασημένιο αθλητή του κανόε καγιάκ που δηλώνει απερίφραστα πως είναι Γερμανός και δεν ένιωσε την ανάγκη να σηκώσει και την ελληνική σημαία πάνω στο βάθρο.

Θα αρκούσε αυτή η σύμπτωση για να μας υποχρεώσει να ξαναδούμε τι σημαίνει έθνος και εθνική ταυτότητα, και ποια η σχέση τού «γεννιέμαι» με το «γίνομαι». Ηρθε όμως να προστεθεί άλλο ένα «τυχαίο»: διευρύνοντας τη δημαγωγία του ΛΑΟΣ (πρώτος ο κ. Καρατζαφέρης μοίρασε τρόφιμα), οι μιλιταριστές λαϊκιστές της Χρυσής Αυγής έδιναν πατάτες και λάδι στο Σύνταγμα σε όσους έδειχναν ελληνική ταυτότητα. Αν παίζαμε λίγο με το ρολόι της Ιστορίας και φέρναμε τα μπρος πίσω, θα βλέπαμε ότι ο μεν Ηλιάδης, αν πήγαινε λίγα χρόνια πριν σε χρυσαυγίτικη διανομή τροφίμων βάσει ταυτότητας, θα εκδιωκόταν βάναυσα (γιατί δεν ήταν ακόμα Ελληνας, Γεωργιανός ήταν), ο δε Τασιάδης θα έπαιρνε βέβαια μια σακούλα.

Ωστε λοιπόν εκείνο το ηροδότειο, «το Ελληνικόν εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον», δεν είναι απόλυτος νόμος, όπως το αντιμετωπίζουν όσοι... αιματοκρίτες (αλλά και αιμοχαρείς) διακηρύσσουν πως «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι» και ρίχνουν και κάμποσες σφαλιάρες για να σε πείσουν. Αν μετρούσε μόνο το αίμα και η γλώσσα, ο Τασιάδης, που γεννήθηκε στον Εβρο από Ελληνες και μιλάει μια χαρά τα ελληνικά, θα έπρεπε να είναι Ελληνας. Αυτός όμως για συναισθηματικούς και υλικούς λόγους δηλώνει Γερμανός (και του σέρνουν τώρα τα μύρια όσα ελληνορθόδοξα στο Διαδίκτυο). Με τα ίδια κριτήρια, ο Ηλιάδης δεν θα ήταν Ελληνας, αφού δεν είναι ελληνικό το αίμα του, τα δε ελληνικά τα μαθαίνει ακόμα.

Εκεί όπου σε ορίζει η καρδιά σου, εκεί είναι η πατρίδα σου - αυτό λέει και ξαναλέει η Ιστορία, κι ας αδιαφορούμε για τα μαθήματά της. Και η καρδιά μιλάει πολύ συχνά και τη γλώσσα της ανάγκης ή της επιθυμίας, εκτός από τη γλώσσα του αίματος. Ο Ηλιάδης επέλεξε πατρίδα - και από ανάγκη. Ο Τασιάδης το ίδιο. Κανένας τους δεν είναι «προδότης». Φοβάμαι, ωστόσο, πως αν το παλικάρι που ξενιτεύτηκε πιτσιρίκι από την Ορεστιάδα στη Γερμανία θελήσει κάποτε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, θα συρρεύσουν εκεί για να τον εξυβρίσουν όλοι οι εθνοκάπηλοι, που ήδη απαιτούν «να μην επιτραπεί η επανείσοδος στον μισθοφόρο». Ο μόνος που θα μπορούσε να τον προστατεύσει τότε θα ήταν ο Ηλίας Ηλιάδης, Μαζί με τη μισή «χρυσή» εθνική ομάδα άρσης βαρών.

Ο ανιστόρητος άξενος Δένδιας

του Κλέαρχου Τσαουσίδη

πηγή: www.avgi.gr



«Η χώρα χάνεται. Από την κάθοδο των Δωριέων, 4.000 χρόνια πριν, ουδέποτε η χώρα δεν δέχθηκε τόσο μεγάλης έκτασης εισβολή. Πρόκειται για βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας και του κράτους», δήλωσε βαρύγδουπα, με τον ανάλογο στόμφο, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Νίκος Δένδιας. Ποια είναι η νέα κάθοδος; Η... λαθρομετανάστευση!

Την ανιστόρητη δήλωση του σοβαροφανούς υπουργού συμπληρώνει ο τίτλος της επιχείρησης αποκομιδής ανθρώπινων σκουπιδιών (γι’ αυτούς), που διεξάγουν τις τελευταίες μέρες οι άρειοι της ΕΛ.ΑΣ.: Ξένιος Ζευς.



Σ’ ό,τι αφορά το πρώτο, τους Δωριείς, να θυμίσω στον υπουργό ότι η κάθοδος έγινε δεν έγινε 3.200 χρόνια πριν (μόλις 800 χρόνια απόκλιση), αλλά αφορούσε τη μετακίνηση από τον βορρά προς τον νότο ενός ενιαίου, συμπαγούς φύλου. Εισβολή τη λέει. Προφανώς εξακολουθεί και θεωρεί τον ελληνικό βορρά ξένο έδαφος ο Κερκυραίος πολιτικός και προσομοιάζει τους πάσης φύσεως οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες με την οργανωμένη μετακίνηση μιας ομοιογενούς εθνοτικά ομάδας. Κι αν ακόμη, όμως, υιοθετεί από καιρό ξεπερασμένες θεωρίες, η ουσία είναι άλλη: αυτό που σήμερα αποκαλούμε Έλληνες, περιλαμβάνει και τους Δωριείς (μαζί με τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Αχαιούς). Δεν είναι ούτε μετανάστες, ούτε λαθρομετανάστες. Είναι ελληνικό φύλο. Τι σύγκριση κάνει ο νεοταξίτης; Και δεν καταλαβαίνει ότι ενισχύει (κύριε Σαμαρά!) κάποια επιχειρήματα βορείων γειτόνων ότι αυτοί οι «εισβολείς», εν οις και οι Μακεδνοί, ουδεμία σχέση είχαν με τους Έλληνες;


Αυτοϊκανοποιημένος, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Νίκος Δένδιας

Ο σιορ Δένδιας (ελληνικότατο επίθετο) προφανώς είναι Προέλληνας, Πελασγός ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Δεν με αφορά, φυσικά, η καταγωγή του, αλλά καλό θα είναι προτού ανοίγουμε το ρημάδι να σκεφτόμαστε ή να ρωτάμε και κανένα μορφωμένο (αν υπάρχει) σύμβουλο. Αλλά ας προσέξει: αντί να γίνεται πιο χρυσαυγίτης από τους χρυσαυγίτες και ακόμη πιο αγράμματος από τον Καιάδα, να ρωτήσει να μάθει τι σημαίνει Ξένιος. Διότι αυτή κι αν είναι ύβρις. Να βαφτίζεις σαν τον θεό της φιλοξενίας μιαν αισχρή ρατσιστική καταδίωξη.

Αλλά από ποιον να τα μάθει αυτά; Από τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο ή τον Κουβέλη; Αυτοί τα μαθαίνουν όλα σε άλλους χρόνους. Θα τα θυμηθούν οσονούπω, όταν (οι δυο τελευταίοι) θα ξαναγίνουν μαχητές της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού...

προσθήκη του Εντευκτηρίου από το el.wikipedia.org

Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά τηςΠίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Νεώτερες όμως μελέτες συνδυάζουν την έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να συνηγορούν σε μια τέτοια βίαιη εισβολή και γλωσσολογικών στοιχείων από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, και αμφισβητούν έντονα την εκδοχή αυτή. Η μετακίνησή τους αυτή, που είναι γνωστή ως "Κάθοδος των Δωριέων", παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σκοτεινότερα σημεία της ελληνικής ιστορίας.

Οι Δωριείς ήταν μαζί με τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Αχαιούς, τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα, τα οποία εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και διαμόρφωσαν το ελληνικό έθνος.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, όταν βασίλευε ο Δευκαλίων, οι Δωριείς κατοικούσαν στην Φθιώτιδα. Από εκεί, ενώ βασιλιάς τους ήταν ο Δώρος, από τον οποίο πήραν και το όνομά τους, πήγαν στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις. Οι Κάδμειοι τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν στην Πίνδο, σε μια περιοχή που εκτείνεται από την περιφέρεια ΚαστοριάςΓρεβενών έως και την επαρχία Μετσόβου, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί.
Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη "Κάθοδος των Δωριέων" στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ., μέσω του περάσματος της Δεσκάτης, που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι ακριβείς συνθήκες της μετακίνησής τους προς νότον παραμένουν άγνωστες. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν.
Ενώ παλαιότερα εικάζοταν ότι η εξάπλωση των Δωριέων ήταν το κυριότερο αίτιο κατάρρευσης του μυκηναϊκού κόσμου, οι ιστορικοί σήμερα τείνουν στην αντίθετη εκδοχή, ότι η κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου των Αχαιών αποτέλεσε το κυριότερο αίτιο της γρήγορης εξάπλωσης του δωρικού στοιχείου. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η άποψη ότι οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο που κατοικούσε στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, και το οποίο μετά τη διάλυση του μυκηναϊκού κόσμου κατέλαβε πεδινές περιοχές.
Από την Πίνδο και συγκεκριμένα από την περιοχή Λάκμου - Βοΐου, οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Δωρίδα, στην περιοχή της σημερινής Φωκίδας. Εκεί ίδρυσαν την Δωρική Τετράπολη, την μητρόπολη των δωρικών φύλων. Πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, κατείχαν σιδερένια όπλα, πέρασαν στην Πελοπόννησο από τα παράλια της Κεντρικής Ελλάδας, την οποία εποφθαλμιούσαν για τα εύφορα εδάφη της και διαχωρίστηκαν: μία ομάδα, της οποίας πιθανότερο είναι η πλειοψηφία της να ήταν Υλλείς, αν κρίνουμε από τα αγάλματα του Ύλλου που υπήρχαν στα Μέγαρα, στην Κόρινθο και στο Άργος, κατέλαβε την ιωνική περιοχή της Αργολίδας και Κυνουρίας, μία δεύτερη κατέλαβε την κοιλάδα τουΕυρώτα και η τελευταία τη Στενύκλαρο στο μεσσηνιακό κάμπο, ενώ μια σημαντική ομάδα Δωριέων παρέμεινε στην Δωρίδα. Αυτή η εισβολή προκάλεσε μεγάλα προσφυγικά κύματα των παλαιότερων κατοίκων, Αχαιών κυρίως και Αρκάδων δευτερευόντως. Εκπληκτικό είναι το γεγονός της πλήρους επικράτησης του δωρικού γλωσσικού ιδιώματος σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, παρ' όλη τη μακρά πολιτιστική πορεία του τόπου αυτού.
Ακολούθησε ένα κύμα μετανάστευσης των Δωριέων στα νησιά του Αιγαίου, τα μικρασιατικά παράλια και την Κύπρο. Περιοχές όπως τα Κύθηρα, η Κρήτη, η Μήλος, η Θήρα, η Ρόδος και η Κως, καθώς και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, περιήλθαν στον δωρικό έλεγχο. Οι Δωριείς επιχείρησαν επίσης να καταλάβουν την Αττική, χωρίς όμως επιτυχία. Κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, μαζί με τις άλλες ελληνικές δυνάμεις, οι Δωριείς δημιούργησαν αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τη νότια Ιταλία και Σικελία, όπως τις Συρακούσες, καθώς και στα στενά του Βοσπόρου.
Μεταξύ πρώτου και δεύτερου αποικισμού, εκδηλώθηκε εκτεταμένη κορινθιακή προσπάθεια αποικισμού της δυτικής Ελλάδας, με μεγάλη επιτυχία, αφού οι Κορίνθιοι έθεσαν υπό τον έλεγχό τους αρκετές από αυτές τις περιοχές.
Γενικά, η εποχή της "Καθόδου των Δωριέων", που επέφερε μεγάλες αλλοιώσεις στον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας και επέδρασε καθοριστικά στην ιστορική της πορεία, ονομάζεται "Ελληνικός Μεσαίωνας", επειδή ελάχιστα γνωρίζουμε γι' αυτόν και παλαιότερα πιστευόταν ότι αποτελούσε μια εποχή βίαιης διακοπής της πολιτιστικής δημιουργίας.

Σημείωση: Το γράφημα, η φωτογραφία του Ν. Δένδια και η λεζάντα προστέθηκαν επίσης από το Εντευκτήριο.

7.8.12

Ο «ευπώλητος» Πάουλο Κοέλιο αμφισβητεί τον Τζέιμς Τζόις


πηγή: REUTERS / www.tovima.gr


«Ο ''Οδυσσέας'' έκανε μεγάλο κακό στη λογοτεχνία, είναι σκέτο ύφος» δήλωσε
Ο «ευπώλητος» Πάουλο Κοέλιο αμφισβητεί τον Τζέιμς Τζόις

Εσείς πώς θα χαρακτηρίζατε τον «Οδυσσέα» του μεγάλου ιρλανδού μοντερνιστή συγγραφέα Τζέιμς Τζόις; Πιθανώς θα λέγατε ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα, πιθανώς και να το χαρακτηρίζατε ένα έργο-τομή στην ιστορία της λογοτεχνίας και της αισθητικής της. 

Ωστόσο, ο συγγραφέας του πασίγνωστου «Αλχημιστή», Πάουλο Κοέλιο, πιστεύει ότι ο «Οδυσσέας» είναι – επί της ουσίας – ένα «tweet»! Έχουμε ομολογουμένως να κάνουμε με μια πολύ «μοντέρνα» λογοτεχνική προσέγγιση, με μια πολύ «μοντέρνα» κριτική (για να καταχραστούμε χονδροειδώς τον όρο), βουτηγμένη στο πνεύμα και τα μέσα της εποχής της.

Ο δημοφιλής βραζιλιάνος συγγραφέας δανείστηκε αυτόν τον όρο από το επίσης δημοφιλές «Twitter» (ελεύθερο κοινωνικό δίκτυο και υπηρεσία micro-blogging) όπου ο καθένας από εμάς μπορεί να «τιτιβίζει» ό,τι θέλει και οι άλλοι να τον «ακολουθούν» ή να τον αφήνουν να «τιτιβίζει» μόνος του.

Ο Πάουλο Κοέλιο βεβαίως δεν απειλείται από τη μοναξιά. Έχει φανατικούς φίλους μέχρι και στην πρωτεύουσα της Μογγολίας Ουλάν Μπατόρ, όπως λέει ο ίδιος. Σε λίγο καιρό, υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 15 εκατομμύρια χρήστες των κοινωνικών δικτύων θα τον (παρ)ακολουθούν.

«Το Twitter είναι το μπαρ μου. Κάθομαι στην μπάρα κι ακούω τις συζητήσεις, παρακινώ τους άλλους, νιώθω την ατμόσφαιρα» είπε στην εφημερίδα «Folha de S.Paulo» της πατρίδας του, με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Manuscrito Encontrado em Accra» που καταπιάνεται με την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους (1099).

«Είναι δικτυωμένος 24 ώρες το 24ωρο, και έχει γίνει ένα ψηφιακός αγωνιστής, παρακάμπτοντας κάθε είδους μεσάζοντα. Μιλάει απευθείας στους αναγνώστες του» που είναι, αντικειμενικά μιλώντας, πάρα πολλοί. Ο Κοέλιο έχει πουλήσει περισσότερα από 115 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων του σε περισσότερες από 160 χώρες.
Δεδομένου μάλιστα ότι είναι υπέρμαχος της διαδικτυακής «πειρατείας» μπορεί να χάσουμε και το μέτρημα. Το 2009 του απονεμήθηκε το Βραβείο Γκίνες για τον πιο πολυμεταφρασμένο συγγραφέα στον κόσμο για το βιβλίο στο οποίο το σύμπαν σκαρώνει συνωμοσίες…

Ο «ένοχος» Τζέιμς Τζόις


Ο Πάουλο Κοέλιο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «σήμερα οι συγγραφείς θέλουν να εντυπωσιάζουν τους άλλους συγγραφείς». Πριν όμως προλάβει κάποιος να του αντιτείνει ότι αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, ο ίδιος ρίχνει το ανάθεμα στον ένοχο. «Ένα από τα βιβλία που προκάλεσαν μεγάλο κακό στη λογοτεχνία ήταν ο “Οδυσσέας” του Τζέιμς Τζόις - που είναι σκέτο ύφος. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί πέρα. Απογυμνωμένος, ο “Οδυσσέας” είναι ένα tweet» είπε ο συγγραφέας, επικρίνοντας τους συγγραφείς που θέλησαν να καταξιωθούν μέσω της «φόρμας» και όχι του «περιεχομένου».

Συμπλήρωσε δε ότι η δική του επιτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι είναι «ένας μοντέρνος συγγραφέας, παρά τα όσα λένε οι κριτικοί». Αυτό δεν σημαίνει, είπε, ότι το γράψιμό του είναι πειραματικό, κάθε άλλο, «είμαι μοντέρνος επειδή κάνω το δύσκολο να φαίνεται εύκολο, κι επομένως μπορώ να επικοινωνήσω μ' ολόκληρο τον κόσμο» τόνισε ο Κοέλιο.

Άλλωστε τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει. «Κάποτε οι κριτικοί μπορούσαν να καταστρέψουν μια ταινία ή ένα βιβλίο, κι αυτό επηρέαζε άμεσα το κοινό. Στις μέρες μας, η σχέση αυτή έχει γίνει πιο οριζόντια, η προώθηση “από στόμα σε στόμα” έχει μεγαλύτερη δύναμη». Σ’ αυτό δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος μαζί του.

Όπως όλοι καταλαβαίνουμε η έννοια «μοντερνισμός» για τον Πάουλο Κοέλιο είναι ταυτόσημη με κάτι σαν τη μόδα και δεν έχει καμία σχέση με τις τομές στην ιστορία της λογοτεχνίας και της αισθητικής της. Επίσης, πώς να εξηγήσει κανείς στον συμπαθή κατά τ’ άλλα συγγραφέα ότι ο Τζόις χαρακτηρίστηκε μοντερνιστής – όταν ακόμα δεν υπήρχε το «Twitter» βεβαίως – επειδή ακριβώς, για να παρακολουθήσουμε τη λογική του, έκανε το αντίθετο: έκανε το εύκολο να φαίνεται δύσκολο;

Μα το ύφος δεν είναι ακριβώς αυτό που κάνει μια ημέρα από τη ζωή του Λεοπόλδου Μπλουμ ξεχωριστή;

Εν πάση περιπτώσει, ο γάλλος συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν είχε δώσει κάποτε μια απάντηση αρκετά ικανοποιητική όταν τον ρώτησαν σχετικώς. «Πουλάω ύφος», έλεγε, «αν θέλετε μονάχα ιστορίες να πάτε στο αστυνομικό τμήμα». Είναι μια φράση που θα συνιστούσε μια ωραία απάντηση στον Κοέλιο μέσω του «Τwitter».

Ο «μάγος της λογοτεχνίας», όπως αυτοχαρακτηρίζεται χαριτολογώντας στο δημοσίευμα, παρουσιάστηκε και αδιάβαστος και αμετροεπής. Για το δεύτερο πιθανώς να ευθύνονται τα πολλά «τιτιβίσματα». 

Νέος διευθυντής στη «Νέα Εστία»

της Λαμπρινής Κουζέλη

πηγή: www.vima.gr


 
Νέος διευθυντής στη «Νέα Εστία»


 
O ιστορικός Νίκος Ε. Καραπιδάκης θα είναι, σύμφωνα με πληροφορίες του εκδοτικού οίκου της Εστίας, ο νέος διευθυντής του ιστορικού περιοδικού «Νέα Εστία», που ίδρυσε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το 1927.
Κρητικός, γεννημένος στο Ηράκλειο, με σπουδές κλασικής φιλολογίας και αρχειονομίας-παλαιογραφίας στη Γαλλία, διδάκτορας της École Nationale des Chartes στο Παρίσι και της Σορβόνης, ο Ν. Ε. Καραπιδάκης εργάσθηκε στο Ιστορικό Αρχείο Κέρκυρας (σήμερα Αρχεία Νομού Κερκύρας), ως αρχειονόμος στα Γενικά Αρχεία της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενωσης και διετέλεσε, από το 1989 ως το 1993, διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Συγγραφέας ιστορικών μελετών, ερευνητής της ιστορίας των θεσμών και των κοινωνικών ομάδων, με ειδικότερα ενδιαφέροντα στην ιστοριογραφία του Μεσαίωνα και της Βενετοκρατίας, διδάσκει από το 1990 μεσαιωνική ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα και διευθύνει παράλληλα την εκδοτική σειρά «Ιστορία και Πολιτική» της Εστίας.
Ο Νίκος Ε. Καραπιδάκης θα είναι ο έκτος διευθυντής στην ιστορία του περιοδικού, διαδεχόμενος τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, ο οποίος αποχώρησε τον περασμένο Ιούνιο. 

Η υποκρισία με τους μετανάστες


Tου Γιώργου Tερζή

πηγή: www.kathimerini.gr

Σκηνή πρώτη: ο 21 ετών Πακιστανός, υπεύθυνος -όπως ομολόγησε- για την κακοποίηση της 15χρονης νεαρής στην Πάρο οδηγείται σιδηροδέσμιος στον εισαγγελέα εν μέσω πανελλήνιας κατακραυγής. Σκηνή δεύτερη: δύο άλλοι Πακιστανοί, 18,5 και 31 ετών, χάνουν τη ζωή τους επιχειρώντας να σώσουν ηλικιωμένο ζευγάρι που έχει παγιδευθεί με το αυτοκίνητό του στις ράγες του τρένου.

Είναι, λοιπόν, φύσει καλοί ή κακοί οι Πακιστανοί -ή όποιας άλλης εθνικότητας- μετανάστες στην Ελλάδα; Η απάντηση είναι προφανής. Οποιαδήποτε γενίκευση και μάλιστα με όρους καλού-κακού είναι εκ προοιμίου αβάσιμη, πιθανά δε και πολιτικά ύποπτη. Καλό είναι, λοιπόν, η συζήτηση για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η Ελλάδα να γίνει με όρους πραγματικούς, με τη λογική και όχι με το συναίσθημα. Oσοι, άλλωστε, βιώνουν καθημερινά το πρόβλημα -και είναι πολλοί- δεν έχουν ανάγκη από αναφορές περί ανακατάληψης των πόλεων, ούτε φυσικά από επικοινωνιακά «πυροτεχνήματα» που ταυτίζουν την ημερομηνία της επιχείρησης σύλληψης μεταναστών με την 4η Αυγούστου του Μεταξά. Oλα αυτά μάλλον ρίχνουν νερό στον μύλο όσων έχουν μετατρέψει την ξενοφοβία και τον ρατσισμό σε καθημερινή πρακτική.

Πάμε τώρα και στα πραγματικά δεδομένα, επί των οποίων θα πρέπει να βασίσουμε την απάντηση στο πρόβλημα.
Η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και ευρύτερα η Ευρώπη μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά για τη διόγκωση του μεταναστευτικού κύματος, δεν επαρκεί, ωστόσο, για την αντιστροφή της τάσης. Η Δύση παραμένει σχετικά πλούσια και συγκριτικά γηρασμένη. Τα εργατικά χέρια που της λείπουν προέρχονται από τις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν πλεόνασμα εργατικού δυναμικού και έλλειμμα πλούτου.

Η Ελλάδα, μόνη, προφανώς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα εκτός αν αναπτύξει το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων στα σύνορά της. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να επιβάλει όρους επαναπατρισμού. Με άλλα λόγια, μόνον η ουσιαστική εμπλοκή της Ε. Ε. σε πρακτικό (φύλαξη) και πολιτικό επίπεδο (άσκηση πίεσης προς π. χ. Τουρκία για επαναπατρισμό) μπορεί να δώσει κάποιες απαντήσεις. Η τακτική των Ευρωπαίων, πάλι, που μέχρι σήμερα μοιάζουν να βολεύονται με τη μετατροπή της Ελλάδας σε... αποθήκη μεταναστών δεν πείθει για τη διάθεσή της να συμβάλει.

Κι αν στο γενικότερο γεωπολιτικό πλαίσιο οι περισσότεροι συμφωνούμε, όταν η συζήτηση φθάσει στις δικές μας ευθύνες, διαπιστώνεται και πάλι πως δεν υπάρχει η ελάχιστη κοινωνική συμφωνία για την αντιμετώπιση του θέματος. Αντιθέτως, κυριαρχεί η υποκρισία.
Θέλουμε ή μη την ελεύθερη είσοδο μεταναστών στη χώρα; Αν συμφωνούμε στο «όχι», νομίζω η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών ακόμη και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν, τότε πρέπει να καταλήξουμε και στο ποιας μεταχείρισης θα τύχουν όσοι -μη δικαιούμενοι άσυλο- βρίσκονται στη χώρα δίχως άδεια. Και τι αντιμετώπιση θα έχουν και οι Ελληνες που τους συνδράμουν. Στην περίπτωση της Πάρου, για παράδειγμα, πλην του «λαθρομετανάστη» υπάρχει και ένας «λαθροεργοδότης», ένας Eλληνας που εκμεταλλευόταν τον 21 ετών Πακιστανό. Τον απασχολούσε ανασφάλιστο με ελάχιστο μισθό, κλέβοντας το κράτος. Αν ο πρώτος είναι παράνομος, ο δεύτερος τι είναι; Κατ’ αναλογία, οι ιδιοκτήτες που ενοικιάζουν τα σπίτια τους ως κοινόβια, έχουν ή δεν έχουν ευθύνη;

Eνα τελευταίο ερώτημα. Oταν κάποιοι συλλαμβάνονται τι θα πρέπει να γίνεται; Να αφήνονται πάλι ελεύθεροι; Να συλλαμβάνονται και να κρατούνται; Κι αν ναι, πού; Διότι, ουδείς μοιάζει να επιθυμεί τη δημιουργία χώρων κράτησης. Τοπικοί παράγοντες, πολιτικοί, ακόμη και μητροπολίτες -συνεπικουρούμενοι από την εκάστοτε αντιπολίτευση- εξεγείρονται σε κάθε σχέδιο δημιουργίας κέντρου κράτησης στα διοικητικά ή ποιμαντικά όρια ευθύνης τους. Δεν φωνάζουν για λόγους ανθρωπισμού. Aλλωστε, αν αυτό ήταν το κίνητρό τους, θα φώναζαν και για τις συνθήκες διαβίωσης των παρανόμων μεταναστών στα σπίτια, στις καλλιέργειες και στις δουλειές των ψηφοφόρων και του ποιμνίου τους.
Υποκρισία;

ΧΑΟΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΑ (ή Περί Τόμας Πίντσον)


του Βαγγέλη Ραπτόπουλου


πηγή: Facebook



[1 9 8 4]

Ένα τέταρτο του αιώνα πριν, το 1984, όταν πήγα στις ΗΠΑ ως υπότροφος του International Writing Program, ο Τόμας Πίντσον ήταν ακόμη αμετάφραστος κι άγνωστος στην Ελλάδα.

Το κρυφό μου βίτσιο, τους τέσσερις μήνες που κράτησε η υποτροφία, ήταν να υποβάλω σε ανάκριση όποιον συνομιλητή μου έκρινα κατάλληλο, σχετικά με το ποιοι είναι οι καλύτεροι σύγχρονοί μας αμερικανοί πεζογράφοι.

Περιστοιχιζόμουν από καμιά σαρανταριά αλλοδαπούς συγγραφείς, υποτρόφους σαν κι εμένα, που προέρχονταν κυριολεκτικά από κάθε γωνιά του πλανήτη. Μαζί μας και δεκάδες αμερικανοί: κάποτε λογοτέχνες, συνήθως όμως καθηγητές και φοιτητές της λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, στην Αϊόβα Σίτι, όπου εδρεύει και το Ιnternational Writing Program.

Για να μην πολυλογώ, από τους πρώτους στη λίστα μου, εάν όχι ο πρώτος (μόνο ο Ντελίλο τον συναγωνιζόταν, νομίζω, ενώ ούτε καν μου ανέφεραν τον Φίλιπ Ροθ), ήταν ο δημιουργός του «V.». Ο συγγραφέας που εξ αρχής κρυβόταν και απέφευγε τα μίντια, περισσότερο κι από τον κομαντάντε Μάρκος των Ζαπατίστας, και που οι φήμες τον ήθελαν να είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, με τον άλλον μεγάλο ερημίτη των αμερικανικών γραμμάτων, τον Σάλιντζερ.

***

[Μ ε τ α μ ο ν τ έ ρ ν ο ς Τ ζ ό ι ς]

Κι έτσι, επιστρέφοντας στα πάτρια εδάφη, μέσα στον τιγκαρισμένο με βιβλία σάκο που με ακολούθησε ναυτοπλοϊκώς (ώστε να κοστίσει η μεταφορά τους φτηνότερα), υπήρχαν και τέσσερα πρωτότυπα του Πίντσον. Εκτός από το «V.», «Η συλλογή των 49 στο σφυρί», «Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» και το «Βραδείας καύσεως» (όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο υπέροχος τίτλος «Slow Learner», του συχνά αμετάφραστου, σχεδόν όσο κι ο ύστερος Τζόις, Τόμας Πίντσον).

Πρωτοδιάβασα, λοιπόν, Πίντσον κατευθείαν στ’ αγγλικά, με την αίσθηση ότι έπιανα έναν σύγχρονο-κλασικό συγγραφέα, κι αν λογαριάσουμε ότι η κυρίαρχη διεθνώς λογοτεχνία στις μέρες μας είναι η αγγλοσαξονική, και δη η αμερικάνικη, θα έλεγα: TON κορυφαίο σύγχρονο-κλασικό συγγραφέα. Εκείνον που ορισμένοι είχαν ήδη προλάβει να χρίσουν ως «μεταμοντέρνο Τζόις», προπαντός για «Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας».

***

[Ο ύ τ ε κ α ν]

Από τότε, ο Πίντσον έχει δημοσιεύσει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα: «Βάινλαντ», «Μέισον & Ντίξον», «Ενάντια στη μέρα», συν το πρόσφατο (βγήκε το 2009), και ακυκλοφόρητο ακόμη στη γλώσσα μας, «Inherent Vice». Και το ερώτημα είναι, πώς γίνεται, μετά απ’ όσα προανέφερα, να μην έχω τελειώσει σχεδόν κανένα βιβλίο του;

Μοναδική εξαίρεση, το πιο σύντομό του, η νουβέλα «Η συλλογή των 49 στο σφυρί» (το πρώτο βιβλίο του Πίντσον στα ελληνικά, που κυκλοφόρησε περίπου ενάμιση χρόνο μετά την επάνοδό μου από τις ΗΠΑ: καλοκαίρι 1986). Όλα τ’ άλλα τα έπιασα κι έκανα γενναίες προσπάθειες, για να τα εγκαταλείψω τελικά, αργά ή γρήγορα.

Ούτε καν ένα διήγημά του δεν κατόρθωσα να ολοκληρώσω από τα συνολικά πέντε του «Slow Learner»· κι αυτά, τα πρώιμα γραπτά του, τ’ άφησα στη μέση. (Άλλη μια εξαίρεση εδώ: η εκτενής εισαγωγή του στο ίδιο βιβλίο, όπου κατακρίνει υποδειγματικά τον αρχάριο λογοτέχνη εαυτό του, και ταυτόχρονα ανασυστήνει ιδανικά την εποχή της νεότητάς του, την πολυτάραχη δεκαετία του ’60).

***

[Α ι χ μ ή & κ ι β ω τ ό ς]

Πάντως, όταν μιλάω για ημιτελή διαβάσματα, δεν εννοώ τα συνηθισμένα. Ώς τη στιγμή που αποφασίζω να παρατήσω ένα βιβλίο του Πίντσον, σπαρταράω από απόλαυση, και το μυαλό μου υπερίπταται σαν αεροπλάνο Μπόϊνγκ (ο συγγραφέας δούλεψε κάποτε στη γνωστή εταιρεία, πιθανόν ως σύμβουλος δημοσίων σχέσεων ή συντάκτης τεχνικών κειμένων, το δεύτερο μάλλον).

Η πρόζα του κυματίζει περήφανα, με βαθιές ταλαντώσεις, και συνήθως είναι μια πρόζα μεγάλης πνοής. Αυτός ο γεμάτος με νοηματικά και γλωσσικά παιχνίδια, μακροπερίοδος λόγος, που φλερτάρει ακατάπαυστα με την ειρωνεία και την αυτοπαρωδία, κατορθώνει να ενσωματώσει από δύσβατο, επιστημονικό πραγματολογικό υλικό, μέχρι στίχους από σαχλά ποπ και ροκ τραγούδια, διά χειρός του ίδιου του Πίντσον πάντα. Θέματα υψιπετή, παγκόσμια, ανατρεπτικά και τερατώδη. Και μαζί αφελή, εμπνευσμένα από φτηνές θεωρίες συνομωσίας, ένα όργιο υποκουλτούρας που απαιτεί επεξηγηματικές υποσημειώσεις.

Ο Πίντσον αποτελεί την αιχμή του δόρατος, και μαζί την κιβωτό της αμερικανικής μητροπολιτικής κουλτούρας, συνδυάζοντας στο πρόσωπό του τον ακαδημαϊκό και τον λόγιο, με τον λαϊκό λογοτέχνη. Με αποτέλεσμα, την υβριδική του υπόσταση, που τον καθιστά αταξινόμητο και αμίμητο.

***

[Χ ά ν ο μ α ι]

Ποια ακριβώς, όμως, είναι αυτά που με απομακρύνουν από το έργο του; Η ακατάσχετη ροπή του προς την αφηγηματική (και όχι μόνο) παράνοια, που την υποδαυλίζουν οι απόπειρές του να ζωντανέψει ομιχλώδεις πλεκτάνες πλανητικών διαστάσεων. Και η αγωνία του να υλοποιήσει μυθοπλαστικά την απουσία νοήματος στον σύγχρονο κόσμο, κάτι που τον υποχρεώνει να αφήνει τις ιστορίες του μετέωρες κι όλο χάσματα.

Χάνομαι στις λαβυρινθώδεις πλοκές του με τους αμέτρητους χαρακτήρες, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τις περιπλανήσεις του στην εγκυκλοπαιδική γνώση και τα άλματά του στην Ιστορία, παγώνω από την ξηρασία των συναισθημάτων κι από τον παροξυσμό της εγκεφαλικότητάς του.

***

[Μ ο ν α δ ι κ ό ς]

Να μη διαβάζεις έργα σπουδαίων συγγραφέων, επειδή δεν σου ταιριάζουν, είναι φυσιολογικό. Να μη διαβάζεις, όμως, έναν συγγραφέα που λατρεύεις; Φαίνεται σχεδόν αδύνατον, αλλά να, που ισχύει.

Κι αυτό σημαίνει ότι τρίβω ήδη τα χέρια μου για το επερχόμενο (στα ελληνικά) «Inherent Vice», που απ’ ό,τι διάβασα, είναι σύντομο, απλό και γραμμικό σε τέτοιο βαθμό, ώστε σχεδόν δεν θυμίζει Πίντσον! Δεν υπάρχει περίπτωση, λέω, αυτό θα το ξεκοκαλίσω.

Και ασφαλώς, δεν πρόκειται να πάψω να κατεβάζω κάθε τόσο από το ράφι της βιβλιοθήκης μου κάποιο από τα προηγούμενα, ογκώδη μυθιστορήματά του. Θα χώνομαι σε κάνα-δυο κεφάλαιά του, βαθιά όπως μέσα σ’ έναν μυστικό κήπο, και θα το γλεντάω για λίγο με τη χαοτική φαντασμαγορία του. Και μετά, ξανά, γι’ άλλη μια φορά, θα τα παρατάω.

Μη φανταστείτε ότι είναι πολλοί οι συγγραφείς, με τους οποίους έχω τη σχιζοφρενική σχέση που μόλις περιέγραψα. Ο Πίντσον μάλλον είναι ο μοναδικός.

[1 Δεκεμβρίου 2010]

6.8.12

Ιντερσίτι 52, Αθήνα-Θεσσαλονίκη


01.08.2012, αναχώρηση: 10.18



                                                                                 στον Τέλλο Φίλη, για τη φιλία μας


Ο Σταθμός Λαρίσης στη συνηθισμένη του εγκατάλειψη. Υπάλληλος του ΟΣΕ (πλην αυτών στα εκδοτήρια και στο γκισέ των πληροφοριών) ούτε για δείγμα. Το ίδιο και στην πλατφόρμα. Επίσης, κανείς που να πληροφορεί για τη σειρά των βαγονιών (ή την αρίθμηση των καθισμάτων, ώστε να μπει κάθε επιβάτης από τη σωστή πόρτα), ή για να διευκολύνει όσους ταξιδεύουν για πρώτη φορά και δεν είναι εξοικειωμένοι με τα... “ήθη” του ιντερσίτι.

Το τρένο ξεκινάει με 1 λεπτό καθυστέρηση. Γιατί; Γιατί έτσι. Κανείς δεν νοιάζεται, ούτε ξέρει να απαντήσει. Ο ηλικιωμένος άντρας που κάθεται στο παραδιπλανό μου κάθισμα, στο κουπέ 10 του δεύτερου βαγονιού, β΄ θέση, φαίνεται σοβαρός. Αλλά η φράση που εκστομίζει ακριβώς στις 10.18, ώρα προγραμματισμένης αναχώρησης του τραίνου, ακούγεται σαν σφύριγμα φιδιού. «Ξεκίνα, μαλακισμένο»! Σε λίγο, γίνεται φανερό ότι πάσχει από κάποια εμμονική διαταραχή. Πρώτα, μιλώντας στο κινητό με τη γυναίκα του (προφανώς), της λέει ότι έδωσε «στη μικρή» (ίσως σε κάποια εγγονή τους) 10 ευρώ, «για πάρει κάρτα». Της επαναλαμβάνει όμως πάνω από 15 φορές: «μην πεις τίποτα, σε παρακαλώ, μην πεις τίποτα». Μετά, γυρίζει προς το μέρος μου. Οι ερωτήσεις αλλεπάλληλες και καταιγιστικές. Από πού είμαι; Σε ποια περιοχή της Θεσσαλονίκης ζω; Είμαι συνταξιούχος ή εργάζομαι; Τι δουλειά κάνω; Σε ποια τράπεζα; (αποφεύγω να απαντήσω, και μου εξηγεί: «Η κόρη μου δουλεύει στη Μιλένιουμ. Ρωτάω μήπως είστε συνάδελφοι»). Ύστερα αρχίζουν οι απίστευτες λεπτομέρειες για τη σιδηροδρομική γραμμή.
• σε ποια σημεία της διαδρομής το τραίνο είναι ηλεκτροκίνητο και σε ποια όχι
• σε ποια σημεία υπάρχουν διασταυρώσεις
• πόσα χιλιόμετρα απέχει ο ένας σταθμός από τον άλλο.
• πότε, πού και γιατί το τραίνο κόβει ταχύτητα…
Σε λίγο νέα ερώτηση: Τι διαβάζω; (όταν προσπάθησα να “χαθώ” στις σελίδες του βιβλίου που είχα μαζί μου…) Και μια επισήμανση: Κάθεστε πάνω στο κινητό σας, μήπως το χαλάσετε…



Από την Οινόη μπήκαν στο κουπέ τρία άτομα. Ένας 30-35άρης ρομ με ένα αγοράκι, λευκόδερμο, γύρω στα 4. Και μια κοπέλα, γύρω στα 20, που παρότι διάβαζε Βασίλη Ραφαηλίδη (Ιστορία του νέου ελληνικού κινηματογράφου ή κάτι τέτοιο…), δέχτηκε νέο καταιγισμό ερωτήσεων από τον ηλικιωμένο, που τελικά κατέβηκε στη Λειβαδειά.
Ο ρομ άντρας με το αγοράκι κάθισαν απέναντί μου. Εκείνος, με καρό βερμούδα και γαλάζιο πουκάμισο ― μόνο ένα κουμπί από τα 8 κουμπωμένο, κι αυτό απειλούσε να το κόψει ένα σώμα που ξεχείλιζε από παντού (αργότερα κούμπωσε ένα-δυο ακόμα κουμπιά). Άφησε στο πάτωμα μια μεγάλη διαφανή τσάντα (μάλλον από συσκευασία κουβέρτας), με ρούχα μέσα φύρδην-μίγδην• και μπροστά στα πόδια του δύο σακούλες, η μία από σουπερμάρκετ και η άλλη διαφανής, με μισοφαγωμένα σάντουιτς και άλλα τρόφιμα, χύμα κομμάτια από γύρο κτλ.

Το αγοράκι, με πιπίλα στο στόμα, μιλούσε πότε πότε αλλά τα λόγια του έβγαιναν από το φράγμα της πιπίλας ακατάληπτα. Δυσφορούσε που βρισκόταν εκεί, προφανώς ήθελε να έχει φτάσει ήδη κάπου αλλού, γκρίνιαζε, και μετά από λίγο άρχισε ένα κλάμα επίμονο και παρατεταμένο, για τουλάχιστον 20 λεπτά, παρά τα κανακέματα και το τρυφερό “ταχτάρισμα” που του έκανε με συγκινητική τρυφερότητα ο άντρας• μέχρι που κάποια στιγμή το αγοράκι κουράστηκε και αποκοιμήθηκε στο κάθισμά του. Απρόκλητος, ο άντρας μού αφηγήθηκε την ιστορία του. Είναι άνεργοι, η γυναίκα του κι αυτός, εδώ και πάνω από έναν χρόνο. Έψαχνε επί τέσσερις μέρες για δουλειά στην περιοχή του Σχηματαρίου, κουβαλώντας και το παιδί μαζί του (κάτι είπε κάποια στιγμή για τον πατέρα του παιδιού και τα αδέλφια του, αφήνοντάς με να καταλάβω ότι ο μικρός δεν είναι γιος του). «Αλλά εκεί δουλεύουν παντού μόνο ξένοι. Πακιστάνοι-πώς-τους-λένε, Αιγύπτιοι, Αλβανοί… Κι εμείς Έλληνοι είμαστε, ρε παιδιά… Μια θέση δεν θα έπρεπε να υπάρχει και για μας; Εσείς, κύριε, έχετε υπόψη σας καμιά δουλειά;» Όταν άκουσε πως δουλεύω σε τράπεζα, άρχισε τις ερωτήσεις για το πώς μπορούν να πάρουν κάνα δάνειο, απαριθμώντας μου και τα … περιουσιακά (κινητά) στοιχεία της γυναίκας του ― παρά τη διαβεβαίωσή μου ότι δεν ξέρω τίποτε από δάνεια κι ότι δεν έχω σχέση με αυτά. Κατέβηκαν στη Λάρισα• ο άντρας με αποχαιρέτησε ευγενικά και μου ευχήθηκε «καλή ευκολία» σε ό,τι κάνω.


Από τη Λάρισα ανέβηκαν δύο 45άρες τρανσέξουαλ. Κάτι φαντάροι, με στολές παραλλαγής, που ταξίδευαν, μόλις τις “μυρίστηκαν”, άρχισαν να τις γυροφέρνουν με διάφορα προσχήματα. Ο ελεγκτής πάντως (που μέχρι το τέλος του ταξιδιού δεν ζήτησε τα εισιτήρια των δύο συνταξιδιωτών μου που ανέβηκαν από την Οινόη), τις μάλωσε γιατί ανέβηκαν σε λάθος τραίνο. Κατέβηκαν στην Κατερίνη, για να πάρουν το “κανονικό” ― προφανώς τα εισιτήριά τους ήταν για τον προαστιακό.

Πρώτη φορά το ταξίδι με το ιντερσίτι ήταν τόσο “δυσάρεστο” αλλά και διδακτικό• οι δυσκολίες της ζωής αυτών των συνελλήνων, ψυχικές και οικονομικές (και όχι μόνο), με γέμισαν ενοχές για τις “ευκολίες” και τις ανέσεις της δικής μου ζωής.

Ευτυχώς αυτή τη φορά το τραίνο έφτασε στον προορισμό του με μόλις ένα τέταρτο καθυστέρηση. Λίγα λεπτά αργότερα, στο αστικό λεωφορείο από το σταθμό για το σπίτι μου, δύο αγόρια και μια κοπέλα, όχι πάνω από 25 χρονών, που ήταν στο ίδιο τρένο, με τρέντι ντύσιμο και με τα iphone στο χέρι, συζητούσαν φωναχτά για το πού θα βρουν να νοικιάσουν αυτοκίνητο για να αρχίσουν τις διακοπές τους στη Χαλκιδική, που όπως τους είχαν πει «είναι όλα τα λεφτά». Η ζωή αποκτούσε πάλι το ανέμελό της πρόσωπο.

πηγή: www.parallaximag.gr

5.8.12

Οι φάμπρικες του πελατειακού μας συστήματος


του Παντελή Mπουκάλα
πηγή: www.katimerini.gr


Για να το λέει ο αντιπρόεδρος της Ενωσης Αστυνομικών Αττικής δημόσια, άρα υπεύθυνα (αν υποθέσουμε ότι εξακολουθεί να ισχύει αυτή η εξίσωση), κάτι παραπάνω θα ξέρει. Τι είπε, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, ο κ. Νίκος Καραδήμας; Οτι ούτε πέντε ούτε δέκα ούτε δεκαπέντε αλλά σαράντα πέντε αστυνομικοί έχουν αποσπαστεί για να προσέχουν σαν την κόρη τους και σαν την κόρη των ματιών τους κάποιον πρώην υπουργό και νυν βουλευτή.
 Ε, φως φανάρι, είναι αυτή η αγάπη μας για την παράδοση και το δημοτικό τραγούδι που μας παρασέρνει κάθε λίγο και λιγάκι: «Σαράντα πέντε μάστορες, σαράντα πέντε μπάτσοι», έτσι είναι το σωστό και το πρέπον, και συγγνώμη για το «μπάτσοι». Αλλά και γι’ αυτό και για το «σαράντα πέντε» (και όχι, λ.χ., είκοσι ή πενήντα) φταίει το μέτρο κι ο δεκαπεντασύλλαβός μας, περίπου όπως για τον Καρυωτάκη έφταιξε η ρίμα με τον Μαλακάση.


Δεν έγινε γνωστό ποιος είναι ο μέγας και τρανός πολιτικός ανήρ που απαίτησε (και κατάφερε να δει την απαίτησή του ικανοποιούμενη) να τον προστατεύει ολόκληρος στρατός, ισομεγέθης του στρατού που έχει την ευθύνη για τη σωματική ακεραιότητα του Μπαράκ Ομπάμα ή της ευρωπαιοφίλητης Αγκελα Μέρκελ. Γνωστό είναι πάντως τι κάνει η φρουρά αυτή, όπως όλες οι φρουρές των ίδιων καθηκόντων, πώς περνάει τη μέρα της, ποιες άλλες έγνοιες τη βασανίζουν, εκτός βέβαια από το να προστατεύει την ευάλωτη εξοχότητά του: Αλλα μέλη της λοιπόν κάνουν τα ψώνια στη λαϊκή (όσοι έχουν επώνυμο σε «-όπουλος») ή στο σούπερ μάρκετ (όσοι έχουν επώνυμο σε «-άκος»), και άλλα πηγαίνουν τα υπουργοπαίδια για μπάνιο το καλοκαίρι, για σκι το χειμώνα και για τένις ή μπάντμιντον χειμώνα καλοκαίρι, μια και ο μπαμπάς λείπει συνεχώς για δουλειές, για την πατρίδα δηλαδή, που οι βαριές απαιτήσεις της δεν τον αφήνουν στιγμή να ησυχάσει. Αλλοι φρουροί ασχολούνται με το γκαζόν του κήπου και το μπονσάι κι άλλοι με το φενγκ σούι στο εσωτερικό του σπιτιού («τ’ ν’ αυτό τού φένγκι σούκι, ρε Μήτσου, ξέρ’ς τίπουτα;» θα ρωτάει ο ονομαστικώς λήγων εις «-έλης» ή «-άρας» τον λήγοντα εις «-ίδης») κι άλλοι, όσοι καμαρώνουν για την προϋπηρεσία τους στους βατραχανθρώπους, με την πισίνα. Αυτοί, ηλίου φαεινότερον, είναι και οι τυχεροί του επαγγέλματος, αφού θα πρέπει να κάνουν και κάμποσες δροσιστικές υπηρεσιακές βουτιές, ώστε να διαπιστώνουν δι’ αυτοψίας, ή μάλλον δι’ αυτοδερμίας, αν το νερό έχει τη σωστή θερμοκρασία και την πρέπουσα περιεκτικότητα σε χλώριο και στα άλατα εκείνα που κάνουν την επιδερμίδα απαλή σαν μικρού παιδιού.
Κι ενώ έχουμε πολλούς λόγους να εικάζουμε πως όλα τούτα δεν είναι της φαντασίας μας· ενώ γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μία ακόμα πλευρά του αγρίως πελατειακού μας κράτους, που μονάχη έγνοια του είναι το βόλεμα ημετέρων στις αμμουδιές του ρουσφετιού· ενώ έχουμε ακούσει μέχρι τώρα είκοσι φορές (για να μην πω σαράντα πέντε) από πράσινα και γαλάζια στόματα ότι το άθλιο αυτό καθεστώς πάει και τελείωσε, βγαίνει ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Δένδιας και με καμάρι αταίριαστο μας διαβεβαιώνει ότι 1.500 αστυνομικοί αποσπασμένοι στη φύλαξη ειδικών στόχων θα επιστρέψουν στη βάση τους, ώστε να κάνουν και μια-δυο βάρδιες στους δρόμους. Λαμπρά.
Είναι σαν ακούμε δηλαδή (αλλιώς δεν εξηγείται η τόση υπουργική υπερηφάνεια) ότι οι αστυνομικοί αυτοί αποφάσισαν μόνοι τους, ερήμην της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου τους (του κ. Χρυσοχοΐδη, του κ. Παπουτσή, του κ. Πολύδωρα, του κ. Βουλγαράκη κ.ο.κ.), να παρατήσουν το κανονικό τους πόστο και τους μπελάδες του και να αυτοαποσπαστούν στον έναν ή τον άλλον «επώνυμο» και αναγνωρίσιμο, μα μεγαλοδημοσιογράφος είναι αυτός, μα μεγαλοπολιτικός, μα μεγαλοοικονομικός παράγοντας, μα μεγαλοτίποτα (όλοι αυτοί άλλωστε υπολογίζουν το μέγεθος της «επωνυμίας» τους με μέτρο το πόσους αστυνομικούς έχουν στη διάθεσή τους).
Είναι σαν ν’ ακούμε ότι εκατοντάδες συνοριοφύλακες αυτοσχεδίασαν και αποφάσισαν μόνοι τους πως η Ελλάδα έχει σύνορα και στη Λάρισα και στο Αγρίνιο και στον Βόλο, και στο Κολωνάκι βέβαια, άρα δικαιούνται να αυτομετατεθούν εκεί παρά να ταλαιπωρούνται στον Εβρο ή στην ωραία πλην μακρινή Καστάνιανη της Ηπείρου.
Είναι σαν ν’ ακούμε ότι την εντολή της απόσπασης δεν την έδωσαν οι υπουργοί (της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ), για να πετύχουν δύο τρυγόνια μ’ ένα σμπάρο: Να βολέψουν τον ένστολο (πιθανώς συντοπίτη τους, σίγουρα πάντως ομοϊδεάτη τους) αφενός, να ικανοποιήσουν τον πιεστικό μεγαλόσχημο αφετέρου, που όλο και κάποιο καλό λόγο θα πει την κρίσιμη στιγμή γι’ αυτούς σε όσους αποφασίζουν για ανασχηματισμούς κτλ.
Φάμπρικα σωστή οι αποσπάσεις, δεκαετίες τώρα, όποιο επάγγελμα (ή «λειτούργημα») κι αν αφορούν: τους αστυνομικούς, τους τελωνειακούς, τους λιμενικούς, τους εκπαιδευτικούς, τους νοσοκομειακούς, τους εφοριακούς... Τους παίρνεις δίπλα σου, στο υπουργείο σου (όπου κατά περιόδους επικρατούν τα κρητικά, τα ρουμελιώτικα, τα μακεδονίτικα κτλ.) ή τους βολεύεις σε μια ξεκούραστη υπηρεσία με πολλά μπόνους επικινδυνότητας. Κι έτσι όλα πάνε μια χαρά, τα κομματικά σου συμφέροντα δηλαδή και τα προσωπικά σου ρουσφέτια. Ολα; Οχι ακριβώς, αφού λείπουν αστυνομικοί από τους δρόμους, εκπαιδευτικοί από τα σχολεία, εφοριακοί από τις εφορίες, τελωνειακοί από τα τελωνεία. Ε, εντάξει... Οταν σφίγγουν τα πράγματα, κάνεις μια καμαρωτή υπουργική ανακοίνωση μπροστά στις κάμερες και διαβεβαιώνεις (όπως πέντε ομότιμοί σου πριν) ότι οι αποσπασθέντες αργόσχολοι επιστρέφουν στα πραγματικά τους καθήκοντα. Και ενώ εσύ τους πρόσφερες το δικαίωμα να είναι αργόσχολοι, εσύ με την πολιτική σου ισχύ και την ηθική σου παχυδερμία τους βόλεψες για να βολευτείς, βγαίνεις και μεταρρυθμιστής από πάνω και επαναστάτης.
Ολα δικά τους τα θέλουν λοιπόν οι πολιτικοί μας φωστήρες. Κι έχουν τη σιγουριά πως είναι ικανοί να μας παραπλανήσουν και όταν κάνουν τα κουτοπόνηρά τους και τα πελατειακά τους, αλλά και όταν έπειτα, ψευτοστριμωγμένοι από τη φορά των πραγμάτων ή από τις ανάγκες του πολιτικοδημαγωγικού θεάματος, παριστάνουν ότι, «με ευθύνη και τόλμη», δίνουν σάρκα και οστά στο παλαιό εκείνο «ο τρώσας και ιάσεται». Ολα δικά τους λοιπόν. Και τα κακά και τα χείριστα. Χάρισμά τους...

Το Εντευκτήριο πάει... Linkoping!

Το Εντευκτήριο στο γοητευτικό Linkoping της μακρινής όσο κι αγαπημένης Σουηδίας.